Η πολιτικοποιημένη τέχνη του εσκεμμένου παραλογισμού

Ως ημερομηνία γέννησης του κινήματος αναγνωρίζεται η 8η Φεβρουαρίου του 1916

Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου


«Το Νταντά είναι μια νέα τάση στην τέχνη. Αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από το γεγονός ότι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτό ενώ αύριο όλοι στη Ζυρίχη θα μιλάνε γι’ αυτό. Το Νταντά βγαίνει από το λεξικό. Είναι τρομερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει “ψεύτικο άλογο”. Στα γερμανικά σημαίνει “αντίο”, “ξεφορτώσου με”, “θα τα πούμε κάποια στιγμή”. Στα ρουμάνικα: “ναι, πράγματι, έχεις δίκιο, αυτό είναι”. Μια διεθνής λέξη», απήγγειλε ο Hugo Ball, μεταξύ άλλων, στο Cabaret Voltaire, στη Ζυρίχη, στις 14 Ιουλίου του 1916. Επρόκειτο για το πρώτο μανιφέστο του Ντανταϊσμού. 

Ως ημερομηνία γέννησης του κινήματος αναγνωρίζεται η 8η Φεβρουαρίου του 1916. Στο ίδιο μέρος… στο Cabaret Voltaire της Ζυρίχης. Το καλλιτεχνικό ρεύμα γρήγορα μεγάλωσε και εξαπλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις

Το νέο Cabaret Voltaire είχε στόχο να αποτελέσει ένα καμπαρέ για καλλιτεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Εκτός από τον ποιητή και συγγραφέα Hugo Ball, παρόντες στα γεννητούρια ήταν μεταξύ άλλων η ποιήτρια και περφόρμερ Emmy Hennings, ο ζωγράφος και αρχιτέκτονας Marcel Janco, ο λογοτέχνης και μουσικός Richard Huelsenbeck, ο ποιητής και performance καλλιτέχνης Tristan Tzara, η ζωγράφος και γλύπτης Sophie Täuber καθώς και ο γλύπτης, ζωγράφος και ποιητής Jean Arp. Η λέξη Dada, σύμφωνα με την παράδοση, προέκυψε στην παρέα του Cabaret Voltaire από τα επαναλαμβανόμενα da, da, da, (ναι, ναι, ναι) στις συζητήσεις μεταξύ των Tzara και Janco στα ρουμάνικα.

Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους εκείνης της βραδιάς έμελλε να αποτελέσουν τον πυρήνα του κινήματος του Ντανταϊσμού ή Νταντά (Dada), το καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και κορυφώθηκε την 6ετία 1916-1922. Εμφανίστηκε στις εικαστικές τέχνες, στη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και την γραφιστική. Το κίνημα αποτελούσε επίσης και μια διαμαρτυρία κατά της βαρβαρότητας του πολέμου, με τον πρωτοφανή Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει συγκλονίσει τους νέους καλλιτέχνες.

Αλλά, από την πρώτη στιγμή, οι ντανταϊστές έδειξαν μια σοβαρότητα στις προθέσεις τους και μια αναζήτηση νέας οπτικής και νέου περιεχομένου, με συνέπειες πολύ πιο μακροπρόθεσμες από τη στιγμιαία επιθυμία να προσβάλλουν την υπεύθυνη για τον πόλεμο αστική πλουτοκρατία. Οι Ντανταϊστές αντιμαχόταν την καταπιεστική διανοητική αγκύλωση, τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα και το κίνημά τους χαρακτηρίζεται από εσκεμμένο παραλογισμό και απόρριψη των κυρίαρχων ιδανικών της τέχνης.

Οι δραστηριότητες των ντανταϊστών περιελάμβαναν μαζικές συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, δημοσιεύσεις καλλιτεχνικών/λογοτεχνικών περιοδικών όπου η πλούσια εφευρετικότητα του χιούμορ τους κρυβόταν πίσω από όλες τις εκδηλώσεις τους – είτε στην απαγγελία ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα κάτω από τον θόρυβο μηχανών, είτε σε παράλογες παραστάσεις θεάτρου, στην ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων χωρίς νόημα, ή στη δημιουργία πινάκων ζωγραφικής με ανεξέλεγκτες κινήσεις, πέρα από κάθε έλεγχο της λογικής.

Το κίνημα επηρέασε μετέπειτα στυλ όπως το avant-garde, καθώς και τον σουρεαλισμό, το νεορεαλισμό, την pop art, την μουσική punk rock και το κίνημα Fluxus. Κορυφαία μορφή του Ντανταϊσμού αναδείχθηκε ο Tristan Tzara, ο οποίος στις 3 Φεβρουαρίου 1918 εξέδωσε το δεύτερο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού», επαναπροσδιορίζοντας τις ασαφείς αρχές του νέου κινήματος.

«Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών, και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή την κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω τί εννοώ γιατί μισώ τον κοινό νού. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή». Ορισμένοι επιφανείς καλλιτέχνες του κινήματος ήταν οι: Guillaume Apollinaire, Arthur Cravan, Beatrice Wood, Man Ray, Francis Picabia, Marcel Duchamp, Arthur Rimbaud, Francis Picabia, Max Ernst. Τελικά, οι ντανταϊστές βρήκαν καταλληλότερο κλίμα στην τεχνική του σουρεαλισμού κι έτσι από το 1922 έπαψε να υφίσταται ως ιδιαίτερη σχολή.

tvxs.gr


Picabia

Στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου εμφανίστηκε ένα ρεύμα αναζήτησης θεμάτων και περιεχομένου για τη ζωγραφική από τον κόσμο της φαντασίας. Η Ζυρίχη, στην ουδέτερη Ελβετία, ήταν ένα σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο, στο οποίο αναπτύχθηκε μια ζωγραφική, λογοτεχνία, ακόμη και μουσική του φανταστικού και του παράλογου. Στην πόλη αυτή έτυχε να συναντηθούν το 1915 πολλοί νεαροί καλλιτέχνες, σχεδόν όλοι σε ηλικία μεταξύ 20 και 30 ετών, εξόριστοι λόγο του πολέμου που σάρωνε την Ευρώπη.

Ανάμεσά τους ήταν οι Γερμανοί συγγραφείς Hugo Ball και Richard Huelsenbeck, οι Ρουμάνοι Tristan Tzara ( ποιητής ) και Marcel Janco (ζωγράφος – γλύπτης), ο Αλσατός ζωγράφος, γλύπτης και ποιητής Jean (Hans) Arp και ο γερμανός ζωγράφος Hans Richter, που θα γινόταν ένας σημαντικός πειραματικός κινηματογραφιστής. Με το ντανταϊσμό της Ζυρίχης συνδέθηκαν πολλοί άλλοι ποιητές και ζωγράφοι, αλλά αυτοί ήταν οι ηγέτες του κινήματος. Με τις διαδηλώσεις τους, τις δημόσιες απαγγελίες ποιημάτων, τις συναυλίες θορύβου, τις εκθέσεις ζωγραφικής και τις δημοσιεύσεις επιτέθηκαν εναντίον όλων των παραδόσεων και προκαταλήψεων της δυτικής τέχνης και λογοτεχνίας. Συγκεντρωμένοι στη Ζυρίχη, οι νεαροί αυτοί άνδρες και γυναίκες, όπως η Ελβετίδα ζωγράφος και σχεδιάστρια Sophie TaeuberArp, θέλησαν να εκφράσουν την αντίθεση τους στη μαζική υστερία και τον παραλογισμό ενός παγκοσμίου πολέμου, μέσα από φόρμες που θα μπορούσαν να είναι μόνο αρνητικές, αναρχικές και καταστροφικές. Αλλά από την πρώτη στιγμή οι ντανταϊστές έδειξαν μια σοβαρότητα στις προθέσεις τους και μια αναζήτηση νέας οπτικής και νέου περιεχομένου, με συνέπειες πολύ πιο μακροπρόθεσμες από τη στιγμιαία επιθυμία να προσβάλλουν την υπεύθυνη για τον πόλεμο αστική πλουτοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κινητήρια δύναμη στις διαδηλώσεις των ντανταϊστών δεν ήταν μια πρωτοφανής μορφή παράλογου χιούμορ. Η πλούσια εφευρετικότητα αυτού του χιούμορ κρυβόταν πίσω από όλες τις εκδηλώσεις των ντανταϊστων – είτε στην απαγγελία ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα κάτω από τον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών, είτε σε παράλογες παραστάσεις θεάτρου ή καμπαρέ, στην ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων χωρίς νόημα, ή στη δημιουργία πινάκων ζωγραφικής με ανεξέλεγκτες κινήσεις, πέρα από κάθε έλεγχο της λογικής. Πίσω από όλα αυτά όμως κρυβόταν μια σοβαρή πρόθεση: η κριτική επανεξέταση όλων των παραδόσεων, των προϋποθέσεων, των κανόνων, της λογικής βάσης, ακόμη και των ίδιων των εννοιών της τάξης, της ενότητας και του ωραίου, που είχαν καθορίσει τη δημιουργία έργων τέχνης σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Ο Hugo Ball, ένας φιλόσοφος και μυστικιστής, όπως και ποιητής, ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστής στο δράμα του ντανταϊσμού. Την άνοιξη του 1916 ίδρυσε στη Ζυρίχη το Cabaret Voltaire, που έγινε τόπος συνάντησης των ελεύθερων πνευμάτων και ένα βήμα για την επίθεση εναντίον όλων των υπάρχουσων αξιών. Μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση, που αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι στον ίδιο δρόμο, απέναντι από το Cabaret Voltaire, έμενε ο Lenin, που μαζί με άλλους σοβαρούς και συνωμοτικούς Ρώσους σχεδίαζε μια παγκόσμια επανάσταση.

Marcel Duchamp

Ο όρος «νταντά» (Dada) καθιερώθηκε το 1916 ως ονομασία του κινήματος που άρχιζε να σχηματίζεται μέσα από το φαινομενικό χάος των εκδηλώσεων του Cabaret Voltaire, αλλά η προέλευση του αμφισβητείται μέχρι σήμερα. Η γνωστότερη εκδοχή είναι η εξής: σύμφωνα με τον Huelsenbeck, το όνομα γεννήθηκε ανοίγοντας τυχαία ένα γάλλο-γερμανικό λεξικό, το οποίο άνοιξε στη λέξη Dada,που σημαίνει το κουνιστό αλογάκι ενός μικρού παιδιού. Κατά τον Richter, η λέξη Dada γεννήθηκε στην παρέα του Cabaret Voltaire από τα επαναλαμβανόμενα da, da, da, ( ναι, ναι, ναι) στις συζητήσεις μεταξύ των Tzara και Janco στα ρουμάνικα. Στα γαλλικά Dada σημαίνει επίσης μια παθιασμένη ενασχόληση του ελεύθερου χρόνου, ένα χόμπι. Οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση του, ο όρος Dada έγινε το κεντρικό και ειρωνικό σύμβολο της επίθεσης εναντίον κάθε κατεστημένου, είτε παραδοσιακού είτε πειραματικού, που κυριαρχούσε στην τέχνη των αρχών του εικοστού αιώνα. Για τον προπαγανδισμό των ιδεών τους οι ντανταϊστές χρησιμοποίησαν πολλές από τις μεθόδους του φουτουρισμού – τις ελεύθερες λέξεις του Marinetti, προφορικές ή γραπτές, τα θορυβώδη μουσικά εφέ του Russolo στην απαγγελία της ποίησης , και τις συχνές προκηρύξεις. Αλλά οι προθέσεις τους ήταν καθαρά αντίθετες από αυτές των φουτουριστών, που εξυμνούσαν τον κόσμο των μηχανών και έβλεπαν στην εκβιομηχάνιση, την επανάσταση και τον πόλεμο τα φυσικά και τα λογικά μέσα, όσο βάναυσα και αν ήταν αυτά, για την επίλυση των ανθρώπινων προβλημάτων.

Hannah Hoch

Οι ντανταϊστές πίστευαν ότι η λογική και ο ορθολογισμός είχαν οδηγήσει στη συμφορά του παγκόσμιου πολέμου και ότι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία ήταν μέσω της πολιτικής αναρχίας, των φυσικών συναισθημάτων, του αυθορμητισμού και του παραλόγου. Εξωτερικά έδειχναν, από μια άποψη, να επιστρέφουν στην εσωτερική αναγκαιότητα του Kandinsky, το πνευματικό στοιχείο στην τέχνη, αλλά ο ντανταϊσμός, τουλάχιστον στη φάση της σύλληψης του, ήταν αρνητικός και πεσιμιστικός.

Κurt Schwitters

Ο ντανταϊσμός της Ζυρίχης ήταν κατ’ αρχήν ένα λογοτεχνικό φαινόμενο, του οποίου οι ιδεολογικές ρίζες βρισκόταν στην ποίηση του Arthur Rimbaud, στο θέατρο του Alfred Jarry και στις πολιτικές ιδέες των Max Jacob και Guillaume Apollinaire. Στο πεδίο της ζωγραφικής και της γλυπτικής, μέχρι την εμφάνιση του Picabia, οι μοναδικές πραγματικές καινοτομίες ήταν τα ανάγλυφα και κολάζ σε ελεύθερο σχέδιο του Jean (Hans) Arp, «οργανωμένα σύμφωνα με τους νόμους της καθαρής σύμπτωσης». Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η ζωγραφική και η γλυπτική των άλλων καλλιτεχνών που συνδέθηκαν με το ντανταϊσμός της Ζυρίχης δεν είχαν να δείξουν τίποτε το καινούριο. Αντίθετα οι καινοτομίες τους ήταν πολύ σημαντικές στον αφηρημένο και τον εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο – κυρίως μέσα από τους πειραματισμούς των Hans Richter και Viking Eggeling – στη φωτογραφία και το τυπογραφικό σχέδιο.

O Hugo Ball εισήγαγε την αφηρημένη ποίηση με το ποίημα O Gadji Beri Bimba τον Ιούλιο του 1916. Τον Ιούνιο του 1917διοργάνωσε μια βραδιά με απαγγελίες αφηρημένης ποίησης, που σχεδόν προκάλεσε μια γενική εξέγερση. Η θέση του, ότι η συμβατική γλώσσα δεν είχε πλέον θέση στην ποίηση, όπως η συμβατική ανθρώπινη μορφή είχε εξοριστεί από τη ζωγραφική, οδήγησε σε μια ποίηση μελωδικών συλλαβών χωρίς κανένα απολύτως νόημα: «ζιμζιμ ουραλαλά ζιμζιμ ζανζιμπάρ ζιμλαλά ζαμ». Οι φρενιασμένες αντιδράσεις του κοινού δεν εμπόδισαν τους πειραματισμούς αυτούς να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εξέλιξη της ποίησης του εικοστού αιώνα, αλλά η συμβολή του ντανταϊσμού στην τέχνη δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση τα συγκεκριμένα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Ο ντανταϊσμός της Ζυρίχης ήταν περισσότερο μια συναισθηματική κατάσταση παρά ένα καλλιτεχνικό στιλ ή κίνημα.

Viking Eggeling

Οι ντανταϊστές της Ζυρίχης ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή τέχνης με οργανωμένο πρόγραμμα, ή σε κάθε κίνημα που θα μπορούσε να εκφράζει τα κοινά στοιχεία του στιλ μιας ομοιογενούς ομάδας καλλιτεχνών. Παρ’ όλα αυτά, τα παραπάνω στοιχεία δημιούργησαν και για τους ντανταϊστές ένα είδος κοινού παρανομαστή, που διαμόρφωσε τις δημιουργικές τους προσπάθειες. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν ο θορυβισμός (bruitisme), το ταυτόχρονο και το συμπτωματικό. Ο θορυβισμός προήλθε από τους φουτουριστές και το ταυτόχρονο από τους κυβιστές μέσω των φουτουριστών, έστω και αν οι ντανταϊστές θεωρούσαν τα στοιχεία αυτά ως αρνητικές, καταστρεπτικές δυνάμεις. Το συμπτωματικό, ασφαλώς, υπάρχει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε κάθε πράξη καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο παρελθόν ο καλλιτέχνης συνήθως προσπαθούσε να το ελέγξει ή να το κατευθύνει, αλλά ο ντανταϊσμός το ανέδειξε σε κύρια πηγή της δημιουργίας. Οι τρείς αυτές αρχές, σύντομα ξεπέρασαν την αρχική αρνητική διάθεση των ντανταϊστών και αποτέλεσαν τη βάση για μια θετική και επαναστατική προσέγγιση της δημιουργικής τέχνης, μια προσέγγιση που εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα στην ποίηση, τη μουσική, το θέατρο και τη ζωγραφική.

Marcel Duchamp

Με το τέλος του πολέμου ήρθε το τέλος του ντανταϊσμού της Ζυρίχης. Ο πρώτος ενθουσιασμός άρχισε να σβήνει, τα μέλη της ομάδας σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αλλά η επιρροή του ντανταϊσμού στην τέχνη είχε μόλις αρχίσει. Το 1918 ήρθε ο Ισπανός ζωγράφος Francis Picabia, φέρνοντας επαφές με παρόμοιες εξελίξεις στη Νέα Υόρκη και τη Βαρκελώνη. Ο Picabia μαζί με τους Marcel Duchamp και Man Ray είχε συμβάλλει στη δημιουργία ενός κινήματος ντανταϊσμού στην Νέα Υόρκη, γύρω από την γκαλερί «291» και το ομώνυμο περιοδικό του Alfred Stiefliz. Με τη βοήθεια του συλλέκτη Walter Arensberg o Picabia είχε αρχίσει να δημοσιεύει τη δική του εφημερίδα διαμαρτυρίας εναντίον των πάντων, η οποία ονομαζόταν «391». Μετά από ένα ταξίδι στη Βαρκελώνη, όπου συνάντησε πολλούς εκπατρισμένους καλλιτέχνες με τις ίδιες σκέψεις, μεταξύ των οποίων η Marie Laurencin, o Picabia επισκέφθηκε τη Ζυρίχη, όπου τον είχε προσελκύσει η αυξανόμενη φήμη των δημιουργών του ντανταϊσμού. Επιστρέφοντας στο Παρίσι με το τέλος του πολέμου αποτέλεσε σύνδεσμο μεταξύ του γερμανικού και του γαλλικού κλάδου του μεταπολεμικού ντανταϊσμού.

artmag.gr