Γιατί επιμένουν και το φθινόπωρο τα κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου. Τι πρέπει να αλλάξει στην αντιμετώπιση

Αθανάσιος Τσακρής

Κάθε χρόνο, στο τέλος του καλοκαιριού, η συζήτηση για τα κουνούπια υποχωρεί από την ατζέντα της επικαιρότητας. Οι προειδοποιήσεις περιορίζονται, οι έκτακτες παρεμβάσεις σταδιακά σταματούν και η προσοχή στρέφεται σε άλλα ζητήματα δημόσιας υγείας. Ο κίνδυνος, όμως, δεν εξαφανίζεται.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) στις 21 Οκτωβρίου, η Ελλάδα παραμένει φέτος στην πρώτη πεντάδα των χωρών της Ευρώπης με την πιο έντονη δραστηριότητα του ιού του Δυτικού Νείλου. Βρίσκεται στη δεύτερη θέση με 457 κρούσματα, πίσω από την Ιταλία, όπου έχουν καταγραφεί 770· βέβαια, ο πληθυσμός της είναι σχεδόν εξαπλάσιος από τον ελληνικό. Ακολουθούν η Γαλλία με 173 κρούσματα, η Ισπανία με 145 και η Ρουμανία με 125. Και η λέξη «παραμένει» –στον ενεστώτα– έχει ιδιαίτερη σημασία: μολονότι οι θερμοκρασίες έχουν υποχωρήσει αισθητά με την έλευση του φθινοπώρου, η μετάδοση δεν έχει τελειώσει. Ο ιός είναι ακόμη εδώ, εξακολουθεί να κυκλοφορεί και να προκαλεί νέες λοιμώξεις, σοβαρές νοσήσεις και θανάτους. Η επιβάρυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στον πληθυσμό. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, γεγονός που καθιστά την πρόληψη και την έγκαιρη ενημέρωση ιδιαίτερα σημαντικές παραμέτρους. Η παρακολούθηση της επιδημιολογικής εικόνας, επομένως, δεν είναι μια τεχνική διαδικασία· αποτελεί βασικό εργαλείο προστασίας της δημόσιας υγείας.

Οι νέες συνθήκες

Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ολοένα και πιο δραματικά τους όρους του προβλήματος. Επηρεάζει την εποχικότητα, την επιβίωση και τη γεωγραφική εξάπλωση των εντόμων-διαβιβαστών, αλλά και των παθογόνων που αυτά μεταδίδουν. Δεν μπορούμε, επομένως, να αντιμετωπίζουμε τα κουνούπια με βάση το ημερολόγιο. Η διάρκεια της δραστηριότητάς τους εξαρτάται από περιβαλλοντικές παραμέτρους, όπως η θερμοκρασία, οι βροχοπτώσεις, η υγρασία και η διαθεσιμότητα νερού. Όταν οι συνθήκες παραμένουν ευνοϊκές, η δραστηριότητά τους μπορεί να συνεχιστεί και μετά το τέλος του καλοκαιριού.

Ειδικά η θερμοκρασία επηρεάζει καθοριστικά τόσο τον βιολογικό κύκλο των κουνουπιών όσο και την ανάπτυξη ορισμένων ιών μέσα σε αυτά. Με τη ζέστη, δηλαδή, δεν παρατείνεται μόνο η περίοδος δραστηριότητας των διαβιβαστών· υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να ευνοείται και η μετάδοση των παθογόνων. Γι’ αυτό η έλευση του φθινοπώρου, ιδίως όταν συνοδεύεται από υψηλές θερμοκρασίες, δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποκλιμάκωση. Η υποχώρηση του κινδύνου πρέπει να τεκμηριώνεται από την πορεία των περιστατικών και τα εντομολογικά δεδομένα.

Όσο οι θερμές περίοδοι παρατείνονται και γίνονται συχνότερες, η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο πρόληψης: όχι αναμονή μέχρι να αυξηθούν τα κρούσματα, αλλά έγκαιρη κινητοποίηση βάσει περιβαλλοντικών, εντομολογικών και επιδημιολογικών δεδομένων.

Αυτό προϋποθέτει συστηματική επιτήρηση των πληθυσμών και των ειδών των κουνουπιών, έγκαιρη ανίχνευση της κυκλοφορίας του ιού και στενή παρακολούθηση των περιοχών υψηλού κινδύνου. Σημαντική είναι και η επιτήρηση των πτηνών που συμμετέχουν στον κύκλο μετάδοσης του ιού, ώστε να διαμορφώνεται πληρέστερη εικόνα πριν από την εκδήλωση ανθρώπινων περιστατικών. Ζητούμενο είναι, συνεπώς, ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και απόκρισης, που θα συνδέει τα δεδομένα του περιβάλλοντος και των κουνουπιών με τις παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο πρόληψης: συστηματική επιτήρηση των πληθυσμών και των ειδών των κουνουπιών, έγκαιρη ανίχνευση της κυκλοφορίας του ιού και στενή παρακολούθηση των περιοχών υψηλού κινδύνου.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν λάβουμε υπόψη ότι τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη και με άλλους ιούς που μεταδίδονται από διαβιβαστές και έχουν ήδη εγκατασταθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες, όπως ο δάγκειος πυρετός και ο τσικουνγκούνια. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με την εξάπλωση κατάλληλων ειδών κουνουπιών, μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για την τοπική μετάδοση τέτοιων ιών. Η προετοιμασία, επομένως, δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση του σημερινού κινδύνου, αλλά και την έγκαιρη θωράκιση της χώρας απέναντι σε απειλές που ενδέχεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία στο άμεσο μέλλον.

Χειμώνας προετοιμασίας

Ο σχεδιασμός πρέπει να ξεκινάει εγκαίρως, ήδη από τους χειμερινούς μήνες: με αξιολόγηση των δεδομένων της προηγούμενης χρονιάς, εντοπισμό των περιοχών που χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή, εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων και οργάνωση των δράσεων της επόμενης περιόδου.

Τα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη και με άλλους ιούς που μεταδίδονται από διαβιβαστές και έχουν ήδη εγκατασταθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες, όπως ο δάγκειος πυρετός και ο τσικουνγκούνια.

Εξίσου σημαντική είναι η αποτίμηση των παρεμβάσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, με διαφάνεια και λογοδοσία. Ποιες δράσεις είχαν προγραμματιστεί; Ποιες υλοποιήθηκαν και πότε; Πού σημειώθηκαν καθυστερήσεις; Ποια ήταν τα αποτελέσματα και ποιες αδυναμίες ή αστοχίες πρέπει να διορθωθούν;

Τα κουνούπια μπορεί να έχουν εποχική δραστηριότητα· η ετοιμότητα, όμως, δεν μπορεί να είναι εποχική. Στη δημόσια υγεία, η αποτελεσματικότητα κρίνεται από το πόσο έγκαιρα και επαρκώς έχουμε προετοιμαστεί για να περιορίσουμε μια επιδημική έξαρση πριν λάβει διαστάσεις κρίσης. Η πρόληψη πρέπει να προηγείται της επιδημίας, όχι να ακολουθεί ασθμαίνοντας.

*Ο κ. Αθανάσιος Τσακρής είναι καθηγητής Μικροβιολογίας, διευθυντής Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής, ΕΚΠΑ.

kathimerini.gr