Στις αυτοβιογραφικές «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» η φιλόσοφος γράφει για τη ζωή της πριν από τον Σαρτρ και για τη μεταμόρφωσή της από άβουλη κόρη μιας μεσοαστικής οικογένειας σε δυναμική φεμινίστρια.
Της Τίνας Μανδηλαρά
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ που ανιχνεύουν τη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας στο διάβα των αιώνων, οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» της Σιμόν ντε Μποβουάρ θεωρούνται σημείο αναφοράς. Το βιβλίο δεν αποτέλεσε μόνο την απαρχή για μια σειρά κειμένων που καθιέρωσαν τη Γαλλίδα φεμινίστρια και φιλόσοφο ως προεξάρχουσα μορφή γυναικείων διεκδικήσεων, αλλά ταυτόχρονα θεωρήθηκε υπόδειγμα για τη μετεξέλιξη του Bildungsroman. Με ημερομηνία έκδοσης το 1958, το αυτοβιογραφικό έργο της συγγραφέως του «Δεύτερου φύλου» και του «Για μια ηθική της αμφισβήτησης» ξεπερνά τα όρια μιας απλής προσωπικής κατάθεσης, αυτού που τόσο ειρωνικά υποδηλώνει ο τίτλος, και καθίσταται μια σύνθετη διερεύνηση της διαδικασίας μέσα από την οποία διαμορφώνεται –για την ακρίβεια μεταπλάθεται– η πνευματική και σεξουαλική συνείδηση μιας γυναίκας στο μεταίχμιο διαφορετικών εποχών: γι’ αυτό ακριβώς συνιστά μια οξυδερκή και βαθιά μαρτυρία για τις κοινωνικές, θρησκευτικές και έμφυλες δομές της γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 20ού αιώνα – και μάλιστα από μια γυναίκα που δεν φοβήθηκε ποτέ να πει τα πράγματα με το όνομά τους.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι σαφές ότι στόχος της Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν είναι να επιστρέψει με νοσταλγική διάθεση στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, αλλά να καταδείξει πώς συγκροτείται σταδιακά η γυναικεία ταυτότητα. Χωρίς να επιδεικνύει κάποια βαθιά επαναστατική διάθεση, όπως θα περίμενε κανείς, αποκαλύπτει με πάσα ειλικρίνεια την αναμόρφωσή της σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, μέσα από διαρκείς αμφιβολίες και έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. «Πάντα περίεργη για τους άλλους, ποτέ δεν ονειρεύτηκα άλλη μοίρα απ’ αυτήν που έχω. Και μάλιστα, καμιά λύπη δεν ένιωθα γιατί ήμουν κορίτσι. Όπως έχω ήδη πει, δεν χανόμουν σε φρούδες επιθυμίες, δεχόμουν μ’ ευχαρίστηση ό,τι μου δινόταν. Κι άλλωστε, δεν έβλεπα κάποιον σοβαρό λόγο για να θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο απ’ την τύχη», γράφει στις «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης», καταργώντας από νωρίς οποιαδήποτε μοιρολατρία. Το γεγονός ότι τα παιδικά τραύματα επανέρχονται στη μνήμη ως εποικοδομητικά κατάλοιπα αποκαλύπτει τον άκρως δημιουργικό ρόλο της επανασυγκρότησης του εαυτού μέσα από την ανάμνηση: στο σημείο αυτό το βιβλίο θυμίζει κατά πολύ το «Μίλησε, Μνήμη» του Ναμπόκοφ, που διαδραματίζεται σε ανάλογο περιβάλλον της Νοτίου Γαλλίας, αλλά από την οπτική ενός άνδρα. Κεντρικό ερώτημα επομένως είναι πώς ακριβώς συγκροτείται η πνευματική και σεξουαλική αυτονομία, κόντρα στις κοινωνικές επιταγές και τις μοιρολατρικές προσεγγίσεις, πάντα στο πλαίσιο της υπαρξιακής μετεξέλιξης την οποία πρέσβευε η ίδια ως φιλόσοφος.
Η αυτοβιογραφική μαρτυρία και κατάθεση ως εκ τούτου λειτουργεί ταυτόχρονα ως κοινωνική κριτική, φιλοσοφικός στοχασμός και καταγραφή μιας πολύπλοκης διαδικασίας γυναικείας χειραφέτησης – με τη δύναμη της προσωπικής εξομολόγησης να λειτουργεί ως κίνητρο αυτενέργειας για όλες τις γυναίκες.
Υπό αυτή την έννοια, το έργο προαναγγέλλει πολλές από τις βασικές θεματικές που θα αναπτυχθούν αργότερα στο φεμινιστικό και φιλοσοφικό έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Κεντρική θέση κατέχει, εν προκειμένω, η έννοια της ελευθερίας, καθώς η νεαρή Μποβουάρ μεγαλώνει σ’ ένα αυστηρό περιβάλλον, το οποίο συγκροτούν συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις, κοινωνικές συμβάσεις και έμφυλες προσδοκίες: από το «ντε» στο επώνυμό της, που από το προθετικό μόριο και μόνο καταδεικνύει τους μάταιους αγώνες του πατέρα της να φανεί ότι ανήκει στις υψηλές κοινωνικές τάξεις ενώ είχε απλώς κατορθώσει μια ευρύτερη κοινωνική αποδοχή, έως την ταυτόχρονη μάχη της μητέρας της να δει την κόρη της να μεγαλώνει σύμφωνα με τις αυστηρές ηθικές αρχές που έπρεπε τότε να υιοθετεί κάθε γυναίκα. Δεν λείπουν, επομένως, οι συγκρούσεις που δίχασαν σε μεγάλο βαθμό τη νεαρή Σιμόν, που ήταν ταυτόχρονα επηρεασμένη από την άκρως θρησκευόμενη μητέρα και τον βαθιά βολτερικό, άθεο πατέρα της: οι αυστηροί κανόνες που τέθηκαν από νωρίς είχαν, ωστόσο, πάντα ως αντιστάθμισμα την ελευθερία της βούλησης που καλλιέργησε το διάβασμα. Είναι ακριβώς αυτή η παιδεία που συνέβαλε στη διαδικασία της χειραφέτησης και που τελικώς έγινε το μεγαλύτερο όπλο της. «Χάρη στα βιβλία ελευθερωνόμουν από τα δεσμά της παιδικής ηλικίας, έμπαινα σε έναν κόσμο περίπλοκο, ριψοκίνδυνο, απρόβλεπτο», γράφει χαρακτηριστικά, αναφέροντας διάφορους τίτλους: από τις «Μυξοπαρθένες» του Μαρσέλ Πρεβό –σάτιρα που ενίσχυσε το χιούμορ, μια παρεξηγημένη διάσταση του χαρακτήρα της– έως την κοινωνική αλληγορία του Αντρέ Λορί «Ο μαθητής των Αθηνών». Βιβλία που δεν θα περίμενε κανείς να διαβάζει μια δεκατριάχρονη έφηβη καταφέρνοντας και να αποκωδικοποιεί τις μεταφορικές τους υποδηλώσεις.

Το θέμα, πάντως, είναι η γυναικεία χειραφέτηση – ένας αγώνας χωρίς τέλος και ύψιστη προτεραιότητα για τη νεαρή πλέον Σιμόν ντε Μποβουάρ. Μια συνθήκη, ωστόσο, σχεδόν ανύπαρκτη την εποχή εκείνη, με την ίδια να μεγαλώνει ανάμεσα σε συγκεκριμένα γυναικεία πρότυπα, με γυναίκες που έπλεκαν εργόχειρα, μιλούσαν λίγο και φορούσαν χειροποίητες δαντέλες. Πρόκειται για την πρώτη, έντονη εσωτερική διαμάχη που την έκανε να συνειδητοποιήσει τις ακραίες αντιθέσεις, έπειτα από τις συγκρούσεις που αφορούσαν κυρίως τη θρησκεία, καθώς η βαθιά της πίστη έδινε σταδιακά τη θέση της σε μια φιλοσοφική αρνησιθρησκία. Ένα από τα πιο καίρια στοιχεία του βιβλίου είναι, επομένως, η άμεση σύνδεση της μεταφυσικής πίστης –που έφτασε να την κάνει να σκέφτεται να γίνει καλόγρια– με τη βαθιά πίστη στον άνθρωπο, στον ρομαντικό έρωτα, στη φιλία: η απόλυτη ταύτιση με τη στενότερη φίλη της, τη Ζαζά, αλλά και οι μεταξύ τους συγκρούσεις που αναπτύχθηκαν στην πορεία, είναι, για παράδειγμα, ανάλογες με την αμφισβήτηση που άρχισε να αναπτύσσει για την πίστη της στα θεία. Η απομάκρυνση από τη θρησκευτική κατάνυξη αλλά και από τους μέχρι τότε στενούς φίλους ή συγγενείς –κάτι στο οποίο συνέβαλε και η οικονομική δυσπραγία που χτύπησε συνολικά την οικογένεια– ήταν ταυτόχρονη με την αποκάλυψη μιας πολύπτυχης, εσωτερικής διαδικασίας κατάκτησης της αλήθειας, που αποτελεί ένα από τα πιο καίρια και γοητευτικά σημεία του βιβλίου: «Ήμουν απόλυτα πεπεισμένη ότι μόνη μου θ’ αποκάλυπτα την αλήθεια δίχως να την παραποιήσω ούτε και να την ελαχιστοποιήσω», γιατί, όπως παραδέχεται από νωρίς στο βιβλίο, «η όψη του κόσμου άλλαξε. Περισσότερες από μία φορές, τις μέρες που ακολούθησαν, καθισμένη κάτω από την πορφυρή οξιά ή τις ασημένιες λεύκες, ένιωσα κυριευμένη από αγωνία, το κενό τ’ ουρανού. Άλλοτε, στεκόμουν στο κέντρο ενός ολοζώντανου πίνακα όπου ο Θεός ο Ίδιος είχε διαλέξει τα χρώματα και το φως: το καθετί έψαλλε σιγανά τη δόξα Του. Αίφνης όλα σίγησαν. Και τι σιγή! Η γη κινούνταν σε ένα σύμπαν που κανένα βλέμμα δεν το διαπερνούσε, κι εγώ, χαμένη σε μια απέραντη επιφάνεια, εν μέσω αόρατων αιθέρων, έστεκα μόνη. Μόνη: για πρώτη φορά καταλάβαινα τη φοβερή σημασία της λέξης. Μόνη: χωρίς μάρτυρα, χωρίς καταφύγιο. Η ανάσα στο στήθος μου, το αίμα στις φλέβες μου, κι ετούτη η αντάρα στο κεφάλι μου, δεν υπήρχαν για κανέναν. Σηκωνόμουν, έτρεχα προς τον αχανή κήπο, καθόμουν κάτω απ’ την καστανιά, ανάμεσα στη μαμά και τη θεία Μαργκερίτα, τόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη μου ν’ ακούσω μια ανθρώπινη φωνή».
Οι ατελείωτες ώρες ανάγνωσης μετατρέπονται έτσι σε κίνητρο αυτοδιάθεσης, επιτρέποντας στη νεαρή Μποβουάρ να φανταστεί μορφές ζωής διαφορετικές από εκείνες που της επιβάλλει το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον. Τα βιβλία –και συνολικά η πνευματική καλλιέργεια και παιδεία– εμφανίζονται ως θεμελιώδης και κεντρική προϋπόθεση ελευθερίας: άλλοτε πίστευε ότι είναι η διαρκώς διχασμένη ηρωίδα Μάγκι Τάλιβερ από τον «Μύλο στον Φλος» της Τζορτζ Έλιοτ και άλλοτε ότι είναι μια παντοδύναμη ταξιδιώτισσα που θα μπορέσει και αυτή κάποια μέρα να περπατήσει στον Παλατινό Λόφο, όπως ο Γκαστόν Μπουασιέ στους ιδανικούς «Αρχαιολογικούς περιπάτους» του. Ακολουθούν οι μέρες στη Σορβόννη, με συμφοιτητές εμβληματικούς διανοητές όπως ο Λεβί-Στρος και ο Μερλό-Ποντί, η απόκτηση γυναικείας ελευθερίας και αυτονομίας, όπου η νεαρή φοιτήτρια μπορούσε πλέον να μη γυρίζει το μεσημέρι στο σπίτι και να κάνει μόνη της πικνίκ στους κήπους του Παλέ Ρουαγιάλ, «κοιτάζοντας τα τελευταία ροδοπέταλα που έπεφταν», ή να πίνει κόκκινο κρασί ανάμεσα σε οικοδόμους στο Café Biard και να χαίρεται τον ανέμελο παρισινό βίο. Ωστόσο, η τύρβη των διαρκών εξόδων σύντομα φάνηκε ελάχιστα εποικοδομητική και γρήγορα έδωσε και πάλι τη θέση της στη διεξοδική μελέτη, με την ίδια να κάνει τα πρώτα βήματα ως στοχαστική φιλόσοφος, διδάσκοντας Πλάτωνα υπό την εποπτεία του σπουδαίου φιλοσόφου Ζαν Ιππολίτ. Αρχίζει σταδιακά να μεταμορφώνεται στη Σιμόν ντε Μποβουάρ του Μονπαρνάς, των φθινοπωρινών σαλονιών και του Καφέ ντε Φλορ – με διάφορες, ετερόκλητες παρέες, από φίλους με τους οποίους ανέλυαν τους πίνακες του Σεζάν έως Ούγγρους δημοσιογράφους και τυχάρπαστους συγγραφείς.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική περιπλοκότητα της μικρής ηρωίδας ταυτίζεται με τη μυθιστορηματική αξία των απομνημονευμάτων της που δεν θυσιάζουν τη δύναμη της λογοτεχνικής δεινότητας στο όνομα της εξομολόγησης. Παρ’ όλα αυτά, αναδεικνύουν μια ζωντάνια στην αφήγηση που σε κάνει να νομίζεις ότι ακούς ζωντανά την Μποβουάρ να ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας τη ζωή της – κάτι στο οποίο συμβάλλουν ουσιαστικά και οι λύσεις που προτάσσει στην αφήγηση η ζωντανή απόδοση της Ρίτας Κολαΐτη. Η Μποβουάρ ανακαλεί ονόματα, γεγονότα και εμπειρίες χωρίς όμως να εγκαταλείπει ποτέ τη στοχαστική διάθεση της γραφής της. Η αυτοβιογραφική αφήγηση μετατρέπεται έτσι σε μορφή αναστοχασμού πάνω στη φύση της γυναικείας ταυτότητας, της προσωπικής και συλλογικής συγκρότησης, αλλά και σε πραγματεία πάνω στο πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Το αποτέλεσμα είναι ένα ολοκληρωμένο κείμενο που συνδυάζει τη λεκτική ελευθερία και τόλμη με τη φιλοσοφική αυστηρότητα, προοικονομώντας την έλευση του «Κάστορα», όπως την αποκαλούσαν, και τη γνωριμία με τον Σαρτρ, με την οποία ολοκληρώνεται το βιβλίο.
Γι’ αυτό λοιπόν οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» είναι ένα τολμηρό και άκρως σημαντικό αφήγημα, που –όσο αναχρονιστικό κι αν φαίνεται, δεδομένης της απόστασης που μας χωρίζει από το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα όπου και διαδραματίζεται– παραμένει ύψιστης λογοτεχνικής και φιλοσοφικής σημασίας. Η αυτοβιογραφική μαρτυρία και κατάθεση λειτουργεί ως εκ τούτου ταυτόχρονα ως κοινωνική κριτική, φιλοσοφικός στοχασμός και καταγραφή μιας πολύπλοκης διαδικασίας γυναικείας χειραφέτησης –με τη δύναμη της προσωπικής εξομολόγησης να λειτουργεί ως κίνητρο αυτενέργειας για όλες τις γυναίκες. Εκεί ακριβώς έγκειται και η δύναμη των υπαρξιακών θέσεων της μετέπειτα εμβληματικής φιλοσόφου Σιμόν ντε Μποβουάρ, όπως είναι γνωστές μέχρι σήμερα, αφού πρέσβευε πως σε καμία περίπτωση «δεν γεννιέσαι μεγαλοφυΐα, γίνεσαι μεγαλοφυΐα. Κι η θέση της γυναίκας μέχρι τώρα ήταν τέτοια ώστε αυτό ήταν πρακτικά αδύνατο».
*Αναδημοσιεύεται ως προσωπική μνήμη της συν-διαχειρίστριας του σάιτ.
Ήταν κρυμμένο στα βιβλία τα Χημείας, που “υποτίθεται” διάβαζα για τις Πανελλήνιες, στο μεγάλο σαλόνι, το 1981.
Παρά ταύτα πήρα 19.
Εσ.Π.