Το πακέτο της ΔΕΘ, στο οποίο τόσα επένδυσε ο Κυρ. Μητσοτάκης ώστε να επαναφέρει την κυβερνητική παράταξη σε ανοδική τροχιά, τελικά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Αυτό λένε οι δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας

Το 60% των πολιτών δεν βλέπει ότι θα έχει κάποια βελτίωση στη ζωή του από τα προαναφερόμενα μέτρα ενώ το 58% δεν αισθάνεται καμία ικανοποίηση από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης γενικώς. Η πλειοψηφία της κοινής γνώμης φαίνεται πως ξέρει στην πράξη καλύτερα οικονομικά από τον πρωθυπουργό. Προφανώς αντιλαμβάνεται αυτό που εκείνος πάει να κρύψει.

Μέσω του μηχανισμού της ακρίβειας, η όποια οικονομική βελτίωση  εξανεμίζεται και το αποτέλεσμα να είναι μηδενικό για τους δοκιμαζόμενους πολίτες.

Για να ερμηνεύσουμε τη δυσπιστία των νοικοκυριών ως προς τη συνολική αποτελεσματικότητα των εξαγγελιών της ΔΕΘ, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα επί μέρους ευρήματα της έρευνας για το εισόδημα και τις δαπάνες.

Για τους πολλούς το όφελος των φοροελαφρύνσεων συνοψίζεται στο αγγλοσαξονικό ρητό «too little, too late», πολύ λίγο και πολύ αργά.

Όταν για δύο στους τρεις πολίτες τα χρήματα τελειώνουν την τρίτη εβδομάδα του μήνα, το μηναίο κέρδος από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης επαρκεί το πολύ για να «τη βγάλουν» μια μέρα παραπάνω – ή  λιγότερο.

Για παράδειγμα,  ένας φορολογούμενος άνω των 30 ετών, με 20.000 ετήσιο εισόδημα, χωρίς προστατευόμενα μέλη θα έχει μηνιαίο κέρδος 14,2 ευρώ το μήνα, λιγότερο από μισό ευρώ τη μέρα.

Η πλειοψηφία των νοικοκυριών δεν θα δει ούτε καν αυτό το μικρό έξτρα ποσό. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάσει τις δηλώσεις εισοδήματος του 2024, από 20.000 ως 30.000 ευρώ δήλωσαν μόλις 817.000 φορολογούμενοι – σε σύνολο 6,7 εκατ. φορολογικών δηλώσεων φυσικών προσώπων ή το 12%.

Mε βάση την δημοσκόπηση της ΜRB, τα νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο πάνω από το 72% του μηνιαίου εισοδήματός τους για ανελαστικά έξοδα διαβίωσης: Τρόφιμα 32,44%, ενέργεια/καύσιμα 16,34%, στέγαση 12,35%, λογαριασμοί τηλεπικοινωνιών 9,03%, εξυπηρέτηση δανείων 4,93%.

Αν προσθέσουμε τα έξοδα υγείας και εκπαίδευσης – 7,21% και 3,63%, φτάνουμε στο 83% του εισοδήματος.

Οπότε, δεν προκαλεί έκπληξη ότι για να βγει ο μήνας, τα νοικοκυριά κόβουν από παντού. Όχι μόνο από τα περιττά αλλά και από τα αναγκαία:

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οσο δεν ελέγχεται αποτελεσματικά η ακρίβεια και οι μισθοί σε πραγματικούς όρους  παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί, τόσο η φτωχοποίηση θα συνεχίζεται.

Από τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία που έχει δώσει στη δημοσιότητα ο e-EΦΚΑ (Δεκέμβριος 2024), ο μέσος καθαρός μισθός του ιδιωτικού τομέα είναι κάτω από 1000 ευρώ (1.188 ευρώ μικτά,  998 ευρώ καθαρά). Για τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης ο μέσος μισθός φτάνει τα 1108 ευρώ καθαρά (1385 ευρώ μικτά) και για τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης (σχεδόν ο ένας στους τέσσερις) είναι κάτω από 500 ευρώ καθαρά (566 μικτά) .

Ακόμα και αν στα παραπάνω αθροίσουμε τις ονομαστικές αυξήσεις του 2025 και τα οφέλη από τις φοροελαφρύνσεις που θα γίνουν ορατά από το 2026, πάλι δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις απώλειες της υπερδεκαετούς κρίσης και την αφαίμαξη του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με σχετική ανάλυση, τον Δεκέμβριο του 2024, οι μέσες μεικτές αποδοχές των κοινών επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, σε ονομαστικές τιμές ήταν 6% χαμηλότερες από ό,τι τον αντίστοιχο μήνα του 2011 (1.167 ευρώ έναντι 1.241 ευρώ). Σε πραγματικές – αποπληθωρισμένες τιμές οι απώλειες φτάνουν το 18% (977 έναντι 1193 ευρώ).