
Ο χρόνος εργασίας στην λίστας ευχών για τα Χριστούγεννα
Για τις περισσότερες οικογένειες στον κόσμο, Χριστούγεννα σημαίνει ανταλλαγή ευχών και δώρων, οικογενειακά τραπέζια, θαλπωρή και διασκέδαση. Άλλοι κάνουν μια διαφορετική και πιο… πρακτική προσέγγιση, ευχόμενοι μεταξύ άλλων περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Αυτή η τελευταία ευχή μπορεί να μην βοηθά ιδιαίτερα στις χριστουγεννιάτικες… αγορές σας, αλλά υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο χρόνος που περνάμε στη δουλειά κατέχει κεντρική θέση στη ζωή μας και την επιθυμία για περισσότερη ελευθερία. Είναι εκεί ψηλά στη λίστα με τις προτεραιότητες!
Τα συλλογικά αιτήματα για μείωση του χρόνου εργασίας ήταν από καιρό βασικό αίτημα των εργατικών κινημάτων (σ.σ. μην κοιτάτε που εμείς εδώ, στην Ελλάδα, νομοθετήσαμε και το 13ωρο!).
Μήπως είναι λοιπόν καιρός να αναζωογονηθεί η συζήτηση για τον χρόνο εργασίας; Σίγουρα, υπάρχουν πολλά επιχειρήματα υπέρ αυτού – ασχέτως αν δεν ενδιαφέρουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και πολλούς ομοϊδεάτες του στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Κοινωνικές «φούσκες»
Το φαινόμενο της υπερβολικής εξάρτησης από τον ψηφιακό κόσμο οδηγεί, τα τελευταία χρόνια, σε μια νέα πραγματικότητα, που δεν συμπληρώνει απλώς τη ζωή, αλλά κινδυνεύει να την επισκιάσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που έκανε τον γύρο του κόσμου ήταν η ιστορία μιας Γιαπωνέζας που δήλωσε πως «παντρεύτηκε» έναν σύντροφο τεχνητής νοημοσύνης. Πίσω από το προκλητικό του θέματος, όμως, κρύβεται ένα ανησυχητικό μήνυμα: η αντικατάσταση της ανθρώπινης σχέσης από έναν αλγόριθμο.
Η τεχνολογία προσφέρει την ψευδαίσθηση της κατανόησης χωρίς ρίσκο. Δεν αντιμιλά, δεν απορρίπτει, δεν απογοητεύεται, ενέχει ωστόσο τον κίνδυνο να απογοητεύσει. Δυστυχώς, για πολλούς, οι διάφορες εκφάνσεις της ΑΙ γίνονται πιο «βολικές» από τους φίλους, τους συντρόφους, τον περίγυρό μας, με το τίμημα να αποδεικνύεται βαρύ. Οι κοινωνικές σχέσεις, με τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις τους, απαξιώνονται. Η ενσυναίσθηση, η υπομονή και η ικανότητα συμβίωσης ατονούν.
Σήμερα, οι αγορές φοβούνται τη «φούσκα» των τεχνολογικών κολοσσών, ωστόσο η «φούσκα» των κοινωνιών είναι που φοβίζει… Ας μην ξεχνάμε, δε, ότι οι αγορές γρήγορα ανακάμπτουν, όχι όμως οι κοινωνίες…

Απρόθυμοι ν’ «αυτοκτονήσουν»
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες απέρριψαν την ιδέα του Βερολίνου και της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για χρηματοδότηση του Κιέβου με τα «παγωμένα» ρωσικά κεφάλαια σε ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά κατέληξαν σε μια εναλλακτική λύση: κοινό χρέος με την έκδοση ευρωομολόγων, ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Όσο κι αν το βάρος θα πέσει στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, το Βερολίνο αναγκάστηκε να αποδεχτεί τρεις δυσάρεστες αλήθειες:
Πρώτον, δεν κατάφερε να πείσει την «απρόθυμη» κυβέρνηση μιας μικρής χώρας, όπως το Βέλγιο, να «αυτοκτονήσει», καθώς η Μόσχα απειλούσε με αντίποινα.
Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι οι Γερμανοί έκαναν ήρωα τον «απρόθυμο» Όρμπαν στους ψηφοφόρους του, αφού η Ουγγαρία, όπως και η Τσεχία και η Σλοβακία, , εξαιρέθηκαν από την οικονομική υποστήριξη στο Κίεβο.
Η τρίτη δυσάρεστη αλήθεια για το Βερολίνο αλλά και τη Γερμανίδα Φον ντερ Λάιεν, ήταν η αναβολή της έγκρισης της συμφωνίας με τις χώρες Mercosur της Νοτίου Αμερικής.
Μια συμφωνία που έχει ξεσηκώσει τους «απρόθυμους ν’ αυτοκτονήσουν», Ευρωπαίους αγρότες.

Άτοκα δάνεια εκτός, λιτότητα εντός
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χορηγήσει στην Ουκρανία άτοκο δάνειο, ύψους 90 δισ. ευρώ, το οποίο μάλιστα δεν προβλέπεται να αποπληρωθεί παρά μόνο εφόσον υπάρξουν πολεμικές επανορθώσεις από τη Ρωσία, παρουσιάστηκε από τις Βρυξέλλες ως θεσμική επιτυχία.
Η Ε.Ε. επέλεξε να δανειστεί από τις αγορές, και να μεταφέρει το κόστος στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, προκειμένου να στηρίξει μια τρίτη χώρα. Όλα αυτά βαφτίζονται σήμερα «ρεαλισμός» και «ευελιξία».
Όταν η Ελλάδα βρέθηκε σε βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναζήτησε ευέλικτες λύσεις ούτε επέδειξε γενναιοδωρία. Αντίθετα, επέβαλε ένα καθεστώς σκληρής λιτότητας, και δημοσιονομικής ασφυξίας, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα. Τα μνημόνια δεν σχεδιάστηκαν για να σώσουν την ελληνική κοινωνία, αλλά για να διασώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν εκτεθεί στο ελληνικό χρέος. Το κόστος μετακυλίστηκε στους πολίτες: ανεργία, φτωχοποίηση, διάλυση του κοινωνικού κράτους, μαζική μετανάστευση νέων ανθρώπων.
Σήμερα, τα ίδια ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας αποδέχονται χωρίς ενδοιασμό ένα τεράστιο οικονομικό ρίσκο για την Ουκρανία. Αυτή η παραδοχή, όμως, αποκαλύπτει και το μέγεθος της υποκρισίας.
Ο,τι θεωρούνταν αδύνατο για την Ελλάδα, σήμερα γίνεται αυτονόητο για μια τρίτη χώρα. Αυτό δεν είναι αλληλεγγύη· είναι πολιτικός οπορτουνισμός.
Το ελληνικό προηγούμενο παραμένει ανοιχτή πληγή. Και κάθε φορά που η Ευρώπη πανηγυρίζει για τη «γενναιοδωρία» της αλλού, χωρίς να έχει λογοδοτήσει για όσα επέβαλε εντός, η πληγή αυτή βαθαίνει.

Τα Χριστούγεννα της ταλαιπωρίας
Η κυβέρνηση, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις δίκαιες διεκδικήσεις του αγροτικού κόσμου και στη δική της αδυναμία να δώσει ουσιαστικές λύσεις, επιστρατεύει για ακόμη μία φορά το μοναδικό όπλο που της έχει απομείνει: τον κοινωνικό αυτοματισμό.
Το αφήγημα του «αγρότη που ταλαιπωρεί τον συμπολίτη του» δεν πείθει πια. Ο λαός στέκεται στο πλευρό των μπλόκων, γιατί η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: ο παραγωγός πουλά τον κόπο του σχεδόν δωρεάν στο χωράφι, ενώ ο καταναλωτής αγοράζει τα ίδια προϊόντα ως είδη πολυτελείας στα πανάκριβα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η οργή είναι κοινή και ο αντίπαλος ένας: η ακρίβεια και η αισχροκέρδεια.
Απέναντι σε αυτό το ενιαίο κοινωνικό μέτωπο η κυβέρνηση επιλέγει την πιο κυνική τακτική: τη σκόπιμη ταλαιπωρία της χριστουγεννιάτικης εξόδου. Αντί να διαχειριστεί την κυκλοφορία με όρους ασφάλειας και κοινής λογικής, προχωρά στο ολικό «λουκέτο» της εθνικής οδού, στέλνοντας χιλιάδες οδηγούς σε παράδρομους και στενά χωριών.
Το κλείσιμο των δρόμων τις ημέρες των εορτών δεν είναι μέτρο ασφάλειας. Είναι η τελευταία προσπάθεια της κυβέρνησης να «τιμωρήσει» μια κοινωνία που αρνήθηκε να γυρίσει την πλάτη στους αγρότες.
Ο αγώνας στα μπλόκα είναι αγώνας ολόκληρης της κοινωνίας. Και καμία τεχνητή ταλαιπωρία στην εθνική οδό δεν μπορεί να το αποκρύψει.

Χριστουγεννιάτικο πακέτο δώρων
Τα πακέτα δώρων που τοποθέτησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάτω από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα των πολιτών εμπεριέχουν… αισιοδοξία και ευχολογία.
Στην τελευταία συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου απέφυγε να αναφερθεί στον καλπασμό των ανατιμήσεων και, στην ουσία, ζήτησε από τον κόσμο να μην δείχνει «αχαριστία» απέναντι στα καθρεφτάκια.
Επιχείρησε απλώς να πείσει ότι αυξάνονται τα εισοδήματα, στη σκιά των στοιχείων της Eurostat που καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα συγκατοικεί με τη Βουλγαρία — στον ευρωπαϊκό πάτο — όσον αφορά το ύψος των μισθών πλήρους απασχόλησης.
Τα στοιχεία του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), μαζί με εκείνα της Eurostat, βραχυκύκλωσαν και την κασέτα της αύξησης της αγοραστικής δύναμης.
Το πρώτο τρίμηνο του 2025, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 3,3%.

Μηνύματα εκφοβισμού
Η έφοδος της ΑΑΔΕ στα γραφεία του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών και η δημοσιοποίηση οικονομικού ελέγχου σε αγροτοσυνδικαλιστή δεν είναι μεμονωμένα διοικητικά συμβάντα ρουτίνας. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο συμπεριφοράς που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο ορατό: οικονομικοί έλεγχοι που ενεργοποιούνται επιδεικτικά απέναντι σε κοινωνικούς φορείς, συνδικαλιστές, νομικές οντότητες και μεμονωμένα πρόσωπα που ασκούν κριτική ή διεκδικούν ένα ουσιαστικό κράτος δικαίου.
Σε ένα κράτος δικαίου, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι αναγκαίοι και χρήσιμοι. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η άσκησή τους παύει να είναι ουδέτερη και αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικού μηνύματος. Όταν δημιουργείται η αίσθηση ότι ο έλεγχος δεν λειτουργεί για τη διασφάλιση της νομιμότητας, αλλά για τον εκφοβισμό, τη συμμόρφωση και τελικά τη φίμωση της κοινωνικής αντίδρασης.

Κορόνα χάνεις, γράμματα κερδίζω
Διάλογος σημαίνει συνεννόηση. Και συνεννόηση σημαίνει αμοιβαίες υποχωρήσεις με στόχο ένα τελικό αποτέλεσμα που δεν έχει νικητές και ηττημένους. Τουλάχιστον αυτός πρέπει να είναι ο στόχος ενός διαλόγου. Θέλει έναν τέτοιο διάλογο με τους αγρότες η κυβέρνηση; Οι πράξεις της δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Όχι μόνο γιατί δεν επιδίωξε πριν από τις κινητοποιήσεις των αγροτών να βρει έναν δρόμο συνεννόησης μαζί τους, αλλά και επειδή σε όλη τη διάρκεια των κινητοποιήσεων πρώτο της μέλημα ήταν και παραμένει να στρέψει την υπόλοιπη κοινωνία ενάντια στα μπλόκα.
Χθες ο πρωθυπουργός ήταν απολύτως συνεπής σε αυτή τη λογική. Αφού για άλλη μια φορά κατέφυγε στην ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού, έστειλε ένα κυνικότατο τελεσίγραφο στους αγρότες. Είπε: «Είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο, αλλά όχι στο παράλογο.».
Στην πραγματικότητα παραδέχτηκε πως δεν έχει τίποτε άλλο να συζητήσει και να διαπραγματευτεί με τους αγρότες οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, οφείλουν να δεχτούν όσα τους δίνει και να σταματήσουν τις κινητοποιήσεις.
Η κυβέρνηση, βαφτίζει διάλογο την αποδοχή της πολιτικής της και παράλογο μια συζήτηση ουσίας στη βάση των πραγματικών προβλημάτων του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας. Η λαϊκή θυμοσοφία έχει περιγράψει ως εξής αυτή τη λογική: «Κορόνα χάνεις – γράμματα κερδίζω».