Ο «πατέρας» του κινηματογραφικού νεορεαλισμού
Ιταλός σκηνοθέτης, που επηρέασε με το έργο του πλήθος κινηματογραφιστών. Υπήρξε θεμελιωτής και βασικός εκφραστής του ρεύματος του νεορεαλισμού.
Ένα δεύτερο εγκεφαλικό στις 17 Μαρτίου 1976 σήμανε το βιολογικό τέλος του σπουδαίου δημιουργού.
- Οταν η Κάλλας συνάντησε τον Βισκόντι
Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου
Ο Λουκίνο Βισκόντι (Luchino Visconti) ήταν ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου, από τους κορυφαίους και επιδραστικότερους της έβδομης τέχνης. Θεωρείται ο «πατέρας του νεορεαλισμού» στο χώρο του κινηματογράφου και με το έργο του επηρέασε πλήθος κινηματογραφιστών σ’ όλο τον κόσμο. Στις ταινίες του πρωταγωνίστησαν μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως η Σιλβάνα Μάνγκανο, η Κατίνα Παξινού, η Κλαούντια Καρντινάλε, ο Αλέν Ντελόν, ο Μπαρτ Λάνκαστερ, ο Χέλμουτ Μπέργκερ, ο Ντερκ Μπόγκαρντ και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Επιβλήθηκε επίσης με τη σκηνοθετική του εργασία ως ανανεωτής του θεάτρου και της όπερας στα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Λουκίνο Βισκόντι, κόμης του Μοντρόνε, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 2 Νοεμβρίου 1906 και ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της μεγαλούπολης του ιταλικού βορρά. Οι Βισκόντι στα χρόνια της Αναγέννησης ήταν ηγεμόνες του Μιλάνου και είχαν συμβάλλει στην ανάπτυξη των τεχνών στην πόλης τους. Ο ίδιος, από μικρός είχε μεγάλη εξοικείωση με τις τέχνες. Η μητέρα του Κάρλα ήταν προικισμένη μουσικός, ενώ ο πατέρας του Τζουζέπε προσλάμβανε καλλιτέχνες για να εμφανίζονται στο ιδιωτικό τους θέατρο. Επί δέκα χρόνια έπαιρνε μαθήματα βιολοντσέλου και για ένα διάστημα ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία. Ήταν επίσης κάτοχος στέρεης κλασικής παιδείας.
Το 1935 άρχισε η ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο ως βοηθός του σημαντικού γάλλου σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ, ο οποίος του πλούτισε την ευαισθησία στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Η γνωριμία τους έγινε μέσω της κοινής τους φίλης Κοκό Σανέλ.

Το 1942, μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γύρισε την πρώτη του ταινία με τίτλο «Διαβολικοί Εραστές» («Ossessione»), βασισμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Τζέιμς Κέιν «Ο Ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές» («The Postman Always Rings Twice»). Η δράση της ταινίας εκτυλίσσεται σε μια περιοχή της Ιταλίας στις όχθες του ποταμού Πάδου και ο Βισκόντι χρησιμοποιεί για ντεκόρ φυσικούς χώρους, κρυφές κάμερες κι έναν συνδυασμό από επαγγελματίες ηθοποιούς και ντόπιους κατοίκους για να προσδώσει μεγαλύτερη αυθεντικότητα στο έργο. Η ταινία αυτή προαναγγέλλει τη μεταγενέστερη νεορεαλιστική εργασία σκηνοθετών που προκάλεσαν διεθνές ενδιαφέρον, όπως ο Ρομπέρτο Ροσελίνι και ο Βιτόριο ντε Σίκα.
Το 1948 γύρισε τη δεύτερη ταινία του «Η γη τρέμει» («La terra trema» ), με την οποία κέρδισε την παγκόσμια αναγνώριση και το Ειδικό Διεθνές Βραβείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Η ταινία αυτή, ένα από τα αριστουργήματα του νεορεαλισμού, είναι μία σπουδή σε ντοκιμαντερίστικο στιλ με πρωταγωνιστές τους ψαράδες ενός χωριού της Σικελίας, του Άτσι Τρέτσα. Γυρίστηκε επί τόπου και χωρίς επαγγελματίες ηθοποιούς, με τη χρηματοδότηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, του οποίου ο Βισκόντι υπήρξε μέλος, και παρακολουθεί τη ζωή και τα προβλήματα των ψαράδων, την πάλη τους με τα στοιχεία της φύσης, αλλά και με τους μεσάζοντες που τους εκμεταλλεύονται.
Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’50, ο Βισκόντι ήταν ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης που είχε διευρύνει τους ορίζοντές του σκηνοθετώντας παραστάσεις θεάτρου και όπερας. Αυτή η εμπειρία του θα χαρακτηρίσει έκτοτε το ύφος του και οι ταινίες του σταδιακά θα περάσουν από τον αυτοσχεδιασμό και τις ερασιτεχνικές ερμηνείες της νεορεαλιστικής περιόδου στο θεατρικό στιλιζάρισμα με καταγωγές από το λυρικό μελόδραμα.
Το 1954 μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ένα μυθιστόρημα του Καμίλο Μπόιτο με τίτλο «Senso», όπου κυριαρχεί το θέμα της ταξικής προδοσίας με αφορμή ένα ερωτικό πάθος και τρία χρόνια αργότερα στην ταινία του «Λευκές Νύχτες» («Le Notti Bianche») διασκεύασε το ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μεταφέροντας τη δράση του στη σύγχρονη εποχή. Η ταινία του αυτή χτυπήθηκε από την αριστερή διανόηση της εποχής του ως «εστετίστικη» και ήταν η πρώτη σοβαρή αμφισβήτηση του Βισκόντι από τον συγκεκριμένο αυτό πολιτικό χώρο.
Ίσως εξ αιτίας αυτού του λόγου θα αναζητήσει και πάλι τις νεορεαλιστικές ρίζες του στο κορυφαίο μελόδραμα «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του» («Rocco e i suoi fratelli», 1960), μία ιστορία της προσαρμογής μιας οικογένειας του αγροτικού Νότου στον βιομηχανικό Βορρά της Ιταλίας. Η ταινία έχει ως κεντρικό πρόσωπο τη μάνα, την οποία ερμηνεύει συγκλονιστικά η Κατίνα Παξινού.

Ο Βισκόντι συνέχισε να αντλεί έμπνευση από τη λογοτεχνία και το 1963 μετέφερε στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντε Λαμπεντούζα «Ο Γατόπαρδος» («II Gattopardo»), με ήρωα έναν παραδοσιακό αριστοκράτη με φιλελεύθερες πεποιθήσεις, χαρακτήρα με τον οποίο ο σκηνοθέτης της παρουσίαζε πολλές ομοιότητες. Το 1967 ήταν η σειρά του μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμί «Ο Ξένος» («Il Straniere» o ιταλικός τίτλος). Ο Βισκόντι μετέφερε το εμβληματικό έργο του νομπελίστα συγγραφέα με μεγάλη πιστότητα, γεγονός που εν μέρει αποδίδεται στην επιμονή της χήρας του Καμί να μην επιτρέψει την ελεύθερη απόδοσή του.
Ακολούθησε η ταινία «Οι Καταραμένοι» («La Caduta degli Dei», 1969), με θέμα την άνοδο του Ναζισμού στη Γερμανία, ιδωμένη μέσα από τις μηχανορραφίες μιας οικογένειας βιομηχάνων χάλυβα που αποδέχεται με ιδιοτέλεια τον ναζισμό. Το 1971 γύρισε την ταινία «Θάνατος στη Βενετία» («Morte a Venezia»), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν, με ήρωα ένα μεσήλικα συνθέτη που αφήνεται στην ενατένιση της ομορφιάς ενός 15χρονου αγοριού, με φόντο τη Βενετία που πλήττεται από επιδημία χολέρας. Η βιογραφική ταινία για τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο Β’ «Το Λυκόφως των Θεών» («Ludwig»), συμπληρώνει τη «Γερμανική Τριλογία» του Βισκόντι.
Το κινηματογραφικό του έργο θα ολοκληρωθεί με τις ταινίες «Η γοητεία της αμαρτίας» («Gruppo di Famiglia in un Interno», 1973) και «Ο Αθώος» («L’ Innocente», 1976), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το θάνατό του.
Ως σκηνοθέτης του θεάτρου, ο Βισκόντι γνώρισε στο ιταλικό κοινό τα έργα Γάλλων και Αμερικανών συγγραφέων, όπως των Ζαν Κοκτώ, Ζαν Πολ Σαρτρ, Άρθουρ Μίλερ, Τενεσί Ουίλιαμς και του Έρσκιν Κάλντγουελ. Είχε συγκροτήσει ένα θίασο ρεπερτορίου, ο οποίος του προμήθευσε τους ηθοποιούς των μεταγενέστερων ταινιών του.
Στα χρόνια της δεκαετίας του ‘50 ο Βισκόντι ανέβασε όπερες που είχαν διεθνή αναγνώριση, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας. Με έναν συνδυασμό ρεαλισμού και θεάματος σημείωσε καλλιτεχνικές επιτυχίες με τα έργα «Τραβιάτα» του Βέρντι (1955), «Η Υπνοβάτις» (1955) του Μπελίνι και «Ντον Κάρλος» (1958) του Βέρντι.
Ο Λουκίνο Βισκόντι δεν έκρυψε ποτέ την ομοφυλοφιλία του. Ανάμεσα στους εραστές του συγκαταλέγονται ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι και ο ηθοποιός Χέλμουτ Μπέργκερ. Δεινός καπνιστής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το 1972, αλλά συνέχιζε να καπνίζει πάνω από 100 τσιγάρα την ημέρα. Ένα δεύτερο εγκεφαλικό στις 17 Μαρτίου 1976 σήμανε το βιολογικό τέλος του σπουδαίου δημιουργού.

Όταν η Κάλλας συνάντησε τον Βισκόντι
Παρά τις επιμέρους διαφωνίες τους, όσοι κατά καιρούς επιχείρησαν να προσεγγίσουν το «φαινόμενο Κάλλας» συμφωνούν σε μια κοινή διαπίστωση: η μεγαλύτερη συμβολή της ντίβας στην τέχνη της ήταν η κατάκτηση της ολοκληρωμένης υποκριτικής πράξης, η ανύψωση, δηλαδή, του δράματος στο επίπεδο της μουσικής. Αν, λοιπόν, η δασκάλα της Ελβίρα ντε Ιντάλγκο και ο μαέστρος Τούλιο Σεραφίν υπήρξαν οι άνθρωποι που «έπλασαν» φωνητικά τη Μαρία Κάλλας, πίσω από τη θεατρική διείσδυση στους ρόλους της κρύβεται ένα ακόμη πρόσωπο: ο Λουκίνο Βισκόντι.
Ο Ιταλός σκηνοθέτης – έστω κι αν τελικά δεν την έπεισε να εκτεθεί στον κινηματογραφικό του φακό – στάθηκε αναμφίβολα μια από τις ισχυρότερες φυσιογνωμίες στην καριέρα της Κάλλας. Ήταν αυτός ο οποίος κατόρθωσε να μεταμορφώσει κυριολεκτικά την «ενστικτώδη» καλλιτέχνιδα εκλεπτύνοντας στο έπακρο τα εκφραστικά της μέσα και κινητοποιώντας τις ερμηνευτικές της δυνατότητες έτσι ώστε να φτάσουν σε επίπεδα μεγάλης ηθοποιού πρόζας. Ο Βισκόντι επένδυσε στην Κάλλας τα σκηνοθετικά του οράματα και, από την πλευρά της, η «Βασίλισσα της Σκάλας» μετατράπησε σε εύπλαστο «όργανο» στα χέρια του.
Το αποτέλεσμα ήταν η λαμπρή τους συνεργασία ν΄αγγίξει δυσθεώρητα, για την εποχή εκείνη, ύψη τελειότητας επιφέροντας πραγματική επανάσταση στον χώρο της Οπερας…
Η σχέση της πριμαντόνας με τον Λουκίνο Βισκόντι έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο μέσα από την έκθεση «Η Μαρία Κάλλας και η Σκάλα του Μιλάνου» που φιλοξενεί το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από τις 9 Μαρτίου ως τις 8 Μαϊου 2011, με χορηγία της οικογένειας Λαμπράκη. Η έκθεση διοργανώθηκε στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου συνεργασίας με τη Σκάλα του Μιλάνου και περιλαμβάνει κοστούμια, φωτογραφικό και ηχητικό υλικό, αντικείμενα και βίντεο από τη σκηνή τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά εκτός Ιταλίας.
Μέσα από τα κοστούμια του Πιέρο Τζούφι και του Νικόλα Μπενουά που περιλαμβάνονται στην έκθεση, η σχέση της Κάλλας με τον Βισκόντι προβάλλει ανάγλυφη. Πρώτο δείγμα της “χρυσής συνεργασίας” η «Εστιάδα» του Σποντίνι το 1954 απ΄όπου εν προκειμένω εκτίθεται το κοστούμι του Τζούφι για την Ιουλία από την Α΄πράξη της όπερας: ένα φόρεμα αμπίρ από φυσικό μετάξι, με τρέσα και χρυσή μεταλλική κλωστή κάτω από το στήθος και μεγάλες επίχρυσες πόρπες στους ώμους. Ο ίδιος υπέγραφε και τα σκηνικά υπηρετώντας το όραμα του Βισκόντι ο οποίος θέλησε ν΄αναβιώσει τη Ρώμη της εποχής των αυτοκρατόρων, «ζωντανεύοντας», παράλληλα, και την Εστιάδα της Κάλλας. Οι δυο τους, συχνά δοκιμάζοντας ο ένας τις αντοχές του άλλου, κατάφεραν να διευρύνουν δραματουργικά μια περιορισμένη, μουσικά, όπερα η οποία, σύμφωνα με την άποψη ορισμένων θύμιζε τον «φτωχό συγγενή» της “Νόρμας” του Μπελίνι…
Από την «Αννα Μπολένα» του 1957, μια ακόμη συνεργασία της Κάλλας με τον Βισκόντι – κι ενώ είχαν προηγηθεί η “Υπνοβάτις” του 1955 και η περίφημη “Τραβιάτα” της ίδιας χρονιάς, η οποία άφησε εποχή σφραγίζοντας ανεξίτηλα αυτή καθεαυτή την ιστορία της όπερας – εκτίθεται το κοστούμι του Νικόλα Μπενουά για την ηρωίδα, από τη Β΄σκηνή της Α΄πράξης. Ενα εντυπωσιακό μπλε φόρεμα από σατέν και βελούδο, διακοσμημένο με ψεύτικα σμαράγδια, ψεύτικα γαλάζια πετράδια και μεγάλα γυάλινα μαργαριτάρια στοσ κορσάζ. Το φόρεμα συμπληρώνει μια μπλε βελούδινη κάπα με κόκκινη βελούδινη, επίσης, φόδρα και μπορντούρα από γούνα αλεπούς. Εν προκειμένω ο Μπενουά αντιλήφθηκε αμέσως τι ζητούσαν ο σκηνοθέτης και η πρωταγωνίστρια. Πειθάρχησε το εντυπωσιακό ταλέντο του και, προσπαθώντας να μείνει πιστός στο πνεύμα της παράστασης, επιδίωξε περισσότερη σαφήνεια και λιγότερη αμφισημία.
Η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ (1957), απ΄όπου το γαλάζιο μεταξωτό μπροκάρ κοστούμι του Νικόλα Μπενουά το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση) σηματοδοτεί την τελευταία συνεργασία του Βισκόντι με την Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου. Κι όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Βιτόρια Κρέσπι Μόρμπιο στον κατάλογο της έκθεσης: «Η ερμηνεύτρια της Ιφιγένειας παρέμενε για τον Βισκόντι ένα ίνδαλμα με ελληνικό πρόσωπο και ρούχα από μπροκάρ, που φορούσε υπερμεγέθη μαργαριτάρια. Στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν εκτός σκηνής φαίνεται η υπερηφάνεια που ένιωθε ο Βισκόντι, σαν άλλος Πυγμαλίωνας, για ένα πλάσμα που είχε έμφυτη θεατρική αίσθηση του χρόνου κι έκανε γι΄αυτόν πράγματα σχεδόν αδύνατα. Ο σκηνοθέτης της αφιέρωσε ολόκληρη την όπερα που όπως είπε “δημιουργήθηκε γι΄αυτήν και μόνο”. Της χάιδεψε το χέρι, έπεσε σχεδόν στα γόνατα μπροστά της και την κοίταξε με τρυφερό θαυμασμό: “Εξακολουθώ να τη θεωρώ την καλύτερη παράσταση που κάναμε μαζί».