Το πόσο θα αυξηθεί το κόστος ενέργειας δεν είναι νομοτέλεια, ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από τις αγορές. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και κυβερνητικών αποφάσεων

Η ελληνική οικονομία είναι αντιμέτωπη με την απειλή μιάς νέας ενεργειακής κρίσης. Εάν δεν υπάρξουν σημαντικές θετικές εξελίξεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η ανοδική πίεση στις τιμές του πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου.

Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με παράλληλη επιβάρυνση από την αναζωπύρωση του πληθωρισμού.

Ακόμη και ο πρωθυπουργός σε δηλώσεις του προέβλεψε έναν “ενεργειακά δύσκολο χειμώνα”. Εντούτοις η κυβέρνηση δεν αποφασίζει να κινηθεί αποφασιστικά για να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών ενέργειας. Προτιμά να επιδοτεί τον καταναλωτή, αφήνοντας τους παραγωγούς (διυλιστήρια) και τους διανομείς (εμπόριο) να διαμορφώνουν ελεύθερα τις τιμές.

Προσανατολισμένη δογματικά στην “ελεύθερη αγορά”, δεν θέλει να επιβάλει πλαφόν στις τιμές, ούτε να φορολογήσει τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και άλλων ενεργειακών εταιρειών – αν και η ΕΕ όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά συνιστά αυτό το μέτρο.

Δεν θέλει επίσης ούτε να μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ή τον ΦΠΑ στα καύσιμα, για να μην περιοριστούν τα φορολογικά έσοδα και μειωθούν τα δημοσιονομιά υπεπλεονάσματα – για τα οποία επαίρεται.

Η κυβερνητική επικοινωνιακή στρατηγική απέναντι στην ακρίβεια στα καύσιμα πατά σε δύο σταθερές γραμμές άμυνας. Η πρώτη είναι ο «δημοσιονομικός χώρος». Αν μιλούσαμε για μόνιμη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, πράγματι θα έπρεπε να εξηγηθεί πώς καλύπτεται κάθε χρόνο μια μόνιμη απώλεια εσόδων. Εδώ όμως μιλάμε για έκτακτη ενεργειακή κρίση, προσωρινά μέτρα και έκτακτα έσοδα από την αυξημένη κερδοφορία της ίδιας περιόδου.

Ακόμη και οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες κάνουν αυτή τη διάκριση. Στον δείκτη των καθαρών δαπανών συνυπολογίζονται τα διακριτικά μέτρα εσόδων και εξαιρούνται τα one-off και άλλα προσωρινά μέτρα. Η ίδια η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση μέτρων ενεργειακής στήριξης, έχει υπολογίσει το καθαρό δημοσιονομικό κόστος αφαιρώντας, όπου υπήρχαν, τα έσοδα από φόρους στα υπερκέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων. Μια έκτακτη παρέμβαση που χρηματοδοτείται από αντίστοιχο έκτακτο έσοδο δεν ισοδυναμεί συνεπώς με νέα μόνιμη επιβάρυνση της πολυετούς δημοσιονομικής πορείας.

Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι ότι «τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων τα φορολογήσαμε ήδη». Πράγματι. Το ερώτημα είναι πώς. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός του 2022 όριζε προσωρινή εισφορά τουλάχιστον 33% στα πλεονάζοντα κέρδη του ενεργειακού τομέα. Η Ελλάδα επέλεξε το κατώτατο αυτό όριο. Άλλες χώρες επέβαλαν υψηλότερους συντελεστές: 40% η Αυστρία, 55% η Σλοβακία, 60% η Ρουμανία, 75% η Ιρλανδία και 80% η Σλοβενία.

Η ίδια η κυβέρνηση υπολόγισε την εισφορά των διυλιστηρίων σε περίπου 630 εκατ. ευρώ. Άρα το «τα φορολογήσαμε ήδη» δεν εξαντλεί την εικόνα: επιλέχθηκε το κατώτατο ευρωπαϊκό ποσοστό και παράλληλα προβλέφθηκε η δυνατότητα φορολογικής έκπτωσης της ίδιας της εισφοράς. Και όλα αυτά αφορούσαν το 2022.

Στα αντίστοιχα πρώτα εξάμηνα της περιόδου 2018-2025, τα συνολικά κέρδη των δύο μεγάλων εταιρειών διύλισης διαμορφώνονταν, με βάση τη μεθοδολογία της πρότασης, κατά μέσο όρο περίπου στα 600 εκατ. ευρώ. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 υπολογίζονται σε 1,998 δισ. ευρώ. Αν ως όριο «κανονικής» κερδοφορίας τεθεί το 120% του ιστορικού μέσου όρου, δηλαδή περίπου 720 εκατ. ευρώ, η διαφορά ανέρχεται σε 1,278 δισ. ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά δίνουν μια συγκεκριμένη βάση για να εξεταστεί νέα έκτακτη φορολόγηση με σαφή και διαφανή μεθοδολογία. Το σημαντικότερο όμως βρίσκεται ένα βήμα πριν. Η έκτακτη φορολόγηση παρεμβαίνει αφού η αυξημένη κερδοφορία έχει ήδη δημιουργηθεί. Η μείωση ΕΦΚ και ΦΠΑ περιορίζει τη φορολογική επιβάρυνση στην τελική τιμή. Αν όμως η δημόσια αντιπαράθεση σταματήσει εκεί, μένει εκτός το κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει στα περιθώρια κέρδους πριν το καύσιμο φτάσει στην αντλία;

Επομένως, το ερώτημα είναι αν οι προτάσεις για την προστασία της κοινωνίας από την ακρίβεια θα περιοριστούν στον ΕΦΚ και στον ΦΠΑ ή αν θα συμπεριλάβουν πιο κεντρικά και την παρέμβαση στα διυλιστήρια. Γιατί όσο η δημόσια αντιπαράθεση μένει μόνο στους φόρους, ένα κρίσιμο μέρος της εξίσωσης παραμένει εκτός.

Εργαλεία για τη συγκράτηση/μείωση του ενεργειακού κόστους και την ελάφρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων υπάρχουν. Πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν δεν υπάρχει.

Με πληροφορίες από την Εφημερίδα των Συντακτών και τον Οικονομικό Ταχυδρόμο