Εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή για την εκτίμηση, την έκθεση και τη θεσμική κατοχύρωση της μοντέρνας τέχνης
Στις 7 Νοεμβρίου 1929, λίγες ημέρες μετά τη δραματική κατάρρευση του χρηματιστηρίου τη Μαύρη Πέμπτη της 24ης Οκτωβρίου 1929, άνοιξε τις πύλες του το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) στη Νέα Υόρκη. Εν μέσω μιας περιόδου οικονομικής αναταραχής και αβεβαιότητας, και στις απαρχές της επερχόμενης Μεγάλης Ύφεσης, το άνοιγμα του συγκεκριμένου μουσείου αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο μια δήλωση πίστης στον πολιτισμό και στη δημιουργικότητα, αφού επρόκειτο για έναν οργανισμό του οποίου ο λόγος ύπαρξης βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η τέχνη μπορεί να ανθήσει ακόμα και εν μέσω οικονομικών δυσχερειών.
Ωστόσο, το ΜοΜΑ θα ξέφευγε από τα καθιερωμένα τότε πρότυπα των γκαλερί. Οι ιδρύτριές του –Αμπι Oλντριτς Ρόκεφελερ, Λίλι Π. Μπλις και Μαίρη Κουίν Σάλιβαν– είχαν οραματιστεί έναν φορέα που θα ερχόταν να καλύψει ένα σημαντικό «κενό» το οποίο άφηναν μουσεία, όπως το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, και θα εστίαζε αποκλειστικά στη μοντέρνα τέχνη, αμφισβητώντας τα συντηρητικά καλλιτεχνικά πρότυπα και προβάλλοντας την καινοτομία. Στόχος τους δεν ήταν απλώς να δημιουργήσουν ένα μουσείο παρόμοιο με τα υπάρχοντα καλλιτεχνικά ιδρύματα, αλλά να διαμορφώσουν έναν ξεχωριστό χώρο ο οποίος στηρίζει κι αναδεικνύει τη δημιουργικότητα και στρέφει το βλέμμα του προς το μέλλον, τον πειραματισμό και τη διεθνή πρωτοπορία (avant-garde). Υπό την ηγεσία του πρώτου διευθυντή του, Αλφρεντ Μπαρ Τζ., το MoMA υπηρέτησε αυτό το όραμα, επηρεάζοντας καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται και εκτιμά τη μοντέρνα και τη σύγχρονη τέχνη.
Στεγασμένο αρχικά στον 12ο όροφο του κτιρίου Χέκσερ στην Πέμπτη Λεωφόρο, το MoMA παρουσίασε στην εναρκτήρια έκθεσή του έργα δανεισμένα από μεγάλους δημιουργούς, όπως ο Πολ Σεζάν, ο Πολ Γκογκέν, ο Ζορζ Σερά και ο Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η έκθεση συγκέντρωσε περίπου 100 έργα Ευρωπαίων ιμπρεσιονιστών και μετα-ιμπρεσιονιστών, πολλά από τα οποία ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ηδη από τον πρώτο μήνα λειτουργίας του, το μουσείο κέντρισε το ενδιαφέρον του κοινού, προσελκύοντας, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σχεδόν 47.000 επισκέπτες στην εναρκτήρια έκθεση.
Σηματοδοτώντας μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη εκτίθετο, συλλεγόταν και αξιολογούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΜοΜΑ αμφισβήτησε την αντίληψη ότι η μοντέρνα τέχνη ήταν κάτι περιθωριακό ή εφήμερο· αντίθετα, ανέδειξε νέες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, καθιστώντας τις άξιες σοβαρής προσοχής και θεσμικής στήριξης.
Εκθέσεις-ορόσημα, όπως εκείνη του 1932 για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, σε επιμέλεια των Φίλιπ Τζόνσον και Χένρι-Ράσελ Χίτσκοκ, σύστησαν το αποκαλούμενο «Διεθνές Στυλ» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1933, το MoMA ίδρυσε το πρώτο τμήμα φωτογραφίας σε μουσείο, διαμορφώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα πρότυπο για τα ιδρύματα σε όλο τον κόσμο. Η προσήλωση στην καινοτομία αντικατοπτρίζεται ακόμα και στη σταδιοδρομία σημαντικών καλλιτεχνών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Αντι Γουόρχολ, ο οποίος εδραίωσε τη θέση του ως εμβληματική μορφή της ποπ αρτ μέσα από την αναδρομική έκθεση του 1989 με τίτλο “Andy Warhol: A Retrospective”, η οποία περιλάμβανε περισσότερα από 300 έργα του και ενίσχυσε σημαντικά την αξία των έργων του στην αγορά τέχνης μετά τον θάνατό του.
Σήμερα, το μουσείο διαθέτει μία από τις σημαντικότερες συλλογές τέχνης του 20ού και του 21ου αιώνα παγκοσμίως. Η συλλογή του έχει πλέον επεκταθεί, αριθμώντας περισσότερα από 200.000 έργα, μεταξύ των οποίων πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά μοντέλα, αντικείμενα ντιζάιν και άλλα.