Γράφει ο Νίκος Αχ. Διάκος
Μηχ/γος – Ηλεκ/γος Μηχανικός Ε.Δ.Ε.


Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι χαρακτήρες των παιδιών διαμορφώνονται και οι ψυχές τους αναπλάθονται στην παιδική και την πρώιμη εφηβική ηλικία, με όλο σχεδόν το βάρος της ανάπλασης, της ζύμωσης των ιδεών και της σταθεροποίησης των χαρακτήρων να επιτελείται σε όλο το φάσμα της εφηβείας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική εξέλιξη, δημιουργήθηκαν και τα ειδικά σχολεία, όπως είναι τα πειραματικά, τα πρότυπα και τώρα τα Ωνάσεια σχολεία, ως εξέλιξη των παραδοσιακών δημόσιων σχολείων, με σκοπό την ανίχνευση και εφαρμογή της βέλτιστης διδασκαλίας και τη διεύρυνση της μάθησης.

Τα πειραματικά σχολεία περιλαμβάνουν νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο.
Στην Ελλάδα μετράμε 23 νηπιαγωγεία, 40 δημοτικά, 23 γυμνάσια και 17 λύκεια.

Τα πειραματικά σχολεία, από την ιδρυτική τους πράξη, είναι σχολικές μονάδες οι οποίες στοχεύουν στην υποστήριξη του πειραματισμού και της πιλοτικής εφαρμογής εκπαιδευτικών καινοτομιών στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Δηλαδή μιλάμε πάντα για ένα σύγχρονο και μοντέρνο σχολείο που παρακολουθεί την εξέλιξη των μαθητών και εξελίσσεται κι αυτό μαζί τους, παραμένοντας πάντα στην αιχμή της μάθησης, υπό την αιγίδα του κράτους, ακολουθώντας το εθνικό πρόγραμμα σπουδών.

Εδώ η εισαγωγή των μαθητών γίνεται με κλήρωση, ώστε να επιτυγχάνεται ένα, κατά το δυνατόν, τυχαίο δείγμα μαθητών. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι ξεκινάς με ένα πειραματικό νηπιαγωγείο και φτάνεις να πάρεις απολυτήριο από ένα πειραματικό λύκειο, εφόσον στην πόλη ή την περιοχή σου υπάρχουν όλες αυτές οι δομές.

Δυστυχώς, στον νομό μας, επειδή —όπως πάντα στη χώρα μας— την πρώτη θέση σε όλες τις ενέργειες κατέχει η προχειρότητα και η έλλειψη τεκμηρίωσης, έχουν δημιουργηθεί και λειτουργούν μόνο νηπιαγωγεία και δημοτικά πειραματικού χαρακτήρα, αλλά όχι γυμνάσια και λύκεια, και αυτά σε πολύ περιορισμένο αριθμό, αφήνοντας ένα εγχείρημα στη μέση.

Στην πόλη μας υπάρχει ένα πειραματικό νηπιαγωγείο και ένα πειραματικό δημοτικό σχολείο. Και θα ήταν ευχής έργο εάν το Ωνάσειο, υπό δημιουργία γυμνάσιο και λύκειο, «κούμπωνε» ως πειραματικό γυμνάσιο και λύκειο με το 2ο γυμνάσιο και λύκειο, ως συνέχεια και ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Και φυσικά τίποτα δεν θα εμπόδιζε το πλήρως ομαδοποιημένο πλέον σχολικό πειραματικό συγκρότημα να τεθεί, όπως προβλέπεται, υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών, όπως συμβαίνει και σε όλα σχεδόν τα πειραματικά σχολεία πανελλαδικά που βρίσκονται κοντά σε πανεπιστήμια — εγχείρημα που μόνο θετικά θα μπορούσε να συμβάλει στη λείανση του δρόμου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Έμεινε, λοιπόν, στη μέση το πείραμα του πειραματικού σχολείου και ήρθε το Ωνάσειο σχολείο, στα μέτρα των προτύπων σχολείων, να ταράξει τα νερά.

Γιατί τα πρότυπα σχολεία, όπως και τα Ωνάσεια, είναι σχολεία μόνο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στοχεύουν ιδρυτικά στην καλλιέργεια και τη διάχυση της ιδέας και των πρακτικών της αριστείας στο εκπαιδευτικό σύστημα, με εισαγωγή μέσω εξετάσεων, ακολουθώντας —υποτίθεται— το εθνικό πρόγραμμα σπουδών.

Η εισαγωγή, λοιπόν, και στο Ωνάσειο σχολείο θα γίνεται, όπως στα πρότυπα σχολεία, με εξετάσεις ή δοκιμασία δεξιοτήτων και έχει ως σκοπό τον ανταγωνισμό μεταξύ των αρίστων, ακολουθώντας την παλιά ιδέα της πυκνής, άοκνης και συστηματικής μελέτης, χωρίς καμία καινοτομία και καμία πιλοτική εφαρμογή για νέους εκπαιδευτικούς ορίζοντες.

Και από τη μορφή του πλέον θα ορίζεται ως ένα σχολείο με διακρίσεις, ένα σχολείο με μπόλικο «λάδωμα» και πολλούς μπαρμπάδες στην Κορώνη.

Και εμείς στην εποχή μας αριστεία θεωρούσαμε την εντατική μελέτη, χωρίς όμως εξετάσεις για να μπούμε θεωρητικά σε κάποια ομάδα αρίστων, έχοντας ως μοναδικό κίνητρο τον άτυπο ευγενή ανταγωνισμό για τη μορφωτική μας βελτίωση και, στη συνέχεια, μέσω της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την επαγγελματική μας επιτυχία — και πιστεύω πως το καταφέραμε. Ίσως να καταφέρναμε περισσότερα εάν είχαμε δίπλα μας ένα πανεπιστήμιο, το οποίο θα εφάρμοζε στο τότε εκπαιδευτικό σύστημα —που στήριζαν στιβαρά οι σεβαστοί μας καθηγητές— κάποιες εκπαιδευτικές καινοτομίες.

Όμως, και πάλι, όποιος για κάποιο λόγο ευτύχησε να σπουδάσει σε ξένο πανεπιστημιακό ίδρυμα θα αντιλήφθηκε πολύ νωρίς πόσα γράμματα είχε μάθει σε ένα σχολείο του πουθενά, που δεν ήταν πειραματικό, δεν ήταν πρότυπο ούτε Ωνάσειο, και όπου η αριστεία ήταν κυρίως θέμα γοήτρου και κοινωνικών διεκδικήσεων.

Κατά συνέπεια, όπως λέει και ο λαός μας, δεν κάνουν τα ράσα τον παπά.

Γιατί ένα σχολείο, για να βγάλει άριστους αλλά και συγχρόνως υγιείς μαθητές-πολίτες, είναι απαραίτητο, καταρχήν, να διαθέτει άρτιες υποδομές ώστε να λειτουργεί άψογα και, κυρίως, καταρτισμένους και ορεξάτους δασκάλους, με στόχο το έμψυχο υλικό (οι μαθητές) να μπορούν να αποκτήσουν τα απαραίτητα πνευματικά εφόδια, ώστε, μέσω της ανώτατης εκπαίδευσης, να αποδίδονται στην κοινωνία έτοιμοι και δημιουργικοί.

Σήμερα το δημόσιο σχολείο γενικά μειονεκτεί όχι εξαιτίας των υποδομών —που σε πολλές περιπτώσεις είναι επιεικώς ακατάλληλες— αλλά κυρίως εξαιτίας της υποστελέχωσης με διδακτικό προσωπικό, αιτία η οποία συμπαρασύρει προς τα κάτω τις αντοχές των διδασκόντων και, κατά συνέπεια, την καθημερινή τους προετοιμασία, τη διά βίου κατάρτισή τους και αντίστοιχα τη μεταφερόμενη και μεταδιδόμενη γνώση.

Κάποτε, που τα παιδιά ήταν πολύ περισσότερα και λειτουργούσαν εκατοντάδες σχολεία ανά την επικράτεια —που τώρα είναι κλειστά—, ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη ήταν χωρισμένος στα απαραίτητα τμήματα, ώστε να αποφεύγεται ο συνωστισμός. Οι αίθουσες είχαν λογικό, για τον πληθυσμό τους, μέγεθος και οι διδάσκοντες ήταν οι απαραίτητοι σε αριθμό, ανάλογα με τη δυναμικότητα του σχολείου.

Έτσι ούτε κενά υπήρχαν ούτε υπερκόπωση των διδασκόντων — και να φανταστεί κανείς ότι τα σχολεία λειτουργούσαν έξι ημέρες, με επτάωρο.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να μιλάμε για Ωνάσεια σχολεία χωρίς κανέναν ενδοιασμό, αν οι κυβερνήσεις φρόντιζαν να αυξάνουν κάθε χρόνο τον προϋπολογισμό στην εκπαίδευση και προσλάμβαναν τους αναγκαίους δασκάλους. Γιατί έτσι, με άρτιες εγκαταστάσεις, με τον αναγκαίο εξοπλισμό και με επαρκή αριθμό διδασκόντων, δεν θα διέφεραν τα σχολεία ως προς τη μάθηση ούτε θα ήταν αναγκαίο να έχουμε τέσσερις κατηγορίες σχολείων: τα λαϊκά, τα πειραματικά, τα πρότυπα και τώρα τα Ωνάσεια.

Σήμερα, με μια εκπαίδευση που χωλαίνει, το να προσθέσεις ένα πρότυπο ακόμη σχολείο στον Πύργο —δίπλα σε εκείνα τα είκοσι (γυμνάσιο–λύκειο) που λειτουργούν στον ελλαδικό χώρο—, χωρίς να εκτιμήσω την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου σχολείου, είμαι σίγουρος ότι θα δημιουργήσει σωρεία αντιδράσεων και τριγμών στην τοπική κοινωνία. Γιατί, δοθείσης της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο δημόσιο σχολείο, θα δημιουργηθούν πολλές διακρίσεις· θα μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ των γονέων και των καθηγητών, αλλά κυρίως μεταξύ των μαθητών.

Συνοψίζοντας, σχολεία όπως το Ωνάσειο για την πόλη μας είναι σταγόνα στον ωκεανό της μάθησης και αυτό που θα πετύχουν είναι να διαιρέσουν τους πολίτες, να διασπάσουν τους καθηγητές και να βγάλουν άριστους για τα Ωνάσεια ιδρύματα — αυριανούς, δηλαδή, επιστήμονες που θα έχουν ως κέντρο τη γνώση και όχι τον άνθρωπο.

Μα άριστους λειτουργούς για τα Ωνάσεια ιδρύματα έβγαζαν και βγάζουν και τα σχολεία της γειτονιάς.

Συμπερασματικά θα πω ότι η Ελλάδα αποδεικνύει κάθε μέρα πως βγάζει επαρκείς επιστήμονες, τόσο για τον ελλαδικό όσο και για τον παγκόσμιο χώρο, με υποδομές που χωλαίνουν, με αναπληρωτές δασκάλους και χιλιάδες κενές ώρες, και με δωδεκαετή συνολική εκπαίδευση —στοιχειώδη και μέση— αντί της δεκατριετούς που υπάρχει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Εκείνο που λείπει, λοιπόν, από τον χώρο της σημερινής εκπαίδευσης, με όλα τα προβλήματα που απαριθμήθηκαν, δεν είναι το πρότυπο ή το Ωνάσειο σχολείο, αλλά το σχολείο που, εννοιολογικά, συνδέει τη μέση εκπαίδευση με το Πανεπιστήμιο και, κατά συνέπεια, με την παραγωγή. Μια τέτοια αρχή έχει γίνει με τα πανελλαδικώς λειτουργούντα πειραματικά σχολεία και έτσι πρέπει να συνεχιστεί.

Εκείνο, λοιπόν, που έχει ανάγκη ο τόπος μας είναι η συμπλήρωση όλων των λειψών εκπαιδευτικών υποδομών στη θέση των γερασμένων κτιριακών συγκροτημάτων και των κοντέινερ, με σύγχρονα κτίρια· η υπερκάλυψη όλων των κενών θέσεων με μόνιμους εκπαιδευτικούς· η αναμόρφωση και η επανασυγγραφή των σχολικών βιβλίων· η τακτική επιμόρφωση των δασκάλων, η μετεκπαίδευσή τους στην ψυχολογία της μάθησης και της επικοινωνίας με τους μαθητές· και η σύνδεση των σχολείων με τα Πανεπιστήμια.

Αλλά, για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα η μεταρρύθμιση να ξεκινήσει από την κορυφή —απ’ όπου, κατά τη λαϊκή ρήση, προέρχεται και «η μυρωδιά». Δηλαδή πρώτα βιβλία, μετά δάσκαλοι και κτίρια. Και μετά ονομάστε τα σχολεία και Κολοκοτρωνέικα, αφού θα έχει τελικά αποκατασταθεί και ο Κολοκοτρώνης.

Τώρα, όμως, με τέτοια κενά στην εκπαίδευση, το μόνο που θα επιτευχθεί με το Ωνάσειο σχολείο είναι πολλοί μαθητές της γειτονιάς του 2ου ΓΕ.Λ να φοιτήσουν στα Χαλικιάτικα, δάσκαλοι να λείψουν από τα άλλα σχολεία για να συμπληρώσουν το Ωνάσειο, γονείς να τρέχουν και να χρεώνονται για φροντιστήρια στο πλαίσιο του μαθητικού ανταγωνισμού και, τελικά, να ετοιμάζονται —και στην επαρχία πλέον— «ρομποτάκια» για την αυριανή εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.

Τέτοια αριστεία πιστεύω δεν είναι αποδεκτή από την τοπική μας κοινωνία, η οποία, με τη σταφίδα, το ρετσίνι, το λάδι και τις παγοκολόνες για ψύξη, έβγαλε πραγματικά άριστους. Και θα βγάζει πάντα άριστους, αλλά με χαρακτήρα, χωρίς πρότυπα σχολεία —έστω και με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που χωλαίνει δεκαετίες τώρα.