Παρότι ορισμένα γραφήματα που έγιναν viral στο διαδίκτυο δείχνουν μείωση της δραστηριότητας των bots, οι ισχυρισμοί του Ζελένσκι δεν ευσταθούν πλήρως

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, η Ουκρανία πραγματοποίησε τουλάχιστον τρεις αεροπορικές επιδρομές σε κέντρα δεδομένων (data centres) που ανήκουν στη ρωσική εταιρεία μηχανών αναζήτησης Yandex. Σύμφωνα με αναφορές, τουλάχιστον δύο από αυτά τα κέντρα υπέστησαν σημαντικές ζημιές, ενώ βίντεο που κυκλοφόρησαν στο Telegram φαίνεται να δείχνουν ένα από αυτά να φλέγεται. Η Yandex επιβεβαίωσε τις επιθέσεις, ενώ ρωσικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι αρκετοί ιστότοποι φάνηκε να αντιμετωπίζουν προβλήματα εξαιτίας της διακοπής λειτουργίας των πληγέντων κέντρων δεδομένων.

Τη Δευτέρα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστήριξε ότι τα πλήγματα είχαν περιορίσει τη μαζική επιχείρηση παραπληροφόρησης της Ρωσίας, δηλώνοντας: «Ξαφνικά, έγινε λίγο πιο εύκολο να αναπνέει κανείς σε πολλές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Υπήρχε λιγότερο μίσος, λιγότερος διχασμός και λιγότερες προκλήσεις».

Πρόκειται για μια ευχή που θα ήταν θετικό να γίνει πραγματικότητα, ωστόσο οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο Ουκρανός πρόεδρος ενδέχεται να υπερέβαλε στους ισχυρισμούς του.

Οδήγησαν τα ουκρανικά πλήγματα σε μείωση της ρωσικής παραπληροφόρησης;

Πιθανότατα όχι. Αν και ορισμένα γραφήματα που έγιναν viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποδήλωναν μεγάλη πτώση στη δραστηριότητα των bots της Yandex, τα στοιχεία αυτά δεν σχετίζονται με τη ρωσική παραπληροφόρηση.

«Οι πλατφόρμες μας εξακολουθούν να παρακολουθούν τα ρωσικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε όλο τον κόσμο και δεν διαπιστώνουμε καμία αξιοσημείωτη αλλαγή στα μοτίβα των αναρτήσεών τους», δήλωσε ο Άμιλ Χαν, διευθύνων σύμβουλος της Valent, μιας νεοφυούς τεχνολογικής εταιρείας που παρακολουθεί την παραπληροφόρηση.

Ο Χαν και η ομάδα του παρακολουθούν περίπου 40 δίκτυα παραπληροφόρησης σε ολόκληρο τον κόσμο, από το Ηνωμένο Βασίλειο έως την Αυστραλία και τη Συρία. Καταγράφουν τα αφηγήματα που προωθούν και τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται σε αυτά το κοινό. Δεν έχουν διαπιστώσει μείωση στον όγκο των αναρτήσεων από αυτά τα δίκτυα. Όπως εξηγεί ο Χαν, «τα κέντρα δεδομένων της Yandex δεν έχουν καμία πρακτική σύνδεση με τις φάρμες bots στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Τι ακριβώς συνέβη, λοιπόν;

Η Yandex είναι μηχανή αναζήτησης που φιλοξενεί επίσης ιστοτόπους και υποστηρίζει τη λειτουργία bots. Τα δεδομένα της Cloudflare, εταιρείας που παρακολουθεί την παγκόσμια διαδικτυακή κίνηση, δείχνουν αισθητή πτώση στη δραστηριότητα των bots που συνδέονται με το δίκτυο της Yandex στις 8 και τις 11 Οκτωβρίου, ημερομηνίες που συμπίπτουν με δύο από τα πλήγματα.

Το ανεξάρτητο ρωσικό μέσο ενημέρωσης Meduza αναφέρει ότι αρκετοί ιστότοποι στη Ρωσία έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται μεγάλες τράπεζες, αλυσίδες λιανικής, αθλητικές εφαρμογές και υπηρεσίες της Yandex, όπως οι Yandex Go και Yandex Eats. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι ζημιές έπληξαν μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της εταιρείας και ενδέχεται να χρειαστούν μήνες για να αποκατασταθούν πλήρως.

Ορισμένοι σχολιαστές στο διαδίκτυο ερμήνευσαν λανθασμένα τα δεδομένα της Cloudflare, θεωρώντας ότι η μείωση της δραστηριότητας των bots είχε οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση της παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, οι ειδικοί δεν έχουν παρατηρήσει κάτι τέτοιο.

Τι διαφορετικά είδη bots υπάρχουν;

«Ο όρος “bot” μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα», δήλωσε ο Μίχαλ «Ρίσιεκ» Βόζνιακ, ειδικός στις διαδικτυακές υποδομές. «Όταν τα δεδομένα της Cloudflare δείχνουν απότομη πτώση στην κίνηση των “bots”, αυτό δεν σημαίνει “αυτοματοποιημένους λογαριασμούς τρολ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης”. Σημαίνει “λογισμικό που πραγματοποιεί αυτοματοποιημένα αιτήματα στον ιστό σε μεγάλη κλίμακα”».

Αυτό που κατέγραψε η Cloudflare ήταν η μείωση της δραστηριότητας των web crawlers της Yandex, δηλαδή των αυτοματοποιημένων προγραμμάτων που χρησιμοποιούν οι μηχανές αναζήτησης για να καταγράφουν και να ευρετηριάζουν ιστοτόπους, ώστε οι χρήστες να μπορούν να τους βρίσκουν, εξήγησε ο Χαν.

Τα κρατικά υποστηριζόμενα δίκτυα παραπληροφόρησης —τα είδη των «bots» με τα οποία πολλοί συνέδεσαν λανθασμένα τα στοιχεία— θα μπορούσαν επίσης να έχουν επηρεαστεί από τα πλήγματα, σημείωσε ο Βόζνιακ. «Ωστόσο, αυτές οι επιπτώσεις θα είναι πολύ πιο έμμεσες».

Τα συγκεκριμένα δίκτυα είναι πολύ πιο αποκεντρωμένα και ανθεκτικά, δήλωσε ο Νεντ Μέντεζ, επικεφαλής έρευνας της Alliance4Europe. «Οι πλατφόρμες επισημαίνουν συστηματικά την κίνηση που προέρχεται από κέντρα δεδομένων ως πιθανώς αυτοματοποιημένη. Γι’ αυτό, οι σοβαρές επιχειρήσεις χρήσης bots βασίζονται περισσότερο σε κατανεμημένες μεθόδους, όπως οι οικιακές συνδέσεις στο διαδίκτυο και οι φάρμες τηλεφώνων, τις οποίες οι αεροπορικές επιδρομές δεν μπορούν ουσιαστικά να εξουδετερώσουν».

«Δεν μπορούμε απλώς να βομβαρδίσουμε τα bots μέχρι να εξαφανιστούν, όσο ελκυστική κι αν ακούγεται αυτή η ιδέα», δήλωσε στον Guardian ο Μέντεζ. «Δεν πρόκειται, άλλωστε, για ένα ενιαίο σύνολο κτιρίων που μπορεί κανείς να θέσει εκτός λειτουργίας».

Ο Χαν ανέφερε ότι οι Ουκρανοί θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αναλάβουν δράση εναντίον εταιρειών όπως η Internet Research Agency, η φάρμα τρολ που συνδεόταν με τον Γεβγκένι Πριγκόζιν και την ομάδα Wagner και συμμετείχε σε επιχειρήσεις επιρροής έως το 2023.

Μια άλλη τακτική θα μπορούσε να είναι η συνεργασία με τις ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο τη διατάραξη της εφοδιαστικής αλυσίδας και των μηχανισμών στρατολόγησης ιδιωτών εργολάβων που χρησιμοποιεί το Κρεμλίνο.

Μια ακόμη επιλογή θα ήταν να ασκηθεί πίεση στις μεγάλες εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να ενισχύσουν την εποπτεία και τον περιορισμό της παραπληροφόρησης στις πλατφόρμες τους. Η ομάδα του Χαν έχει συνεργαστεί με επιτυχία με τη Meta για τον περιορισμό εμπρηστικού περιεχομένου στο Σουδάν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Χαν, η κυβέρνηση Τραμπ πιθανότατα θα αντιδρούσε έντονα σε μια τέτοια προσπάθεια. «Καταλαβαίνω γιατί η ανατίναξη κέντρων δεδομένων μοιάζει με την ευκολότερη επιλογή».

Ο πόλεμος των bots

Η Ουκρανία κατάφερε ένα σημαντικό πλήγμα στις ψηφιακές υποδομές της Ρωσίας. Από την περασμένη Πέμπτη, ουκρανικά drones έχουν πραγματοποιήσει σειρά επιθέσεων, καταστρέφοντας τρία μεγάλα κέντρα δεδομένων της Yandex —της εταιρείας που είναι γνωστή ως «η Google του Κρεμλίνου»— στα περίχωρα της Μόσχας. Η εφαρμογή μετακίνησης με ταξί Yandex Taxi και η υπηρεσία πληρωμών του ομίλου, Yandex Pay, τέθηκαν προσωρινά εκτός λειτουργίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε μάλιστα ότι οι βομβαρδισμοί απενεργοποίησαν τα ρωσικά bots.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας τακτικός στρατός στοχοποιεί κέντρα δεδομένων. Σύμφωνα με επανειλημμένες καταγγελίες του Κιέβου, η Μόσχα το κάνει από τον Μάρτιο. Πριν από τη Ρωσία, είχε ενεργήσει ανάλογα και το Ιράν. Στις 28 Φεβρουαρίου, αφού δέχθηκε επίθεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, με τους βομβαρδισμούς που σηματοδότησαν την έναρξη του πολέμου, η Τεχεράνη χρησιμοποίησε drones για να καταστρέψει τρία εμπορικά κέντρα δεδομένων της Amazon Web Services (AWS) στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Μπαχρέιν. Η επίθεση διατάραξε τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud) στην περιοχή και επηρέασε τα συστήματα πληρωμών σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο. Προκάλεσε επίσης αλυσιδωτές επιπτώσεις που έγιναν αισθητές σε αρκετές ζώνες διαθεσιμότητας της AWS, μεταξύ άλλων σε διάφορες χώρες της αμερικανικής ηπείρου και στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ.

Το γεγονός ότι η Ρωσία και η Ουκρανία καταστρέφουν τις ψηφιακές υποδομές η μία της άλλης, αλλά και ότι το Ιράν επέλεξε να πλήξει τέτοιες εγκαταστάσεις αμέσως μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος —ενώ έχουν αναφερθεί βομβαρδισμοί και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη Σαουδική Αραβία— δείχνει ότι τα κέντρα δεδομένων βρίσκονται όλο και συχνότερα στο στόχαστρο.

«Τα κέντρα δεδομένων αποτελούν δευτερεύοντες στόχους, αμέσως μετά τις προφανείς στρατιωτικές εγκαταστάσεις», δήλωσε στο Forbes ο Ματ ΜακΚραν, πρώην στέλεχος της εταιρείας αντιμετώπισης drones DroneShield, με εμπειρία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μέση Ανατολή. Η περίπτωση του Ιράν αναδεικνύει και μια ακόμη διάσταση: στη σύγχρονη εποχή, ούτε καν μια απόσταση 7.000 μιλίων εξασφαλίζει προστασία από αντίποινα.

«Οι επιθέσεις έδειξαν ότι η φυσική απόσταση από μια εμπόλεμη ζώνη δεν εγγυάται προστασία από τις συνέπειες του πολέμου που διεξάγεται με συμβατικά όπλα», λέει ο Τομάς Φόλτιν, αναλυτής στην εταιρεία κυβερνοασφάλειας ESET.

Η ιρανική επίθεση στα τρία κέντρα δεδομένων της AWS δεν προκάλεσε μόνο διακοπές υπηρεσιών στη Μέση Ανατολή και σε άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ, όπου πλατφόρμες όπως η Snowflake, το Claude της Anthropic και ορισμένες χρηματοοικονομικές εφαρμογές παρουσίασαν διακοπές λειτουργίας ή μειωμένες επιδόσεις. Τα drones κατέστρεψαν οριστικά και μέρος των δεδομένων που ήταν αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις, κάτι που δεν φαίνεται να συνέβη στην περίπτωση των ρωσικών κέντρων δεδομένων.

Η επίθεση υπενθύμισε ότι το λεγόμενο cloud computing, δηλαδή η υπολογιστική νέφους, είναι τελικά απλώς μια μεταφορά. Κάθε άλλο παρά άυλο, βασίζεται σε φυσικές υποδομές. Και όταν αυτές καταρρέουν, μπορεί να χαθούν τα πάντα.

Ένας νέος στρατιωτικός στόχος

Τα κέντρα δεδομένων αποτελούν τον πυρήνα του cloud: πρόκειται για εξαιρετικά εξελιγμένες εγκαταστάσεις που θυμίζουν βιομηχανικές αποθήκες, γεμάτες με συστοιχίες διακομιστών (servers), δηλαδή υπολογιστών που έχουν περίπου το ύψος μιας ντουλάπας. Αυτοί οι επεξεργαστές εκτελούν εξ αποστάσεως λογισμικό, μεταξύ άλλων για υπηρεσίες streaming, και αποθηκεύουν δεδομένα, όπως αρχεία που φυλάσσονται στο διαδίκτυο.

Οι υποδομές αυτές είναι απαραίτητες για τη λειτουργία διαδικτυακών υπηρεσιών, από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις εφαρμογές επεξεργασίας κειμένου έως τις τραπεζικές πλατφόρμες. Αν τα κέντρα δεδομένων δεν αποθήκευαν αρχεία και δεν εκτελούσαν λογισμικό εξ αποστάσεως, όλη αυτή η υπολογιστική ισχύς και ο αποθηκευτικός χώρος θα έπρεπε να βρίσκονται στις ίδιες τις συσκευές των χρηστών. Τα smartphones δεν θα μπορούσαν να κάνουν ούτε κατά διάνοια όσα κάνουν σήμερα και πιθανότατα θα έπρεπε να κουβαλάμε φορητούς σκληρούς δίσκους όπου κι αν πηγαίναμε.

Τα τελευταία χρόνια, τα κέντρα δεδομένων έχουν αποκτήσει και έναν τρίτο ρόλο, πέρα από την εκτέλεση λογισμικού και την αποθήκευση δεδομένων: την εκπαίδευση και λειτουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Η διαδικασία αυτή απαιτεί πολύ ισχυρότερους μικροεπεξεργαστές, οι οποίοι καταναλώνουν επίσης πολύ περισσότερη ενέργεια. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί ο ακαδημαϊκός Ελίζερ Γιούντκοφσκι, ο οποίος ανησυχεί ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν κάποια μέρα να στραφούν εναντίον της ανθρωπότητας, έχει υποστηρίξει ότι η ανθρωπότητα θα πρέπει να είναι «διατεθειμένη να καταστρέψει με αεροπορική επιδρομή ένα ανεξέλεγκτο κέντρο δεδομένων» σε χώρες που αρνούνται να περιορίσουν την υπολογιστική ισχύ που διατίθεται σε τέτοια συστήματα.

Επειδή απαιτούν προηγμένη τεχνολογία και αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, τα κέντρα δεδομένων συγκαταλέγονται στις ακριβότερες υποδομές που υπάρχουν. Αυτό τα καθιστά ελκυστικούς στόχους.

«Από στρατιωτική σκοπιά, η επίθεσή τους έχει πολύ νόημα για το Ιράν. Πρόκειται για επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες προέκυψαν μετά την επίσκεψη του Τραμπ στην αρχή της θητείας του και συνδέονται με άλλα προσωπικά επιχειρηματικά συμφέροντα του ίδιου και της οικογένειάς του στην περιοχή», λέει ο συνταγματάρχης Άνχελ Γκόμεθ δε Άγκρεδα, συγγραφέας του βιβλίου Un mundo falaz. El nuevo orden global en la era de los algoritmos y la manipulación («Ένας απατηλός κόσμος: Η νέα παγκόσμια τάξη στην εποχή των αλγορίθμων και της χειραγώγησης»).

Ο Γκόμεθ δε Άγκρεδα συμφωνεί ότι τα κέντρα δεδομένων αποτελούν ήδη στρατιωτικούς στόχους. «Θα μπορούσε κανείς επίσης να υποστηρίξει ότι τα κέντρα δεδομένων είναι νόμιμοι στόχοι που δεν έχουν αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα, καθώς υποστηρίζουν στρατιωτικές επιχειρήσεις», σημειώνει.

Οριστική απώλεια δεδομένων

Κάθε εταιρεία μπορεί να νοικιάσει χώρο σε διακομιστές ενός παρόχου cloud για να αποθηκεύει τα δεδομένα της. Η AWS είναι ο παγκόσμιος ηγέτης της αγοράς, με μερίδιο 28%, και ακολουθούν το Microsoft Azure με 21% και το Google Cloud με 14%, σύμφωνα με στοιχεία της Synergy Research Group. Οι εταιρείες επιλέγουν συνήθως κέντρα δεδομένων όσο το δυνατόν πιο κοντά στις αγορές που εξυπηρετούν, ώστε να περιορίζουν την καθυστέρηση (latency), δηλαδή τον χρόνο που χρειάζεται ένα δεδομένο για να ταξιδέψει από μια συσκευή σε έναν διακομιστή και πίσω.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην επέκταση του Netflix, για παράδειγμα, ήταν η σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών με την AWS. Με αυτόν τον τρόπο, η εταιρεία μπορούσε να αξιοποιεί τις παγκόσμιες υποδομές της AWS, ώστε η υπηρεσία streaming να λειτουργεί αξιόπιστα σχεδόν σε κάθε χώρα.

Τόσο η AWS όσο και οι ανταγωνιστές της κατασκευάζουν συνήθως τα κέντρα δεδομένων τους σε ομάδες των τριών, οι οποίες είναι γνωστές ως «ζώνες διαθεσιμότητας». Πρόκειται για τρεις σχεδόν πανομοιότυπες εγκαταστάσεις, σε απόσταση λίγων μιλίων μεταξύ τους, ώστε αν η μία τεθεί εκτός λειτουργίας, οι υπόλοιπες δύο να μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. Τα δεδομένα αντιγράφονται επίσης μεταξύ των κέντρων αυτών, για την περίπτωση που συμβεί κάτι.

Υπάρχει, ωστόσο, τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια διακοπή ρεύματος ή μια τεχνική βλάβη σε μία εγκατάσταση και στην ταυτόχρονη καταστροφή και των τριών από πυραύλους. Αυτό ακριβώς έχει κάνει το Ιράν τους τελευταίους έξι μήνες, εξαπολύοντας διαδοχικά κύματα επιθέσεων, και αυτό που έκανε τώρα η Ουκρανία στη Ρωσία.

Υπάρχει τρόπος προστασίας από την πιθανή απώλεια δεδομένων; Πηγές της AWS αναφέρουν ότι η εταιρεία συνιστά να διατηρούνται πάντοτε αντίγραφα ασφαλείας των κρίσιμων υπολογιστικών εργασιών —εκείνων των οποίων η απώλεια θα μπορούσε να διαταράξει τη λειτουργία μιας επιχείρησης, όπως τα συστήματα αεροπορικών εταιρειών ή τραπεζών. Τα αντίγραφα μπορούν να αποθηκεύονται σε άλλα κέντρα δεδομένων, είτε στην ίδια χώρα είτε σε διαφορετικές χώρες. Φυσικά, αυτή η λύση είναι ακριβότερη από τη μη διατήρηση αντιγράφων ασφαλείας. «Η τελική απόφαση ανήκει στον πελάτη», αναφέρουν οι ίδιες πηγές.

Από την έναρξη των ιρανικών βομβαρδισμών, η AWS έχει καλέσει τους πελάτες της να μεταφέρουν τα δεδομένα τους σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Εκπρόσωποι της εταιρείας δηλώνουν ότι οι περισσότεροι το έπραξαν και κατάφεραν να αποκαταστήσουν τη λειτουργία τους αλλού, χρησιμοποιώντας αντίγραφα ασφαλείας. Όσοι, όμως, είχαν αποθηκεύσει τα δεδομένα τους αποκλειστικά στις πληγείσες εγκαταστάσεις τα έχασαν. Έπειτα από προσπάθειες ανάκτησης των πληροφοριών καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, η εταιρεία τεχνολογίας ανακοίνωσε στις 15 Σεπτεμβρίου ότι ορισμένα δεδομένα ήταν αδύνατο να ανακτηθούν.

Οι εταιρείες που επλήγησαν δεν έχουν κατονομαστεί. Είναι γνωστό ότι οι επιχειρήσεις που έχασαν δεδομένα είχαν έδρα στη Μέση Ανατολή. Καθώς, μάλιστα, διαταράχθηκαν τα συστήματα πληρωμών, εκτιμάται ότι μεταξύ των πληγέντων βρίσκονταν τράπεζες και εταιρείες επεξεργασίας πληρωμών. Το Ιράν ισχυρίστηκε επίσης ότι έπληξε ισραηλινές εταιρείες, χωρίς αυτό να επιβεβαιωθεί ποτέ. Η AWS έχει διατηρήσει εμπιστευτικά τα ονόματα των πελατών που επηρεάστηκαν.

Πολιτικές επιπτώσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ

Στη Γερμανία, ισχυρισμοί περί απότομης μείωσης της διαδικτυακής δραστηριότητας γύρω από το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κυκλοφόρησαν ευρέως μετά τις επιθέσεις, χωρίς ωστόσο να έχουν προκύψει ανεξάρτητα επαληθευμένα στοιχεία.

Ο Τσέχος ευρωβουλευτής Τόμας Ζντέχοφσκι αμφισβήτησε την πιθανότητα η διακοπή λειτουργίας των υποδομών και η αναφερόμενη πτώση της δραστηριότητας γύρω από το κόμμα να συνέπεσαν τυχαία.

«Αν επιβεβαιωθεί, αυτό λέει πολλά: πλήττονται ρωσικά κέντρα δεδομένων και η διαδικτυακή δραστηριότητα γύρω από το AfD καταρρέει ξαφνικά», έγραψε στο X.

Παρόμοιοι ισχυρισμοί διατυπώθηκαν και στη Βρετανία, όπου αναφέρθηκε επίσης μείωση της διαδικτυακής δραστηριότητας που συνδέεται με το Reform UK μετά τις επιθέσεις.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ανέφεραν ότι στο X, την πλατφόρμα που ανήκει στον Έλον Μασκ, εμφανίζονταν λιγότερες απαντήσεις που φαίνονταν αυτοματοποιημένες και υποστήριζαν συντηρητικές απόψεις.

Οι εικασίες προσέλκυσαν την προσοχή γνωστών πολιτικών προσώπων και σχολιαστών, μεταξύ των οποίων η Λόρα Λούμερ, ακτιβίστρια της δεξιάς και υποστηρίκτρια του Ντόναλντ Τραμπ, ο Ρώσος αντιπολιτευόμενος και πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι Γκάρι Κασπάροφ, καθώς και ο Μάικλ ΜακΦολ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Ρωσία.

Η συζήτηση διεξάγεται λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο των ΗΠΑ, που θα πραγματοποιηθούν στις αρχές Νοεμβρίου, εν μέσω μακροχρόνιων ανησυχιών για ξένες παρεμβάσεις και για την επιρροή των αυτοματοποιημένων λογαριασμών στον πολιτικό διάλογο.

Με πληροφορίες από Guardian, Euronews, ElPais

popaganda.gr