Ο Τόνι Γκάτλιφ πάλεψε την προκατάληψη με τσιγγάνικη ψυχή

«Είμαστε όλοι αποδημητικά πουλιά, αύριο θα είμαστε μακριά». Ο Τόνι Γκάτλιφ, ο οποίος πέθανε την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 77 ετών, και η φιλμογραφία του, με τον δικό της μοναδικό τρόπο, παρέμειναν πιστοί σε αυτή την παροιμία των Ρομά.

Aυθεντικός, παθιασμένος και ακατάβλητος ποιητής της έβδομης τέχνης, ο ο σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης που αφιέρωσε τη ζωή και την τέχνη του στην ανάδειξη της τσιγγάνικης κουλτούρας, έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη σε ηλικία 77 ετών στην Αρλ της νοτιοανατολικής Γαλλίας, προκαλώντας βαθιά συγκίνηση στον παγκόσμιο κινηματογραφικό κόσμο.

Ο θάνατος του Γκάτλιφ επήλθε έπειτα από πρόβλημα υγείας που παρουσίασε ενώ εργαζόταν πυρετωδώς πάνω σε μια νέα ιστορική ταινία.

Η σύζυγος, τα παιδιά και τα εγγόνια του τον αποχαιρέτησαν με μια συγκινητική ανακοίνωση, όπου του εύχονται Latcho Drom – μια τσιγγάνικη ευχή που σημαίνει Καλό δρόμο.

«Από τότε που είδα μέσα από το φακό, παλεύω. Παλεύω την προκατάληψη με μουσική, με ταινίες, με ποίηση» είχε πει για την ουσία της δημιουργικής παρακαταθήκης του στη Le Monde το 2010

«Η ομορφιά των ταινιών του, η γενναιοδωρία του, η χαρά του, η ποίησή του και η αγάπη του για τη μουσική θα μείνουν για πάντα μέσα μας» σημείωσαν στην ανακοίνωση τους.

Από την πλευρά της, η Υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, Κατρίν Πεγκάρ, μίλησε με βαθιά θλίψη για την απώλεια, υπογραμμίζοντας τη μοναδική καλλιτεχνική του ταυτότητα.

«Στον Τόνι Γκάτλιφ άρεσαν δρόμοι που περπατιούνται, σύνορα που απαλείφονται, ζωές που βλέπουμε πολύ λίγο. Κινηματογραφούσε τη μουσική, την κίνηση, την εξορία και την ελευθερία με μία ενέργεια που ήταν μόνο δική του» σημείωσε στην ανακοίνωσή της.

Διαθέτοντας ένα άμεσα αναγνωρίσιμο, τραχύ πρόσωπο -«σαν κόνδορα» γράφει η Liberation-, η φιλμογραφία του ήταν πάντα σε κίνηση, ταινίες πάντα ζωντανές, σαν να έγιναν την εποχή του ζευγαρώματος.

Ο Γκάτλιφ ήταν ο μόνος σκηνοθέτης ρομά καταγωγής που εργαζόταν στη Γαλλία -και ίσως στον κόσμο- και ως εκ τούτου ο επίσημος πολιτιστικός εκπρόσωπος μιας κοινότητας Ρομά, της οποίας την ενέργεια και την αίσθηση περιθωρίου διοχέτευε.

Έφτασε στο σημείο να δημιουργήσει ένα δικό του είδος, συχνά λανθασμένα συνώνυμο με το χαρούμενο χάος, αγγίζοντας το κοινό με το δικό του σύνολο κανόνων.

Ο αστικός κινηματογράφος θα ξεκινούσε με την εικόνα και την εσωτερικότητα (στη Γαλλία, για παράδειγμα). Ο κινηματογράφος του Γκάτλιφ γεννήθηκε από τον ήχο και τον έξω κόσμο.

«Η μουσική έχει να κάνει με τις αισθήσεις, και οι αισθήσεις έρχονται πρώτες» είχε πει. «Είναι η ψυχή των χαρακτήρων… Δεν εκφράζομαι καθόλου με φωτογραφίες, με οράματα».

Περιθώριο σε πρώτο πλάνο

Από το 1975, ο Γκάτλιφ γύρισε 25 ταινίες, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στο διεθνές σινεμά.

Η φιλμογραφία του είναι ένας διαρκής διάλογος με τη μουσική: το φλαμένκο στο Vengo (2000), οι τσιγγάνικες μελωδίες στο Les Princes (1983) και το ελληνικό ρεμπέτικο στο Djam (Μποέμικη ψυχή, 2017). Η τελευταία του δημιουργία, με τίτλο Ange, κυκλοφόρησε το 2025.

Σταθμός στην καριέρα του υπήρξε το αριστουργηματικό Gadjo Dilo (Υπάρχουν Ακόμη Γελαστοί Τσιγγάνοι) του 1997 με τον Ρομέν Ντουρίς —ένας ύμνος στην τσιγγάνικη μουσική, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο «κραυγάζει τον φόβο και τον πόνο ενός λαού»— καθώς και το Exils (2004), το οποίο του χάρισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών.

«Η μουσική έχει να κάνει με τις αισθήσεις, και οι αισθήσεις έρχονται πρώτες» είχε πει. «Είναι η ψυχή των χαρακτήρων… Δεν εκφράζομαι καθόλου με φωτογραφίες, με οράματα»

Από τους δρόμους του Αλγερίου στο φως της τέχνης

Γεννημένος στις 10 Σεπτεμβρίου 1948 ως Μισέλ Νταχαμανί, με πατέρα από την Καβυλία και τσιγγάνα μητέρα, γνώρισε από νωρίς τη βία και την εκτοπισμό φεύγοντας από την Αλγερία.

Σε ηλικία μόλις 12 ετών, κατά τη διάρκεια ενός αστυνομικού ελέγχου, αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του για να γλιτώσει την απέλαση, υιοθετώντας το όνομα του πάρκου Γκάτλιφ στο Αλγέρι.

Μετά από ένα πέρασμα από αναμορφωτήριο, στάλθηκε με δικαστική απόφαση στην Καμάργκ. Εκεία, σε ηλικία 15 ετών, ανακάλυψε το θέατρο και τον θρυλικό ηθοποιό Μισέλ Σιμόν, γεγονός που άλλαξε οριστικά την πορεία της ζωής του.

Latcho Drom

Η περιοχή της Καμάργκ, ανάμεσα στον Ροδανό και τη Μεσόγειο, αποτελεί την πνευματική καρδιά της τσιγγάνικης κουλτούρας, όπου χιλιάδες προσκυνητές συγκεντρώνονται κάθε χρόνο στο Σεντ-Μαρί-ντε-λα-Μερ για τη γιορτή της Αγίας Σάρας. Για τον Γκάτλιφ, ο τόπος αυτός υπήρξε η σωτηρία του από το σκοτάδι.

«Ήμουν σε μάχη με τη μοίρα μου, με τον εαυτό μου» είχε εξομολογηθεί το 2021 στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP). «Η Καμάργκ ήταν ένα από τα πράγματα που με έσωσαν. Προηγουμένως ήμουν βίαιος, δεν έπρεπε να με αγγίζει κανείς, ήμουν ένα κακό αγόρι… δεν άκουγα κανέναν, για μένα οι μεγάλοι, όλοι οι άνθρωποι, ήταν εχθροί. Από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Καμάργκ άρχισα να ακούω τους ανθρώπους που μου μιλούσαν χωρίς προκαταλήψεις».

O Γκάτλιφ ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη του. «Από τότε που είδα μέσα από το φακό, παλεύω. Παλεύω την προκατάληψη με μουσική, με ταινίες, με ποίηση» είχε πει για την ουσία της δημιουργικής παρακαταθήκης του στη Le Monde το 2010.

Αγανακτισμένος Γκάτλιφ

Ο Γκάτλιφ βρέθηκε στην Ελλάδα το 2012 για το ντοκιμαντέρ του Αγανακτισμένοι/Indignados με θέμα το κίνημα των αγανακτισμένων. Το ντοκιμαντέρ άνοιξε την αυλαία του 14ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης – «Εικόνες του 21ου αιώνα».

Η ταινία Αγανακτισμένοι έβαλε το κοινό βαθιά μέσα στη δυνατή και χειροπιαστή πραγματικότητα μιας εξεγερμένης Ευρώπης. Στον πυρήνα των κινημάτων των αγανακτισμένων, που ανακαλύπτουμε μέσα από τη ματιά και το ταξίδι της Μπέτι, μιας νεαρής αφρικανής μετανάστριας, άντρες και γυναίκες που ξεσηκώνονται απέναντι σε ένα σύστημα με μόνο τους σκοπό να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Με έμπνευση από το μπεστ σέλερ Αγανακτήστε! (2010) του διπλωμάτη και συγγραφέα Στεφάν Εσέλ και συνδυάζοντας μυθοπλασία και ντοκιμαντέρ, ο Τόνι Γκάτλιφ θέλησε να αναδείξει την κοινωνική παθογένεια, το οικονομικό αδιέξοδο και το αβέβαιο πεπρωμένο της Ευρώπης.

Σε αυτό το δαίδαλο όρισε ως οδηγό ένα σύμβολο-θύμα του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας, μια αφρικανή μετανάστρια που περιπλανιέται στην Ελλάδα, τη Γαλλία και την Ισπανία και συναναστρέφεται με τους «αποκλεισμένους» της ευρωπαϊκής κοινότητας (μετανάστες, αστέγους), αλλά και με τους αγανακτισμένους κάθε εθνικότητας που διεκδικούν την ελπίδα για αλλαγή.

Την ίδια χρονιά ο Γκάτλιφ επισκέφθηκε και την Αθήνα στα πλαίσια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου όπου και προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ για μια Ευρώπη που ήδη έβραζε.

Τότε μίλησε στο in.gr. Ακολουθεί η συνέντευξή του:

«Είμαστε όλοι ορφανοί, οι πολιτικοί δεν μπορούν να μας σώσουν»

«Θεωρώ δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος, χρειάζεται πολλή δουλειά και πάλη, χρειάζεται οι Αγανακτισμένοι να αγανακτήσουν κι άλλο» εκτιμά ο σκηνοθέτης, μιλώντας στο in.gr από την Αθήνα όπου βρέθηκε για την προβολή της ταινίας του στο πρόσφατο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου.

«Στον πλανήτη είμαστε ορφανοί, δεν έχουμε πραγματικούς πολιτικούς, είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και οι πολιτικοί δεν μπορούν και δεν κάνουν τίποτα για να μας βοηθήσουν. Γι’ αυτό πρέπει να τα αλλάξουμε όλα, πρέπει να αλλάξουμε το σύστημα» είπε.

«Πώς είναι δυνατόν δέκα άνθρωποι να μαζεύονται σε ένα τραπέζι και να ξέρουν πώς θα μας σώσουν όταν εμάς δεν μας ρωτάνε; Πώς μπορούν να βρουν τον τρόπο για να βγούμε από την κρίση; Εδώ και δέκα χρόνια πάμε από το κακό στο χειρότερο, πώς θα ανέβουμε με αυτόν τον τρόπο; Οι πολιτικοί δεν μπορούν να μας σώσουν. Αυτό είναι σαφές» συνέχισε.

Εξηγώντας την επιλογή του να ορίσει ως οδηγό σε αυτό το χρονικό μια Αφρικανή μετανάστρια για να δείξει τις διαδηλώσεις των Αγανακτισμένων ο Γκάτλιφ εξήγησε:

«Στον πλανήτη είμαστε ορφανοί, δεν έχουμε πραγματικούς πολιτικούς, είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και οι πολιτικοί δεν μπορούν και δεν κάνουν τίποτα για να μας βοηθήσουν. Γι’ αυτό πρέπει να τα αλλάξουμε όλα, πρέπει να αλλάξουμε το σύστημα»

YouTube thumbnail

«Η Ευρώπη, η Αγγλία, όλες αυτές οι χώρες “πάτησαν” την Αφρική. Η Αφρική ήταν απαραίτητη στο σενάριο της Ευρώπης. Στην ταινία παρακολουθούμε την ιστορία μιας Αφρικανής μετανάστριας, 18 χρονών που έρχεται από την Αφρική στην Ευρώπη για να βρει καταφύγιο και είναι από τα δικά της τα μάτια που πρέπει να δούμε αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη».

«(Το ντοκιμαντέρ προέκυψε σε) μια στιγμή που ήμουν πολύ απογοητευμένος, τα πράγματα δεν πήγαιναν πολύ καλά, ήμουν απελπισμένος από το μήνυμα που περνούσε ότι οι άνθρωποι μπορούν να εκμεταλλευθούν ο ένας τον άλλο, υπήρχε η αίσθηση ότι στρέφουμε τους μισούς εναντίον των άλλων μισών» είχε εξομολογηθεί.

«Γινόντουσαν ρατσιστικές επιθέσεις, κυρίως εναντίον των τσιγγάνων, των Ρομά, τσιγγάνων από τη Ρουμανία, από τη Βουλγαρία. Αυτοί οι άνθρωποι έφευγαν από τις χώρες τους, έρχονταν στη Γαλλία για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή, έχτιζαν πρόχειρα καταλύματα στις παρυφές των πόλεων ή στα όρια αυτοκινητόδρομων και δέχονταν επιθέσεις από κουκουλοφόρους που είχαν λοστούς και πετούσαν μολότοφ. Σκότωναν παιδιά, γυναίκες στη Γαλλία και την Ιταλία και κανείς, κανείς στη Γαλλία δεν ξεσηκώθηκε. Δεν γινόντουσαν μαζικές διαδηλώσεις, αντίθετα υπήρχαν οργανώσεις που βοηθούσαν τους ανθρώπους που πραγματοποιούσαν τις επιθέσεις» συνέχισε

Η αιτία για το γιατί δεν αντιδρούσε ο κόσμος ήταν, σύμφωνα με τον Γκάτλιφ, το γεγονός ότι είχε ήδη έρθει το ευρωαδιέξοδο, η οικονομική κρίση και οι πολίτες σκέφτονταν μόνο αυτό.

«Γιατί έχουμε περάσει τόσες κρίσεις; Έχουμε περάσει τρεις κρίσεις και αυτή είναι η τέταρτη και είναι η πιο μεγάλη, σαν σεισμός που δεν έχει τελειώσει; Επειδή ζούμε όλοι πάνω από τις δυνατότητές μας, οι χώρες, οι πολιτικοί μάς κάνουν να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας» σχολίασε ο αριστερός σκηνοθέτης.

Σχολιάζοντας το πολιτικό τοπίο της Γαλλίας του τότε -που μοιάζει όπως και σήμερα- ο Γκάτλιφ είχε πει για τις εκλογές Γαλλία του 2012.

«Έχουμε από τη μία πλευρά τα κόμματα που είναι τα φαβορί για να εκλεγούν και να κυβερνήσουν και από την άλλη (την άκρα Δεξιά), την οποία πολεμάω. Θεωρώ αδύνατον να βγούμε από την κρίση, σε κάθε περίπτωση εγώ θα ψηφίσω Αριστερά. Η Αριστερά είναι λιγότερο δραματική. Η Δεξιά είναι φρικτή: αστυνομικοί παντού, ο κόσμος να γονατίζει στους δρόμους. Δεν είναι ότι βλέπω λύση στην Αριστερά, απλά είναι πιο κοντά στους ανθρώπους. Σε κάθε περίπτωση ο κόσμος πρέπει να αλλάξει» κατέληξε.

in.gr