Πέρυσι, τέτοιες μέρες ήταν η φωτιά που είχε ξεσπάσει στην Αττική και είχε κάψει τα πάντα στο διάβα της, έμπαινε στον αστικό ιστό καίγοντας σπίτια στην Νέα Πεντέλη και στα Μελίσσια σβήνοντας τις φλόγες της πάνω στο τσιμέντο της πόλης. Τότε λέγαμε πως δεν είναι δυνατόν να καίγονται σπίτια τόσο κοντά στο κέντρο της Αθήνας.

Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Αχαΐας. Η αγανάκτηση θεριεύει από τους ανθρώπους που έχασαν σε μία μέρα τον κόπο της ζωής τους. Δεν είναι μόνο οι περιουσίες που χάνονται και είναι τραγικό, αλλά και η μόλυνση της ατμόσφαιρας που δεν αναπνέουμε πια οξυγόνο. Είναι, άλλωστε, δυσεύρετο παντού.

Στους θεσμούς, στις συνειδήσεις των κυβερνώντων, αποσύνθεση και ανεπάρκεια παντού. Τα πυροσβεστικά αεροπλάνα και τα ελικόπτερα που ακούμε ότι είναι πολλά, διαθέσιμα και αποτελεσματικά είναι τελικά ελάχιστα. Μια εικόνα χάους και απελπισίας.

Οι δικαιολογίες των υπευθύνων «είχαμε πολλά μέτωπα» ή «φταίνε οι εθελοντές που είναι λίγοι» ή οτιδήποτε άλλο σκαρφιστούν ως υπεκφυγή δεν μετράει. Και δεν μετράει επειδή τα ίδια είδαμε να συμβαίνουν και πέρυσι και πρόπερσι και πριν από τρία χρόνια Κι ακούσαμε τις ίδιες εξαγγελίες για το πως πρέπει να εκσυγχρονιστούμε και να αντιμετωπίσουμε τις νέου τύπου φωτιές, όπου σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή θα κάνουν τα πράγματα όλο και πιο δύσκολα κάθε χρόνο.

Τα πράγματα όντως εξελίσσονται όλο και πιο άσχημα κάθε χρόνο. Το θέμα είναι τι κάνει η Πολιτεία για να το αντιμετωπίσει, πέρα από το να εξαντλείται σε υποσχέσεις. Η καταστροφή της δυτικής Αχαΐας είναι απίστευτη κι έρχεται να προστεθεί στη λίστα των περιοχών που απέτυχε να προστατέψει το επιτελικό κράτος

Την ώρα, λοιπόν, που βλέπεις το σπίτι, την επιχείρηση, την περιουσία σου –τον κόπο μιας ζωής, ίσως– να καίγεται σαν χαρτί, ο κρατικός μηχανισμός, για ακόμα μια φορά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει πως δεν θα βρεθούμε στο ίδιο πύρινο έργο θεατές και αυτό το καλοκαίρι…