FOLLOW US: facebook twitter

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Το λιμάνι της αγωνίας

Ημερομηνία: 09-06-2022 | Συντάκτης:

Η μνήμη. Η μνήμη είναι άτιμο πράγμα. Μας γυρίζει στο χθες, για να μας θυμίσει άσχημες αλλά και όμορφες στιγμές. Μόνο που πολλές φορές η ομορφιά του παρελθόντος γεννά μελαγχολία. Μεγαλώνοντας, συνηθίζεις στη ρουτίνα, μαθαίνεις να ξεχνάς. Πως ήσουν, πως είσαι, και πως θα καταντήσεις… Ή πως ήμασταν, πως είμαστε, και πως θα καταντήσουμε… Πληθυντικός αριθμός, γιατί σε όλες τις χαρές δεν είμαστε μονάχοι. Έχουμε δίπλα μας πρόσωπα αγαπημένα, οικογένεια, συγγενείς, φίλους, γνωστούς. Τον χαιρόσουν τον Πύργο τότε. Χαιρόσουν τα χωριά, χαιρόσουν την Ολυμπία, το Κατάκολο. Κάθε εποχή έχει τα καλά της αλλά έχω φτάσει να πιστεύω πια πως ειδικά εκείνη η εποχή σηματοδότησε για εμάς, και ως γενιά, τα καλύτερά μας χρόνια.

Προφανώς δεν ήταν όλα ρόδινα. Και προβλήματα υπήρχαν, και παθογένειες, και απίστευτα κι όμως ελληνικά συνέβαιναν σε αυτήν την «τρελή» γωνιά της Μεσογείου ή της Πελοποννήσου, όπως το δει κανείς. Υπήρχε όμως και αποτέλεσμα. Το χρήμα κυκλοφορούσε. Οι άνθρωποι δούλευαν, έβγαζαν, ξόδευαν. Κάποιοι έχτισαν περιουσίες, κάποιοι ζούσαν άνετα, κάποιοι λιγότερο άνετα, και κάποιοι αξιοπρεπώς. Δεν είναι μικρό πράγμα. Η ζωή έμοιαζε να έχει νόημα ακριβώς επειδή οι συνθήκες εξασφάλιζαν ένα καλό παρόν και υπόσχονταν ένα ακόμη καλύτερο μέλλον. Αυτό είναι ένα κοινό σφάλμα των μεσογειακών λαών. Το λέει και το άσμα: «Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια»…
Δεν ξέρω βέβαια αν ό,τι αρχίζει ωραίο, πρέπει να τελειώνει αναγκαστικά και με πόνο. Γεγονός παραμένει πως όλοι δείχναμε να πιστεύουμε ότι το καλοκαίρι δε θα τελείωνε ποτέ. Και δεν υπάρχει ίσως χαρακτηριστικότερο δείγμα, αυτού του mentalite, από το λιμάνι του Κατακόλου. Όπου κι αν πήγαινες επικρατούσε πανικός. Τα καφέ, τα μπαρ, τα μαγαζιά, όλα γεμάτα. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, έτρωγε στις ψαροταβέρνες, βόλταρε, διασκέδαζε, πλάι σε τεράστια κρουαζιερόπλοια, τα οποία εντυπωσίαζαν με το μέγεθος και τη χωρητικότητά τους. Πλωτές, μεταφερόμενες πολιτείες, γεμάτες τουρίστες. Ήταν όντως το κάτι άλλο. Μια εικόνα μαγική, για μια κοινωνία που σιγά αλλά σταθερά σηκωνόταν από την αφάνεια, και φιλοδοξούσε να διεκδικήσει τη θέση την οποία θεωρούσε ότι της αρμόζει, στη χώρα και στον κόσμο.

Ποτέ δε μου άρεσαν οι κλάψες και τα δράματα. Δεν είναι όμως πρέπον να κλείνεις τα μάτια στην πραγματικότητα. Το λιμάνι του Κατακόλου άλλαξε. Από λιμάνι της ελπίδας μετατράπηκε σε λιμάνι της αγωνίας. Τα κρουαζιερόπλοια δεν είναι το ίδιο μεγάλα, ο κόσμος δεν έχει πια ούτε τις βενζίνες για μια βόλτα μέχρι το επίνειο, και οι καταστηματάρχες βλέπουν μέρα με τη μέρα τους λογαριασμούς να μεγαλώνουν και το ταμείον, να είναι μείον. Δε φτάσαμε βέβαια εδώ που φτάσαμε μέσα σε μια νύχτα. Χρειάστηκαν μία δεκαετής κρίσης, μια πανδημία και ένας πόλεμος για να κλείσουν τα πρώτα μαγαζιά, και ενδεχομένως να ακολουθήσουν μερικά ακόμη. Ο μαρασμός δεν έχει επέλθει ακόμη αλλά αν δε συμβεί κάτι θεαματικό, σύντομα θα είναι ορατός δια γυμνού οφθαλμού.

Δεν είναι δα και καμία επιστήμη. Είναι απλή λογική. Στο Κατάκολο συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και σε πολλά άλλα μέρη στην Ελλάδα, όπου οι τοπικές κοινωνίες δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν τη μνημειώδη αδιαφορία και ανικανότητα του μικρού και μεγάλου κράτους να προστατεύσει και να αναδείξει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μιας ιδανικής και γεμάτης δυνατότητες περιοχής. Περί αυτού πρόκειται. Ακόμη και οι επιπτώσεις διεθνών συγκυριών κάμπτονται, ή έστω μετριάζονται, όταν υπάρχει οργάνωση, σχέδιο και διαφάνεια. Δύσκολη εξίσωση έτσι κι αλλιώς για ελληνικό πεδίο, αλλά έτσι είναι, και έτσι μπαίνει το Κατάκολο σε νέα εποχή. Με ένα σφίξιμο και μια στενοχώρια. Με την αγωνία να απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ ολόκληρο το λιμάνι.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Καιρός Πύργος