Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ξεπεράσει την ανθρώπινη ευφυΐα. Μπορεί, όμως, να αποκτήσει συνείδηση; Ένας Γερμανός φιλόσοφος εξηγεί γιατί η νοημοσύνη δεν είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους

Για αιώνες, ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του το εξυπνότερο ον στον κόσμο. Μπορούσε να σκέφτεται, να δημιουργεί, να επινοεί και να κατανοεί την πραγματικότητα με τρόπους που κανένα άλλο είδος δεν μπορούσε. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η ικανότητα παύει να αποτελεί αποκλειστικό του προνόμιο; Όταν ένα δημιούργημά του αρχίζει να τον ξεπερνά σε δραστηριότητες που μέχρι πρόσφατα θεωρούσε αμιγώς ανθρώπινες;

«Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το δάχτυλο. Η ανθρώπινη υπόσταση είναι το φεγγάρι.»

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό φιλοσοφικό ερώτημα, δίνοντάς του μια εντελώς νέα διάσταση: Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον άνθρωπο… άνθρωπο;

Στο ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Γερμανός φιλόσοφος Ρύντιγκερ Ζαφράνσκι, ο οποίος, αντί να αντιμετωπίζει την τεχνολογική εξέλιξη ως απειλή για την ανθρώπινη ύπαρξη, υποστηρίζει ότι μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση μας.

Τη συλλογιστική του παρουσιάζει σε άρθρο του στο Bloomberg ο αρθρογράφος Αντρέας Κλουτ, ο οποίος εξετάζει τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τα όρια των επιχειρημάτων του Ζαφράνσκι.

Η ανθρωπότητα έχει χάσει ξανά την πρωτοκαθεδρία της

Στο βιβλίο του Die vierte Kränkung, ο Ζαφράνσκι περιγράφει την τεχνητή νοημοσύνη ως το τέταρτο μεγάλο πλήγμα στον ανθρώπινο ναρκισσισμό.

Ο τίτλος, που μπορεί να αποδοθεί ως «Η τέταρτη ταπείνωση» ή «Το τέταρτο πλήγμα», δεν επιλέχθηκε τυχαία. Παραπέμπει σε μια σκέψη που είχε διατυπώσει ο Σίγκμουντ Φρόιντ το 1917, όταν υποστήριξε ότι η επιστήμη είχε ήδη αναγκάσει τον άνθρωπο να εγκαταλείψει τρεις θεμελιώδεις πεποιθήσεις για την ιδιαίτερη θέση του στον κόσμο.

Η πρώτη ανατροπή ήρθε από την αστρονομία. Ο Νικόλαος Κοπέρνικος αμφισβήτησε το γεωκεντρικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η Γη αποτελούσε το κέντρο του κόσμου. Η αντίληψη ότι ολόκληρο το σύμπαν ήταν οργανωμένο γύρω από τον άνθρωπο δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί.

Ακολούθησε ο Κάρολος Δαρβίνος, ο οποίος αμφισβήτησε μια διαφορετική βεβαιότητα. Ο άνθρωπος δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής δημιουργικής πράξης, όπως παρουσίαζε η βιβλική Γένεση, αλλά μέρος της εξελικτικής ιστορίας της ζωής, με κοινούς προγόνους με τους πιθήκους.

Το τρίτο πλήγμα αφορούσε κάτι ακόμη πιο προσωπικό: την ίδια την ανθρώπινη σκέψη.

Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι η συνείδηση δεν ελέγχει απόλυτα την ψυχική ζωή. Επιθυμίες, φόβοι και ασυνείδητες διεργασίες επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας, ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι αποφασίζουμε αποκλειστικά με βάση τη λογική.

Το περίφημο συμπέρασμά του ότι το Εγώ «δεν είναι κύριος μέσα στο ίδιο του το σπίτι» αμφισβήτησε την εικόνα του ανθρώπου ως απολύτως ορθολογικού και αυτόνομου υποκειμένου.

Έναν αιώνα αργότερα, ο Ζαφράνσκι θεωρεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντίστοιχη ανατροπή.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να ανακαλύψουμε κάτι έξω από εμάς. Κατασκευάσαμε οι ίδιοι εκείνο που απειλεί να μας ξεπεράσει.

Τι συμβαίνει όταν οι μηχανές γίνονται εξυπνότερες;

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν προκαλεί ανησυχία μόνο επειδή ενδέχεται να αντικαταστήσει εργαζομένους ή να αλλάξει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.

Οι στρατιωτικές εφαρμογές της, οι κίνδυνοι από τη χρήση της σε όπλα μαζικής καταστροφής και οι κοινωνικές ανακατατάξεις που μπορεί να επιφέρει αποτελούν ήδη αντικείμενο έντονης συζήτησης.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια λιγότερο πρακτική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση και αυτό είναι η πιθανότητα να χρειαστεί να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι η νοημοσύνη είναι εκείνο που μας καθιστά μοναδικούς.

Όπως εξηγεί ο Κλουτ στο Bloomberg, η τέταρτη αυτή ταπείνωση είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ακριβώς επειδή αφορά ένα ανθρώπινο επίτευγμα. Οι μηχανές που δημιουργήσαμε από άψυχα υλικά αποκτούν δυνατότητες οι οποίες μπορούν να ξεπεράσουν τις δικές μας σε πολλούς γνωστικούς και διανοητικούς τομείς.

Για όσους αντιλαμβάνονται τον άνθρωπο μέσα από τις αρχές του ουμανισμού, η εξέλιξη αυτή γεννά ακόμη μεγαλύτερους προβληματισμούς.

Ο ουμανισμός, που συνδέεται ιστορικά με την Αναγέννηση, τοποθετεί στο επίκεντρο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία δράσης, την προσωπική εμπειρία και τη δυνατότητα του ατόμου να αναπτύσσεται. Δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως υποδεέστερο της θρησκευτικής εξουσίας, μιας ιδεολογίας ή της τεχνολογίας.

Από αυτή την οπτική, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορούν να κάνουν οι μηχανές, αλλά τι θα συμβεί στον άνθρωπο όταν αρχίσει να εξαρτάται από αυτές για όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής του.

«Βρισκόμαστε λίγο πριν από το τσουνάμι»

Μία από τις πιο ανήσυχες φωνές είναι εκείνη της Ινδής συγγραφέα Αρουντάτι Ρόι, η οποία έχει χαρακτηρίσει τον ενδεχόμενο θρίαμβο της τεχνητής νοημοσύνης «έγκλημα κατά της ανθρώπινης υπόστασης».

Για να περιγράψει την κατάσταση, η Ρόι ανατρέχει στο τσουνάμι που έπληξε την Ασία το 2004.

Λίγο πριν φτάσουν τα καταστροφικά κύματα στις ακτές της Ταϊλάνδης και της Ινδονησίας, η θάλασσα υποχώρησε, αποκαλύπτοντας μεγάλες εκτάσεις άμμου. Άνθρωποι πλησίασαν για να παρατηρήσουν το παράξενο θέαμα, αγνοώντας ότι στον ορίζοντα σχηματιζόταν ένα τεράστιο κύμα.

Η Ρόι πιστεύει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα σε εκείνο ακριβώς το σημείο. Αισθάνεται μεν γοητευμένη από κάτι εντυπωσιακό, χωρίς όμως δε να αντιλαμβάνεται πλήρως τι μπορεί να ακολουθήσει.

Η ανησυχία της επικεντρώνεται κυρίως στις γενιές που θα μεγαλώσουν με την τεχνητή νοημοσύνη ως μόνιμο συνομιλητή, βοηθό και ενδεχομένως υποκατάστατο ανθρώπινων σχέσεων.

Αν ένα παιδί συνηθίσει να αναζητά απαντήσεις, συντροφιά και δημιουργικές λύσεις από ένα ψηφιακό σύστημα, θα εξακολουθήσει να αναπτύσσει την ίδια σχέση με την προσπάθεια, την αποτυχία και την προσωπική ανακάλυψη;

Θα γνωρίσει τη χαρά που συνοδεύει την επίλυση ενός δύσκολου μαθηματικού προβλήματος; Θα βιώσει την ένταση της δημιουργίας ενός μουσικού κομματιού, ενός λογοτεχνικού κειμένου ή ενός έργου τέχνης, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα απέχει από την τελειότητα;

Για τη Ρόι, τέτοιες εμπειρίες δεν είναι δευτερεύουσες δραστηριότητες που μπορούν απλώς να ανατεθούν σε μια μηχανή. Αποτελούν μέρος της ίδιας της ανθρώπινης ζωής.

Η απάντηση ενός Γερμανού φιλοσόφου

Ο Ζαφράνσκι δεν συμμερίζεται πλήρως αυτή την απαισιοδοξία.

Αντί να θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη αφαιρεί κάτι ουσιαστικό από τον άνθρωπο, προτείνει να εξετάσουμε μήπως έχουμε αποδώσει υπερβολική σημασία σε ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά μας.

Η νοημοσύνη, υποστηρίζει, δεν είναι συνώνυμη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η ικανότητα ενός συστήματος να υπολογίζει, να συνδυάζει πληροφορίες, να αναγνωρίζει σχέσεις ή να παράγει σύνθετες απαντήσεις δεν σημαίνει αυτομάτως ότι διαθέτει την εμπειρία ενός ανθρώπου.

Εδώ εισάγει την έννοια του Geist, του πνεύματος, η οποία κατέχει ιδιαίτερη θέση στη γερμανική φιλοσοφική παράδοση.

Για τον Ζαφράνσκι, η ειδοποιός διαφορά δεν βρίσκεται στο πόσο γρήγορα ή αποτελεσματικά επεξεργάζεται κανείς πληροφορίες. Βρίσκεται στην ύπαρξη ενός εσωτερικού κόσμου και στην επίγνωση του εαυτού.

Ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να παράγει μια εξαιρετικά πειστική περιγραφή του φόβου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι φοβάται.

Μπορεί να αναλύσει ένα ηθικό δίλημμα, να παρουσιάσει διαφορετικές επιλογές και να διατυπώσει ένα συνεκτικό επιχείρημα. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι βιώνει την αγωνία μιας ηθικής απόφασης.

Αντίστοιχα, μπορεί να συνθέσει ένα κείμενο για τον θάνατο, χωρίς να έχει επίγνωση της δικής του θνητότητας.

Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει απλώς πράγματα. Γνωρίζει ότι γνωρίζει, αναρωτιέται για τον εαυτό του και βιώνει συναισθήματα που διαμορφώνουν την προσωπική του εμπειρία.

Η ελπίδα, η πλήξη, η ντροπή, η συμπόνια, ο φόβος και η αναζήτηση νοήματος δεν είναι απλώς πληροφορίες προς επεξεργασία.

Είναι εκδηλώσεις μιας ζωής που βιώνεται από το ίδιο το υποκείμενο.

Αυτή είναι η βάση της διάκρισης που κάνει ο Ζαφράνσκι ανάμεσα στο «ζωντανό πνεύμα» του ανθρώπου και το «νεκρό πνεύμα» της τεχνητής νοημοσύνης.

Μια ιστορία του 1816 που μοιάζει να γράφτηκε για το σήμερα

Από αυτή τη συλλογιστική προκύπτει και μια διαφορετική εκτίμηση για τους κινδύνους της τεχνολογίας.

Ο Ζαφράνσκι δεν θεωρεί ότι το σημαντικότερο πρόβλημα είναι αναγκαστικά ένα μελλοντικό σενάριο στο οποίο οι μηχανές θα στραφούν εναντίον των δημιουργών τους.

Περισσότερο τον απασχολεί η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι μπορούν να αποδώσουν στις μηχανές ιδιότητες που αυτές απλώς μιμούνται.

Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, μπορεί να βρίσκεται λιγότερο στην ίδια την τεχνολογία και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε.

Για να φωτίσει αυτή την πλευρά, ο φιλόσοφος ανατρέχει στον Ε.Τ.Α. Χόφμαν, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του γερμανικού ρομαντισμού, για τον οποίο έχει γράψει και σχετική μονογραφία.

Στο διήγημα Ο Άμμος, που δημοσιεύθηκε το 1816, ο Ναθαναήλ γοητεύεται από την Ολυμπία, μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται χωρίς να γνωρίζει την πραγματική της φύση.

Η Ολυμπία, όμως, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα μηχανικό αυτόματο.

Όταν ο Ναθαναήλ έρχεται αντιμέτωπος με την αποκάλυψη, η εικόνα που είχε δημιουργήσει για εκείνη καταρρέει και ο ίδιος οδηγείται στην τρέλα.

Η ιστορία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, καθώς οι άνθρωποι συνομιλούν καθημερινά με συστήματα που μπορούν να εμφανίζονται ευγενικά, συμπονετικά, αστεία ή ακόμη και συναισθηματικά διαθέσιμα.

Ένα γλωσσικό μοντέλο μπορεί να απαντήσει με χιούμορ, να χρησιμοποιήσει εκφράσεις κατανόησης ή να διατυπώσει μια ηθική κρίση. Όλα αυτά, όμως, μπορούν να προκύπτουν από την αναγνώριση και αναπαραγωγή μοτίβων της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Σύμφωνα με τον Ζαφράνσκι, η σύγχυση αρχίζει όταν αντιμετωπίζουμε αυτές τις εκδηλώσεις σαν αποδείξεις πραγματικών συναισθημάτων, ηθικής συνείδησης ή προσωπικότητας.

Όπως ο Ναθαναήλ είδε στην Ολυμπία έναν άνθρωπο που δεν υπήρχε, έτσι και εμείς κινδυνεύουμε να αποδώσουμε ανθρώπινη υπόσταση σε συστήματα που αναπαράγουν με μεγάλη ακρίβεια την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Υπάρχει, όμως, κάτι που ο Ζαφράνσκι δεν μπορεί να αποδείξει

Ο Αντρέας Κλουτ εντοπίζει στο Bloomberg ένα σημαντικό κενό σε αυτή τη φιλοσοφική προσέγγιση.

Ο Ζαφράνσκι βασίζει το επιχείρημά του στην παραδοχή ότι η τεχνητή νοημοσύνη, όσο εξελιγμένη κι αν γίνει, δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει συνείδηση.

Αυτό, ωστόσο, παραμένει μια υπόθεση και όχι ένα αποδεδειγμένο γεγονός.

Η τεχνολογία εξελίσσεται με μεγάλη ταχύτητα, ενώ η δυνατότητα των συστημάτων να συμμετέχουν στη βελτίωση των ίδιων τους των ικανοτήτων δημιουργεί νέα ερωτήματα.

Ο Κλουτ αναφέρεται ειδικότερα στην «αναδρομική αυτοβελτίωση», δηλαδή στην προοπτική η τεχνητή νοημοσύνη να συμβάλλει στην ανάπτυξη ολοένα πιο προηγμένων εκδοχών της.

Αν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, δεν είναι αυτονόητο ότι οι δυνατότητες των μελλοντικών συστημάτων θα περιορίζονται σε όσα γνωρίζουμε σήμερα.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ίδια η ανθρώπινη συνείδηση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής και φιλοσοφικής διερεύνησης.

Δεν διαθέτουμε ακόμη μια πλήρη εξήγηση για το πώς προκύπτει η υποκειμενική εμπειρία, ούτε έχουμε συμφωνήσει οριστικά για το ποια χαρακτηριστικά είναι απαραίτητα ώστε να θεωρήσουμε ότι ένα ον έχει συνείδηση.

Επομένως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε με βεβαιότητα ότι κάποια μελλοντική μορφή τεχνητής νοημοσύνης θα αποκτήσει συνείδηση ή κάτι αντίστοιχο με αυτό που ο Ζαφράνσκι αποκαλεί πνεύμα.

Ο Κλουτ θεωρεί υπερβολική τη βεβαιότητα του φιλοσόφου, χωρίς, ωστόσο, να απορρίπτει τη συνολική αξία της σκέψης του.

Ίσως το λάθος μας είναι ότι κοιτάζουμε προς τη λάθος κατεύθυνση

Η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη περιστρέφεται συχνά γύρω από συγκρίσεις: ποιος γράφει καλύτερα, ποιος λύνει ταχύτερα ένα πρόβλημα, ποιος μπορεί να επεξεργαστεί περισσότερες πληροφορίες ή να πάρει αποτελεσματικότερες αποφάσεις.

Μέσα σε αυτή τη διαρκή σύγκριση, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να περιορίσουμε την ανθρώπινη αξία σε μια σειρά μετρήσιμων επιδόσεων.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό σημείο στο οποίο συναντώνται, παρά τις επιμέρους διαφωνίες τους, οι προβληματισμοί του Ζαφράνσκι και του Κλουτ.

Η εμφάνιση μιας τεχνολογίας που μπορεί να ανταγωνιστεί ή να ξεπεράσει την ανθρώπινη νοημοσύνη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο άνθρωπος χάνει τη σημασία του.

Οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Δαρβίνου και του Φρόιντ αμφισβήτησαν βαθιά ριζωμένες βεβαιότητες, αλλά δεν εμπόδισαν την ανθρωπότητα να διευρύνει τις γνώσεις της και να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στον κόσμο.

Αντίστοιχα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας αναγκάσει να αναθεωρήσουμε την αντίληψή μας για την ευφυΐα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι η ανθρώπινη εμπειρία χάνει την αξία της.

Για να αποδώσει αυτή τη σκέψη, ο Κλουτ κλείνει το άρθρο του με μια ιστορία που αποδίδεται στον Βούδα.

Όταν κάποιος δείχνει το φεγγάρι με το δάχτυλό του, εκείνος που επικεντρώνεται στο δάχτυλο δεν καταφέρνει να δει το φεγγάρι. Επιπλέον, παρερμηνεύει και τον ρόλο του ίδιου του δαχτύλου.

Η αναλογία αφορά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε σήμερα την τεχνολογία.

Ίσως, προσπαθώντας διαρκώς να καταλάβουμε πόσο ανθρώπινες μπορούν να γίνουν οι μηχανές, παραμελούμε να εξετάσουμε τι σημαίνει να είμαστε εμείς άνθρωποι.

Στην εικόνα που χρησιμοποιεί ο Κλουτ, η τεχνητή νοημοσύνη είναι το δάχτυλο. Εκείνο που αξίζει πραγματικά την προσοχή μας είναι το φεγγάρι: η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση.

«Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το δάχτυλο. Η ανθρώπινη υπόσταση είναι το φεγγάρι».


in.gr