Της Μαρίνας Μπεβούδα, Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας
Ζούμε στην κοινωνία της πληροφορίας, του διαδικτύου, των δεδομένων μεγάλης κλίμακας και κυρίαρχα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης η οποία καθίσταται σταδιακά ένας βασικός μοχλός επιστημονικής προόδου, οικονομικής ισχύος και γεωπολιτικής επιρροής.
Ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον έχει δημιουργηθεί και διαρκώς αλλάζει και εξελίσσεται μέσα στο οποίο ο άνθρωπος καλείται να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του.
Ζητήματα που αφορούν στις αντικειμενικές δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, στην επικράτηση της χρήσης της με γενικευμένη προσφυγή στα εργαλεία που αναπτύσσονται και στους κινδύνους που ελλοχεύουν στην χρήση αυτή, απασχολούν τη δημόσια συζήτηση.
Οι δυνατότητες που εμφανίζονται σε όλους σχεδόν τους τομείς της επιστήμης, της τεχνικής και της καθημερινής ζωής είναι εντυπωσιακές και φαντάζουν απεριόριστες.
Σημαντικοί κίνδυνοι όμως εντοπίζονται στην εξέλιξη αυτή ακόμη και στην ίδια την ευκολία της πρόσβασης σε κάθε είδους πληροφορία και από αυτούς τους κινδύνους αναδεικνύεται η ανάγκη να βρεθούν μέσα προστασίας.
Οι κίνδυνοι που δύναται να επιφέρει η χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης είναι προβλέψιμοι και σε κάποιο βαθμό έχουν ήδη παρουσιαστεί. Κατά κύριο λόγο έγκεινται στην κυβερνοασφάλεια, στην παραπληροφόρηση και στην υπονόμευση του δημόσιου διαλόγου, στη διείσδυση στην ιδιωτική ζωή, στην επιβεβαίωση προκαταλήψεων.
Oι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να ενισχύσουν την παραπληροφόρηση μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αυτό συμβαίνει διότι καθώς είναι σχεδιασμένοι για τη μέγιστη εμπλοκή του χρήστη μπορούν ακούσια να προωθήσουν εντυπωσιακό ή ψευδές περιεχόμενο, οδηγώντας έτσι στην εξάπλωση της παραπληροφόρησης. Η εμπιστοσύνη στα δημοκρατικά θεσμικά όργανα κλονίζεται λόγω της διαστρέβλωσης του δημόσιου λόγου, η οποία μάλιστα δεν είναι ευχερώς ανιχνευόμενη.
Η ανάπτυξη, εξάλλου, προηγμένων συστημάτων παρακολούθησης που μπορούν να καταγράφουν τις δραστηριότητες και τις επικοινωνίες των ατόμων σε μεγάλη κλίμακα, θέτει σε κίνδυνο την ιδιωτικότητα με αποτέλεσμα η ανάπτυξη συστημάτων προστασίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τη μείωση των κινδύνων από μαζική παρακολούθηση και την προστασία των δικαιωμάτων ιδιωτικής ζωής στις δημοκρατικές κοινωνίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν ακόμα οι ενσωματωμένες προκαταλήψεις που έχουν επισημανθεί στα δεδομένα εκπαίδευσης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Οι επιστημονικές προσπάθειες για τη μείωση της αλγοριθμικής προκατάληψης είναι σημαντικές, αφού η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται πως μπορεί να διατηρήσει και να επιδεινώσει τις κοινωνικές ανισότητες.
Ακόμα και αν δεχτούμε ότι μια μελλοντική τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς και ηθικώς στους παραπάνω προβληματισμούς αναφαίνεται το κύριο πρόβλημα, αυτό της νόθευσης της δημοκρατίας. Η δημοκρατία οικοδομείται πάνω στην αρχή της διαφάνειας, η οποία αποτελεί βάση για την αναγνώριση και προστασία των δικαιωμάτων.
Η αρχή αυτή όμως διακινδυνεύεται σοβαρά αφού ελάχιστοι μπορούν να κατανοήσουν την πολύπλοκη τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης και ως ένα βαθμό να την επηρεάσουν ή και να την ελέγξουν. Η επικράτηση επομένως της τεχνητής νοημοσύνης πιθανόν να δημιουργήσει μία νέα ελίτ. Η εξέλιξη ενέχει γνωρίσματα ολιγαρχίας και θα καταστήσει ευκολότερη τη διαφθορά λόγω της συγκέντρωσης της πραγματικής εξουσίας στα χέρια ολίγων.

Με αυτά τα δεδομένα η αναζήτηση κρατών και κυβερνήσεων στοχεύει στην εξεύρεση της λεπτής αλλά απολύτως απαραίτητης ισορροπίας ανάμεσα στην αναγκαία και αυτονόητη επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη και στην οριοθέτηση τους ώστε να εξυπηρετεί τον άνθρωπο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει ικανά κεφάλαια στην έρευνα και αναζητά τα κατάλληλα νομοθετικά εργαλεία με σκοπό την λειτουργία ενιαίου νομικού πλαισίου για την ανάπτυξη συστημάτων μιας ΑΙ ανθρωποκεντρικής και αξιόπιστης με εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της Υγείας, της Ασφάλειας και των Θεμελιωδών δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της προστασίας του περιβάλλοντος. Και σε εθνικό επίπεδο συζητείται και έχει ήδη από αρμόδια χείλη αναφερθεί ότι στα πλαίσια της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης θα περιληφθούν στο Σύνταγμά μας διατάξεις που αφορούν την ρύθμιση των θεμάτων που προκύπτουν από την επικράτηση της ΑΙ και την προστασία του ανθρώπου από αυτή
Μοναδική λύση φαντάζει η διασφάλιση της ανθρώπινης παρέμβασης και εποπτείας ώστε να μην απολεσθεί ο έλεγχος του ανθρώπου πάνω στις εφαρμογές ΑΙ με διαρκή επιτήρηση του αλγόριθμου και των αποτελεσμάτων του.
Στον χώρο της νομικής επιστήμης και πράξης αλλά στον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης, με τις ιδιαιτερότητες που εντοπίζονται, η ευρεία εισαγωγή των ευφυών εργαλείων που αναπτύσσονται θέτει σοβαρά ζητήματα.
Η αξιοποίηση των εργαλείων αυτών βέβαια για τη βελτίωση της νομικής έρευνας, την πρόσβαση στην νομοθεσία και τη νομολογία, αλλά και την οργάνωση των δικαστηρίων, αποτελούν αναμφισβήτητα θετικές πτυχές των εξελίξεων αυτών.
Σοβαρές και απολύτως βάσιμες επιφυλάξεις όμως αναδύονται σχετικά με την χρήση εργαλείων ΑΙ σε αυτή καθεαυτή την απονομή της δικαιοσύνης. Κάθε δικαστική υπόθεση (ποινική, αστική, εμπορική κ.α.) οφείλει να κρίνεται με μοναδικό σκοπό την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η κρίση στην οποία προβαίνει ο δικαστής ενόψει της έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης είναι τέτοια, στην οποία αδυνατεί να προβεί ένας αλγόριθμος.
Με βάση τουλάχιστον τα σημερινά δεδομένα παρατηρείται ορθά ότι, δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση των αποδείξεων ή ερμηνεία γενικών αρχών και κανόνων δικαίου, όπως τα χρηστά ήθη, η χρηστή διοίκηση, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς και ορθή υπαγωγή των πραγματικών δεδομένων κάθε υπόθεσης στους νομικούς κανόνες, ούτε μπορούν να εφαρμοσθούν αρχές όπως αυτή της αναλογικότητας χωρίς να καταλήξουμε σε εσφαλμένες ή και άδικες αποφάσεις.
Αυτό που φαντάζει ενδεχομένως εφικτό σε κάποιες περιπτώσεις διοικητικών δικών είναι επί του παρόντος αδύνατο να ισχύσει στην ποινική δίκη όπου ισχύει η αρχή της ηθικής απόδειξης καθώς και σε σχεδόν στο σύνολο των αντικειμένων της πολιτικής δίκης.
Η νομολογία εξάλλου εξελίσσεται παρακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές αλλαγές της εποχής, και με βάση αυτές ερμηνεύει τους νόμους. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί με εργαλείο την τεχνητή νοημοσύνη. Ο αλγόριθμος «μαθαίνει» από το παρελθόν και επομένως ακολουθεί αναγκαία την πεπατημένη οδό, αδυνατώντας να αλλάξει τη νομολογία. Αυτό όμως οδηγεί σε αδυναμία προσαρμογής της ερμηνείας του δικαίου στα σύγχρονα δεδομένα.
Με την αξιοποίηση, εξάλλου, των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης αναπτύσσονται συστήματα προγνωστικής αστυνόμευσης και μέσω αυτής επιδιώκεται η καταπολέμηση ιδίως του υπερεθνικού εγλήματος. Ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος περιστολής θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων και συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών.
Στο πεδίο αυτό απαιτείται εγρήγορση και ενεργοποίηση της επιστημονικής κοινότητας αλλά και των δικαστικών σχηματισμών ώστε η ποινική δογματική και κυρίως η δογματική της ποινικής δικονομίας να λειτουργήσουν ως θεματοφύλακες των ατομικών ελευθεριών και να επιβάλουν τον κυρίαρχο και εγγυητικό ρόλο του κράτους δικαίου.
Η ασφάλεια και το δημόσιο συμφέρον πρέπει να παραμείνουν ως ακραίο όριο της ελευθερίας και να μην λειτουργήσουν ως άλλοθι για τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Καταλήγοντας θεωρώ ότι ο ρόλος των νομικών στην προσπάθεια διατήρησης του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του δικαιικού μας συστήματος αλλά και του πολιτισμού μας γενικότερα είναι καταλυτικός και οφείλουμε όλοι να επαγρυπνούμε.