Πως το σύστημα έχει μετατρέψει μια θέση παιδαγωγικής ηγεσίας σε θέση διαρκούς διαχείρισης προβλημάτων – Με καθήκοντα επιστάτη, υδραυλικού, ηλεκτρολόγου, γραμματέα αλλά και ψυχολόγου η καθημερινότητα στη διοίκηση μιας σχολικής μονάδας
Στις 7:15 το πρωί, ο Βασίλειος Μπέκας, διευθυντής Λυκείου στην Ανατολική Αττική, δεν ξεκινά την ημέρα του πίσω από το γραφείο του ετοιμάζοντας εκπαιδευτικά πλάνα. Πριν ακόμη χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, αναλαμβάνει τον ρόλο του επιστάτη. Είναι εκείνος που ανοίγει τα δύο κτίρια του σχολείου και τις λυόμενες αίθουσες, προκειμένου όλα να είναι έτοιμα για την άφιξη μαθητών και εκπαιδευτικών. Το ίδιο θα κάνει και το μεσημέρι, όταν το σχολείο αδειάσει, κλείνοντας ξανά όλους τους χώρους.
Μετά το πρώτο κουδούνι, στις 8:15, ξεκινά ένας διαφορετικός κύκλος υποχρεώσεων. Τα τηλέφωνα από γονείς διαδέχονται το ένα το άλλο. Απουσίες, διευκρινίσεις, ερωτήσεις και αιτήματα μετατρέπουν τον διευθυντή σε γραμματέα. Ωστόσο, οι αρμοδιότητές του δεν σταματούν εκεί.
«Τίθεται θέμα ασφάλειας για τόσους μαθητές»
«Έχει χρειαστεί να αλλάξω κλειδαριές, πρίζες, διακόπτες, ακόμα και να επισκευάσω καζανάκι τουαλέτας, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κανένας άλλος για να το κάνει».
Όπως εξηγεί, μετά την κατάργηση των σχολικών επιτροπών, ακόμη και οι πιο απλές τεχνικές παρεμβάσεις απαιτούν πλέον μια-δύο εβδομάδες ή ακόμα και μήνες. «Δεν είναι δυνατόν να μην λειτουργεί ο διακόπτης μιας αίθουσας για 2 μήνες, ή να είναι χαλασμένη μια πρίζα, τίθεται θέμα ασφάλειας για τόσους μαθητές».
Ο ίδιος έχει βρεθεί αρκετές φορές αντιμέτωπος με καταστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον διοικητικό του ρόλο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ίδιο το σχολικό συγκρότημα, του οποίου τα δύο κτίρια χωρίζονται από έναν επαρχιακό δρόμο. Οι μαθητές αναγκάζονται καθημερινά να τον διασχίζουν για να μετακινηθούν από τη μία αίθουσα στην άλλη, ενώ τα οχήματα αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες, δημιουργώντας έναν διαρκή κίνδυνο για την ασφάλειά τους. Στην προσπάθεια του να δώσει λύση και να περιορίσει τον κίνδυνο, καταλήγει να εμπλέκεται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες «υπόσχονται» μια λύση σε περίπου 20 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, ένας διευθυντής καλείται να γίνει ψυχολόγος όταν ένας μαθητής αισθάνεται την ανάγκη να μοιραστεί τις ανησυχίες του. Να λειτουργήσει ως νοσηλευτής όταν κάποιο παιδί τραυματιστεί στο διάλειμμα, καθώς δεν υπάρχει σχολικός νοσηλευτής. Και πολλές φορές να διαχειριστεί μόνος του καταστάσεις που κανονικά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από εξειδικευμένο προσωπικό.
«Είμαστε σαν τους εργάτες που ξέρουν λίγο από όλα»
Ο Παναγιώτης Μεζίκης, Διευθυντής Δημοτικού σχολείου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, περιγράφει έναν ρόλο που απαιτεί γνώσεις και δεξιότητες πολύ πέρα από την εκπαίδευση. «Είμαστε σαν τους εργάτες που ξέρουν λίγο από όλα» και, ταυτόχρονα, «έρμαια στις ορέξεις και τις απόψεις εκατοντάδων γονέων».
Όπως εξηγεί, ένα από τα δυσκολότερα κομμάτια της καθημερινότητας είναι η διαχείριση των σχέσεων με τους γονείς. «Ακόμα και ο πιο καλός άνθρωπος του κόσμου να είσαι, δεν την γλυτώνεις», υποστηρίζει.
Ο κάθε γονιός έχει τα δικά του παράπονα, αλλά και τις δικές του λύσεις, πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του παιδιού του. Βέβαια, όλα αυτά συμπληρώνει η νομική αοριστολογία που υπάρχει σε αρκετά ζητήματα. «Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο, δημιουργεί ασάφειες που και πάλι ένας διευθυντής καλείται να αποσαφηνίσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι δεν υπάρχουν ακριβείς οδηγίες σχετικά με τις απουσίες των παιδιών. Φέτος υπήρχε μια περίπτωση όπου μαθητής απουσίαζε συνεχώς από το σχολείο. Ύστερα από επικοινωνία με τη μητέρα, το παιδί βρισκόταν στη γιαγιά του. Το νομικό πλαίσιο αναφέρει ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει δικαιολογία όσον αφορά τη συνεχόμενη απουσία του μαθητή. Ωστόσο, ποιος είμαι εγώ να κρίνω αν αυτό είναι δικαιολογία ή όχι; Δεν υπάρχει καμία σαφήνεια ακόμα και σε απλά, καθημερινά πράγματα», μοιράζεται στο «Βήμα» ο κ. Μεζίκης.
Παρά τις δυσκολίες, ο ίδιος σημειώνει ότι η επιλογή της θέσης απαιτεί πλήρη επίγνωση των απαιτήσεών της. Για να γίνει κάποιος διευθυντής σχολικής μονάδας χρειάζονται, μεταξύ άλλων, πολυετής εκπαιδευτική και διδακτική εμπειρία, καθώς και συγκεκριμένα τυπικά προσόντα. Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται –όπως λέει ο ίδιος– συνείδηση του «τι πας να κάνεις». Και, παρά τα εμπόδια που συναντά καθημερινά, καταλήγει με βεβαιότητα: «Θα το έκανα ξανά και ξανά!».
«Το μεγαλύτερο λάθος ενός εκπαιδευτικού είναι να γίνει Διευθυντής»
Την ευρύτερη εικόνα επιχειρεί να αποτυπώσει ο Τηλέμαχος Κουντούρης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών και Διευθυντριών Σχολικών Μονάδων. «Το μεγαλύτερο λάθος ενός εκπαιδευτικού στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, είναι να γίνει Διευθυντής σχολικής μονάδας», υποστηρίζει.
Όπως εξηγεί, «πρόκειται για μια θέση με αυξημένες ευθύνες, έντονη γραφειοκρατία και συνεχή πίεση, χωρίς την αντίστοιχη θεσμική στήριξη ή ουσιαστικές αρμοδιότητες. Ο διευθυντής θα έπρεπε να έχει τον χρόνο να ασκεί παιδαγωγική ηγεσία. Να εμπνέει μαθητές και εκπαιδευτικούς, να συμβουλεύει, να παρακολουθεί την καθημερινότητα της σχολικής ζωής και να παρεμβαίνει όπου χρειάζεται. Αντί γι’ αυτό, βρίσκεται καθημερινά ανάμεσα στις απαιτήσεις του Υπουργείου, των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, των εκπαιδευτικών, των γονέων και της τοπικής κοινωνίας».
Έτσι, όταν όλα λειτουργούν σωστά, η επιτυχία αποδίδεται στο σύστημα ή στη συλλογική προσπάθεια. Όταν όμως κάτι πάει στραβά, η ευθύνη προσωποποιείται στον Διευθυντή. Ποιο είναι όμως το συμπέρασμα σε αυτή την κατάσταση; «Το σύστημα, έχει μετατρέψει μια θέση παιδαγωγικής ηγεσίας σε θέση διαρκούς διαχείρισης προβλημάτων. Όσο αυτό δεν αλλάζει, η αναζήτηση νέων Διευθυντών θα γίνεται ολοένα και δυσκολότερη», καταλήγει ο κ. Κουντούρης.
Μια σύγκρουση μεταξύ γονέων, ένα παιδί που ζητά να μιλήσει, μια νομική ασάφεια, και μια απόφαση που πρέπει να ληφθεί άμεσα. Για τους διευθυντές σχολικών μονάδων στην Ελλάδα, όλα αυτά αποτελούν κομμάτι της ίδιας (ίσως και κάθε) εργάσιμης ημέρας. Και, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες τους, πίσω από τον τίτλο του διευθυντή κρύβεται μια καθημερινότητα πολύ πιο σύνθετη από αυτή που συνήθως φαίνεται. Μια καθημερινότητα που, όπως λένε οι ίδιοι, αφήνει ολοένα και λιγότερο χώρο για τον παιδαγωγικό ρόλο που καλούνται, πρωτίστως, να υπηρετήσουν.