
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο συγγραφέας του βιβλίου « Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ». Μια σύντομη αναδρομή της ζωής και του έργου του.
«Κυνικός είναι ο άνθρωπος που ξέρει την τιμή των πάντων και την αξία του τίποτα»
- Ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Κατάκολο και την Ολυμπία
Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου
Ο Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 16 Οκτωβρίου 1854. Η μητέρα του ήταν ποιήτρια και ο πατέρας του διάσημος γιατρός και λαογράφος. Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του στον κλασικισμό – στα δώδεκα διάβαζε Όμηρο από το πρωτότυπο. Σπούδασε στο Κολέγιο Τρίνιτι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια στο Κολέγιο Μάγκνταλεν στην Οξφόρδη, όπου και μυήθηκε στον Αισθητισμό από τους καθηγητές του Ουόλτερ Πέιτερ και Τζον Ράσκιν – το δωμάτιό του εκεί ήταν διακοσμημένο με φτερά παγωνιού, άνθη και μπλε πορσελάνες, για τις οποίες είχε πει τη διάσημη φράση: «Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ανταγωνιστώ τις γαλάζιες πορσελάνες μου».
Ένα ταξίδι στην Ελλάδα θα του στοιχίσει την αποβολή του από το πανεπιστήμιο για ένα εξάμηνο, καθώς θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα να επιστρέψει.
Μετά το τέλος των σπουδών του μετακομίζει στο Λονδίνο και δεν αργεί να το κατακτήσει −αλλά και να το σκανδαλίσει− με το πνεύμα, την οξυδέρκεια, τα ευφυολογήματα και την εξεζητημένη του εμφάνιση – μακριά μαλλιά, γούνες, βελούδινα σακάκια, μεταξωτά πουκάμισα, κοσμήματα: μια ωδή στην ομορφιά. Εκδίδει μια ποιητική συλλογή, δίνει διαλέξεις σε Αμερική και Καναδά και επιστρέφοντας στο Λονδίνο ασχολείται με τη δημοσιογραφία.
Το 1884 παντρεύεται την Κόνστανς Λόιντ, μετατρέπουν το σπίτι τους σε «ναό» του Αισθητισμού και αποκτούν δύο γιους, για χάρη των οποίων γράφει το 1888 τη συλλογή παραμυθιών «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια». Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1890 γράφει διαλόγους και δοκίμια για την ανωτερότητα της τέχνης, ενώ το 1890 κυκλοφορεί το μοναδικό του μυθιστόρημα «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Έναν χρόνο αργότερα ολοκληρώνει τη «Σαλώμη», που δεν θα παιχτεί στο Λονδίνο, λόγω του θρησκευτικού της περιεχομένου, αλλά στο Παρίσι την εποχή που εκείνος βρισκόταν ήδη στη φυλακή. Ακολουθεί μια σειρά από σάτιρες που τον καθιερώνουν ως έναν από τους πιο επιτυχημένους θεατρικούς συγγραφείς.
Μετά το τέλος των σπουδών του μετακομίζει στο Λονδίνο και δεν αργεί να το κατακτήσει −αλλά και να το σκανδαλίσει− με το πνεύμα, την οξυδέρκεια, τα ευφυολογήματα και την εξεζητημένη του εμφάνιση – μακριά μαλλιά, γούνες, βελούδινα σακάκια, μεταξωτά πουκάμισα, κοσμήματα: μια ωδή στην ομορφιά.
Το 1895 και ενώ παιζόταν το κορυφαίο έργο του «Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός», ένα προσβλητικό σημείωμα του μαρκήσιου του Κουίνσμπερι, που ήταν πατέρας του εραστή του λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, ωθεί τον Ουάιλντ να τον μηνύσει για συκοφαντία. Το αποτέλεσμα ήταν η υπεράσπιση του μαρκήσιου να επικεντρωθεί στην απόδειξη των ομοφυλοφιλικών προτιμήσεων του συγγραφέα και μετά από δύο ακόμη δίκες να καταδικαστεί για σοδομισμό σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Μέσα από τη φυλακή του Ρίντινγκ −κατά τη μεταφορά στην οποία το πλήθος τον έφτυνε και τον λοιδορούσε− ο Ουάιλντ γράφει μια επιστολή 50.000 λέξεων στον εραστή του, την οποία δεν θα κατορθώσει να του στείλει.
Το «De profundis» («Εκ βαθέων») θα εκδοθεί τελικά το 1905, μετά τον θάνατό του – ένα κείμενο πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα του διανοητή, που ήταν αφιερωμένα στην ηδονή και στην ομορφιά. «Ήθελα να δοκιμάσω όλα τα φρούτα απ’ όλα τα δέντρα του κήπου του κόσμου… Και πραγματικά έτσι βγήκα κι έτσι έζησα. Το μόνο μου λάθος ήταν ότι περιορίστηκα τόσο αποκλειστικά στα δέντρα εκείνα που μου φαίνονταν να ‘ναι η ηλιοφώτιστη πλευρά του κήπου και απέφευγα την άλλη, επειδή ήταν γεμάτη σκιές και σκοτάδι» θα γράψει στον αγαπημένο του «Μπόζι».


Αποφυλακίζεται με κλονισμένη υγεία στις 19 Μαΐου 1897 και με το ψευδώνυμο Σεβαστιανός Μέλμοθ φεύγει αμέσως για τη Γαλλία. Γράφει το τελευταίο του ποίημα, την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρίντινγκ», και αντί υπογραφής χρησιμοποιεί τον αριθμό του κελιού του, το «C.3.3». Επιλέγει για τη δημοσίευσή της το περιοδικό «Reynold’s Magazine» με το σκεπτικό ότι «είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις κατώτερες τάξεις των εγκληματιών – εκεί όπου πλέον ανήκω. Για πρώτη φορά θα με διαβάσουν οι όμοιοί μου – πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα».
Το 1897 περνάει μερικούς μήνες στη Νάπολη με τον Ντάγκλας, οι οικογένειές τους όμως καταφέρνουν να τους χωρίσουν, καθώς τους συντηρούν οικονομικά. Καταλήγει στο Παρίσι σε ένα θλιβερό ξενοδοχείο, σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα και συχνά κυκλοφορεί μεθυσμένος. Τον Νοέμβριο του 1900 παθαίνει μηνιγγίτιδα και πεθαίνει στις 30 του ίδιου μήνα, έχοντας προλάβει να βαφτιστεί καθολικός και όντας «ταπεινά υποταγμένος στο θέλημα του Θεού», σύμφωνα με τον Ιρλανδό αιδεσιμότατο Κούθμπερτ Νταν. Ο τάφος του μεταφέρθηκε το 1909 στο Père Lachaise από το κοιμητήριο Bagneux, όπου βρισκόταν αρχικά. Τα τελευταία χρόνια ο Δήμος του Παρισιού αποφάσισε να καλύψει το μνήμα −με τον σκανδαλιστικό για την εποχή του μοντερνιστικό άγγελο− με ένα γυάλινο περίβλημα για να το προστατέψει από τα χιλιάδες κατακόκκινα φιλιά που άφηναν πάνω του οι θαυμαστές του συγγραφέα. Το επίγραμμα −ό,τι πιο ταιριαστό− είναι ένα τετράστιχο από την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρίντινγκ»:
Του ελέους το λαγήνι θα γεμίσουνε
Ξένοι με το δάκρυ το αλμυρό.
Οι απόκληροι γι’ αυτόνε θα θρηνήσουνε
Αυτοί που ‘χουν το θρήνο αδελφό.
Ο συγγραφέας και δοκιμιογράφος Θανάσης Τριαρίδης γράφει για τον Όσκαρ Ουάιλντ στο ανέκδοτο βιβλίο του «Τα γάργαρα τεχνάσματα* ένα τετράδιο με μελανιές» (το απόσπασμα δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα):
• Ποτέ του δεν ήσαν Νίτσε – αν τον γνώριζε, θα του κρέμαγε κουδουνάκια: ο Ουάιλντ ποτέ του δεν ανήγγειλε ήρωα, κύριο της δύναμης, υπεράνθρωπο. Φαντάζομαι θα πρόφερε τη λέξη προφήτης όπως τη λέξη μεγαλειότατε, έτοιμος να φτύσει την αηδία του. Η τελική του ήταν να γίνει ένας κατά χάριν (ουάου) μάταιος άνθρωπος. Να φοβάται, να τρέμει και να λαχταρά. Κι έπειτα: να σταματήσεις με το βαμβάκι ένα ποτάμι. Ω ναι, είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.
• Τόσο ανθρώπινο, που γέμισε τον πόθο μας με τις λαχτάρες του.
• Ο αιώνας που άρχιζε με τον θάνατό του ήταν γεμάτος από λογής αιμορραγικούς σαν κι εκείνον. Ο Καβάφης, ο Μπέρναρντ Σο, ο Ζιντ, ο Προυστ, ο Σεντ Εξιπερί – όλοι τους ήταν παιδιά του.
• Στ’ αλήθεια, για σκέψου τους σε μια σειρά: ο Ντόριαν Γκρέι, η Σαλώμη, ο Ερνέστος, η απιστία του Απόλλωνα, ο Νέρων που μετρά τα χρόνια, η στενή πύλη, ο Κοριντόν, ο ζωγράφος Ελστίρ, τα ανισόπεδα πλακάκια του πρίγκιπα ντε Γκερμάντ, οι μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ: όλοι αυτοί είναι ο κόσμος που κοκκινίζει – ο κόσμος που παραδίνεται στα προσωπικά δράματα, αφήνοντας πέρα μακριά τις άσπιλες συνειδήσεις, τις μεγάλες βεβαιότητες, τις συρματοπλεγμένες αλήθειες.
• Κατόπιν ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, εκείνος που απέμεινε δίχως μάτια, δίχως ρούχα, θαρρείς και έρχεται από τον Αστεροειδή Β512, εκείνον που ανακάλυψε κάποιος Τούρκος αστρονόμος και κάποιος πιλότος πολέμου πέταξε ίσια καταπάνω του.
• Αλίμονο: στρατιές φιλολόγων που μετράνε τις φράσεις με τα γράμματά τους, που δεν χολοσκάζουν γι’ αυτό που κάποιος θα το έλεγε π ε τ ρ ι ά. Αν δεν λογαριάζαν τη λογοτεχνία ως εκτροπή, ίσως να υπέθεταν πως μέσα στο κουκούλι του Ουάιλντ γεννήθηκαν τα τρία μεγαλύτερα έργα του 20ού αιώνα: τα μικροδράματα του Καβάφη, το μεγάλο βιβλίο του Προυστ, το road tale του Σεντ Εξιπερί είναι τρεις διαφορετικές εκδοχές εκείνης της ατομικότητας που χάνεται και κερδίζεται αιμορραγώντας για ένα (λέμε τώρα) τριαντάφυλλο.
Κορίνα Φαρμακόρη
Ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Κατάκολο και την Ολυμπία
Ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραψε εν πλω στα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απρίλιου του 1877, κάπου ανάμεσα στην Ζάκυνθο και το Κατάκολο, το ακόλουθο ποίημα:
Impression de Voyage
The sea was sapphire coloured, and the sky
Burned like a heated opal through the air;
We hoisted sail; the wind was blowing fair
For the blue lands that to the eastward lie.
From the steep prow I marked with quickening eye
Zakynthos, every olive grove and creek,
Ithaca’s cliff, Lycaon’s snowy peak,
And all the flower-strewn hills of Arcady.
The flapping of the sail against the mast,
The ripple of the water on the side,
The ripple of girls’ laughter at the stern,
The only sounds:— when ’gan the West to burn,
And a red sun upon the seas to ride,
I stood upon the soil of Greece at last!
Εντυπώσεις από το ταξίδι
Η θάλασσα είχε χρώμα ζαφειριού και ο ουρανός
έκαιγε σαν καυτό οπάλι στον αέρα.
Σηκώσαμε πανιά, ο άνεμος φυσούσε δυνατά
για τις γαλάζιες χώρες που βρίσκονται στα ανατολικά.
Από την ψηλή πλώρη παρατήρησα μ’ ένα ενθουσιασμένο βλέμμα τη Ζάκυνθο,
κάθε ελαιώνα της και ρυάκι,
τον απότομο βράχο της Ιθάκης, τη χιονισμένη κορυφή του Λυκαίου
και όλους τους ανθισμένους λόφους της Αρκαδίας.
Το φτερούγισμα του πανιού στο κατάρτι,
ο κυματισμός του νερού στα πλευρά,
το κελαρυστό γέλιο των κοριτσιών στην πρύμνη,
ήταν οι μόνοι ήχοι:— Όταν η Δύση καιγόταν,
καθώς ένας κόκκινος ήλιος έπλεε πάνω στη θάλασσα,
στάθηκα στο χώμα της Ελλάδας επιτέλους!
Έφτασαν στο Κατάκολο και κατευθύνθηκαν προς την Ολυμπία.
Οι ταξιδιώτες διέσχισαν έφιπποι τον πλατύ και ορμητικό Αλφειό, με δυσκολία…
Στην Ολυμπία, απογοητεύτηκαν από την εικόνα και την φασαρία των ανασκαφών, όσο ενδιαφέρουσες κι αν τους φάνηκαν.
(Οι ανασκαφές είχαν αρχίσει το 1875, υπό τον δόκτορα Βίλχελμ Ντόρπφελντ (Wilhelm Dörpfeld) ο οποίος δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψή τους. Εκεί συνάντησαν τους δόκτορες Γκούσταβ Χίρσφελντ (Gustav Hirschfeld), Ρ. Βάιλ (R. Weil) και Καρλ Πέργκολντ (Karl Purgold). Οι Γερμανοί ανασκαφείς μπόρεσαν να δώσουν τα ακριβή ονόματα και να ταυτίσουν ό,τι βρήκαν χάρη στη λεπτομερή περιγραφή του έργου “Ελλάδος Περιήγησις – Hλειακά” του Παυσανία.)
Ο Όσκαρ Ουάιλντ ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών στην ανασκαφή που αποκάλυψε το περίφημο άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλους.
Όμως, απλώς ήταν ο ευσεβής του πόθος…
Το άγαλμα, που απεικονίζει τον Ερμή να κρατάει στο αριστερό του χέρι ως μωρό τον θεό Διόνυσο, ανακαλύφθηκε πράγματι το 1877, αλλά αργότερα μέσα στη χρονιά και όχι ενόσω βρισκόταν εκεί ο Όσκαρ Ουάιλντ.