Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών και σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος βλέπει τους τοπικούς άρχοντες να τρέχουν από λιτανία σε συνέδριο, από εσπερίδα σε πανηγύρι και από web banner σε έκθεση, και πιστεύει ότι ζούμε μέρες πλουτισμού.
Και ότι μόνο οι ίδιοι είναι αποκλεισμένοι από το μεγάλο πάρτι που έχει στηθεί. Ακούνε τοπικούς άρχοντες και κυβερνητικά στελέχη να περιγράφουν έναν παράδεισο, ενώ οι ίδιοι βιώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Τα χρήματα τελειώνουν το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα, οι υποχρεώσεις τρέχουν και αισθάνονται απελπιστικά αδικημένοι. Αναζητούν λοιπόν μια αισιόδοξη διέξοδο, ακόμα και λύσεις «out of the box», αφού θεωρούν ότι οι συμβατικές λύσεις έχουν εξαντληθεί.
Κάπου εκεί εμφανίζονται διάφοροι διαχρονικά βολεμένοι, οι οποίοι επιχειρούν να αξιοποιήσουν αυτή τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια για να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα δικά τους προνόμια. Παρουσιάζουν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ως λύση και την κατεδάφιση του συστήματος ως προοπτική για το μέλλον. Γι’ αυτό χρειάζεται να διακρίνουμε τον πολίτη που βιώνει το αίσθημα της αδικίας από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης που επιδιώκουν να μεγαλώσουν τα δικά τους προνόμια. Η διάκριση είναι βασική και δεν πρέπει να τη λησμονούν όσοι ισοπεδώνουν τα πάντα, στέλνοντας τελικά τους δυσαρεστημένους πολίτες στα κόμματα διαμαρτυρίας. Η κριτική πρέπει να εστιάζει κυρίως σε όσους έχουν βολευτεί και επιχειρούν να αποδομήσουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης του εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου, ειδικά στη Μεσσηνία.
Άλλωστε διακρίνονται εύκολα από τον απλό πολίτη που βιώνει το δικό του οικονομικό δράμα: υπηρέτησαν πιστά διαφορετικά συστήματα εξουσίας και δεν βρίσκουν ούτε μία καλή κουβέντα για τον μικρό επιχειρηματία της διπλανής πόρτας. Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου καταγράφονται 50.406 ενεργές επιχειρηματικές οντότητες και στη Μεσσηνία 13.571 ενεργές επιχειρήσεις. Από αυτές, οι 9.426 είναι ατομικές, δηλαδή κατά κανόνα μικρές επιχειρήσεις που αγωνίζονται καθημερινά να επιβιώσουν απέναντι στη φορολογική επιβάρυνση και στο αυξημένο κόστος λειτουργίας. Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται ένας επαγγελματίας που πληρώνει φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ρεύμα, ενοίκια και προμηθευτές και στο τέλος του μήνα αναρωτιέται αν άξιζε το ρίσκο που ανέλαβε. Κι όμως, οι ίδιοι που καταγγέλλουν την οικονομική στασιμότητα συχνά αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε δραστηριότητα που δημιουργεί νέο εισόδημα. Ζητούν περισσότερες δημόσιες δαπάνες και ταυτόχρονα περισσότερους φόρους σε εκείνους που παράγουν, επενδύουν και αναλαμβάνουν επιχειρηματικό κίνδυνο.
Ιδιαίτερα οι 2.267 επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο των βολεμένων. Ο τουρισμός ενοχλεί αφάνταστα τους κρατικοδίαιτους, γιατί η εξωστρέφεια και η ατομική πρωτοβουλία διαλύουν το αφήγημα της εσωστρεφούς μιζέριας με το χέρι μονίμως απλωμένο προς το κρατικό ταμείο. Δεν είναι τυχαίο ότι σπάνια ακούγεται μια καλή κουβέντα για όσους έχτισαν το σύγχρονο τουριστικό προϊόν. Καφέ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στέκονται επάξια απέναντι στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Δημιουργούν θέσεις εργασίας, φέρνουν χρήμα στη Μεσσηνία και κρατούν ζωντανή μια ολόκληρη αλυσίδα επαγγελμάτων. Και αυτή την επιτυχία δυσκολεύονται περισσότερο απ’ όλους να χωνέψουν οι βολεμένοι