Χωρίς να έχει σβήσει το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί ένα νέο πιθανό σκάνδαλο. Αυτό με την ερευνώμενη διασπάθιση Ευρωπαϊκού χρήματος ύψους 1,5 εκ. ευρώ από τον Γ. Παναγόπουλο ο οποίος και ελέγχεται από την δικαιοσύνη.
Και ενώ εκ πρώτης όψεως το σκάνδαλο φαίνεται να έχει μόνο «πράσινο» χρώμα επειδή ο «ισόβιος» Πρόεδρος της ΓΣΕΕ και η πρώην Γ. Γρ. Εργασίας Άννα Στρατινάκη – ο σύντροφος της οποίας ελέγχεται – προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, η αντιπολίτευση και δημοσιεύματα στον Τύπο θέτουν ζήτημα ευθυνών και για την κυβέρνηση.
Η υπόθεση Παναγόπουλου πλαγιοκοπεί το ν/σ για τις συλλογικές συμβάσεις
Και είναι αλήθεια ότι η υπόθεση Παναγόπουλου έσκασε σαν βόμβα την ημέρα που το νομοσχέδιο για τις συλλογικές συμβάσεις έκανε το ντεμπούτο του στη βουλή , με τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ να αποχωρεί βιαστικά από το κοινοβούλιο.
Στη βαριά σκιά της υπόθεσης ήταν φυσικό η αντιπολίτευση να βρει την ευκαιρία να αποδημήσει συνολικά το νομοσχέδιο το οποίο είχε και τη υπογραφή Παναγόπουλου. Είχε προηγηθεί ένα πανηγυρικό κλίμα εκ μέρους της κυβέρνησης για το γεγονός ότι όλοι οι θεσμικοί εκπρόσωποι είχαν συμφωνήσει στην επιστροφή των συλλογικών συμβάσεων.
Στο κάδρο το υπουργείο Εργασίας
Όπως ήταν φυσικό η συζήτηση για τις συλλογικές συμβάσεις μετατράπηκε σε μία άνευ προηγουμένου πολιτική αντιπαράθεση για το αν το νομοσχέδιο ήταν προϊόν συναλλαγής για αθέμιτες πρακτικές στην διαχείριση ευρωπαϊκού χρήματος.
Η αντιπολίτευση έβαλε στο «κάδρο» και την υπουργό Εργασίας Ν. Κεραμέως επειδή έφερε στη βουλή διάταξη με την οποία μετέφερε πρόγραμμα του ΕΣΠΑ σε εθνικούς πόρους παρά την αντίθετη άποψη του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκειμένου να γίνουν οι πληρωμές καθότι το αρχικό πρόγραμμα έληγε με κίνδυνο να σταματήσει και η πληρωμή του.
Σύμφωνα με την υπουργό Εργασίας , ότι έγινε ήταν σύννομο αφού προηγουμένως είχε φροντίσει να πάρει εγγράφως το «πράσινο φως» από την Ε.Ε.
Θολό το τοπίο – ζητούνται εξηγήσεις
Οι πολίτες, ωστόσο, απαιτούν συγκεκριμένες και πειστικές εξηγήσεις γύρω από το ομιχλώδες σκηνικό με όλες τις πλευρές να δηλώνουν «νομοταγείς» την ώρα που η Αρχή Καταπολέμησης Μαύρου χρήματος έχει βρει 1,5 εκ ευρώ να γυρίζει από χέρια σε χέρια. Και σε μία περίοδο που η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης απέναντι σε κόμματα και θεσμούς έχει κλονιστεί σοβαρά.
Η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με ένα ηθικό θέμα πέραν της στενά νόμιμης ή μη διαχείρισης των προγραμμάτων κατάρτισης.
Οσμή κυβερνητικού σκανδάλου βλέπει η αντιπολίτευση
Πρώτον, από το ρεπορτάζ προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανείς ουσιαστικός έλεγχος από την στιγμή που εγκρίνεται ένα πρόγραμμα κατάρτισης από το υπουργείο Εργασίας σε έναν φορέα. Το αν η διαχείριση του χρήματος και η υλοποίηση του προγράμματος γίνεται με χρηστό ή όχι τρόπο επαφίεται στον ηθικό κώδικα του προσώπου που αναλαμβάνει να το εκτελέσει. Εν προκειμένω του Γ. Παναγόπουλου.
Δεύτερον , η πρώην Γενική Γραμματέας του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη μπορεί να τοποθετήθηκε στην θέση της προτού αναλάβει την εξουσία η Ν.Δ. αλλά παρέμεινε στο ίδιο πόστο μέχρι το 2024. Συνεπώς «χρεώνεται» και στην Ν.Δ. παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε στέλεχος της. Και μπορεί η έρευνα να μην αφορά την ίδια προσωπικά αλλά τον σύντροφο της , όμως, ευλόγως – ακόμη και κυβερνητικά στελέχη- αναρωτιούνται πόσο αμέτοχο μπορεί να είναι ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση «κλειδί» για την κατανομή των συγκεκριμένων προγραμμάτων.
Επεκτείνεται η έρευνα
Σύμφωνα με πληροφορίες του Dnews, η έρευνα γύρω από το πρόσωπο του συντρόφου της κας Στρατινάκη επεκτείνεται και σε άλλες υποθέσεις παρόμοιου περιεχομένου.
« Η υπόθεση πρέπει να διερευνθεί διότι σε ένα κλονισμένο εκλογικό ακροατήριο δημιουργείται η αίσθηση μίας περίεργης ώσμωσης μεταξύ εργατοπατέρων κράτους και κυβέρνησης» λένε κυβερνητικοί παράγοντες.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που παρομοιάζουν την υπόθεση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε μία λογική παρασκηνιακών deal.
«Συχνά στα υπουργεία όταν πρωτοεμφανίζεται ένας υπουργός κάποιος υπηρεσιακός που ξέρει πρόσωπα και πράγματα καθησυχάζει τον υπουργό ότι μπορεί να του εξασφαλίσει πολιτική ηρεμία με πάσης φύσεως συνδικάτα εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα να κινεί τα νήματα. Εμπιστοσύνη που μπορεί να φθάσει στα όρια της ασυδοσίας» λένε έμπειροι κυβερνητικοί.