Άνθρωποι με ψυχοπάθεια μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλη ζημιά στους γύρω τους και η καλύτερη κατανόηση των χαρακτηριστικών τους ενδέχεται να βοηθήσει στην έγκαιρη αναγνώριση και προστασία
Η ψυχοπάθεια έχει μελετηθεί επί δεκαετίες κυρίως μέσα από εγκληματικούς πληθυσμούς, όμως νεότερες έρευνες επιχειρούν να εντοπίσουν τα χαρακτηριστικά της σε ανθρώπους που έχουν ενταχθεί επιτυχημένα στην κοινωνία και εργάζονται κανονικά, ενώ μπορεί να κατέχουν ακόμα και θέσεις εξουσίας, χωρίς απαραίτητα να παρανομούν ή να καταλήγουν στη φυλακή.
Η κλασική λίστα αξιολόγησης της ψυχοπάθειας αναπτύχθηκε το 1980 από τον καθηγητή Robert Hare, ο οποίος εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον συγκεκριμένο ερευνητικό τομέα. Τα 20 χαρακτηριστικά, από το παθολογικό ψέμα έως την έλλειψη ενσυναίσθησης, βασίστηκαν αποκλειστικά σε πληθυσμούς κρατουμένων. Η συγκεκριμένη προσέγγιση είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς ο Hare διέθετε ένα μεγάλο δείγμα ανθρώπων με έντονες ψυχοπαθητικές συμπεριφορές και μπορούσε να συγκρίνει όσα έλεγαν στις συνεντεύξεις ή στις αυτοαναφορές τους, με δεδομένα που είχαν συγκεντρωθεί ανεξάρτητα για τους ίδιους. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να εντοπιστούν αντιφάσεις και ανακολουθίες.
Ωστόσο, ο Hare γνώριζε ότι η μέθοδος είχε περιορισμούς. Ήδη από το 1976 είχε επισημάνει ότι δεν ήταν σαφές σε ποιον βαθμό τα αποτελέσματα μπορούσαν να γενικευθούν σε ψυχοπαθητικές προσωπικότητες που δεν είχαν φυλακιστεί, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών.
Είχε μάλιστα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν απολύτως αναγκαία η έρευνα γύρω από τον «κοινωνικά επιτυχημένο ψυχοπαθή». Ακόμα και πολλά χρόνια αργότερα, στην αρχή της δεκαετίας του 2000, όταν ο Hare επιχείρησε να μελετήσει την ψυχοπάθεια στην πολιτική, χρειάστηκε και πάλι να στραφεί σε φυλακές, εξετάζοντας συνεργάτες του Augusto Pinochet που κρατούνταν στη Χιλή. Η μελέτη του ψυχοπαθητικού ατόμου που δρα σε υψηλό επίπεδο, δεν συλλαμβάνεται ή ενδεχομένως δεν καταφεύγει καν στο έγκλημα, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη. Ένας από τους λόγους είναι ότι τα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς δεν θεωρούνται αξιόπιστα σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς το ψέμα αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που εξετάζονται.
Η έρευνα για τις «σκοτεινές προσωπικότητες» στους χώρους εργασίας
Η Dr Karen Mitchell δεν προερχόταν από τον χώρο της εγκληματολογικής ψυχολογίας, αλλά από εκείνον των επιχειρηματικών σπουδών, όταν άρχισε να ασχολείται με την ψυχοπάθεια υψηλής λειτουργικότητας. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2010 είχε περάσει περίπου 30 χρόνια εργαζόμενη ως σύμβουλος σε μεγάλης κλίμακας αλλαγές εταιρικής κουλτούρας. Η εργασία της αφορούσε συχνά οργανισμούς που βρίσκονταν σε κρίση, είτε εξαιτίας αλλαγών στην αγορά είτε μετά από θανάτους ή αυτοκτονίες εργαζομένων.
Παρατηρώντας πόσα προβλήματα στους χώρους εργασίας μπορούσαν να συνδέονται με συγκεκριμένα άτομα που εμφάνιζαν χαρακτηριστικά αρπακτικού, άρχισε να εξετάζει τις ίδιες «σκοτεινές» συμπεριφορές προσωπικότητας και σε άλλους τομείς. Μελέτησε μεταξύ άλλων τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών σε θρησκευτικά περιβάλλοντα, τον καταναγκαστικό έλεγχο στην εμπορία ανθρώπων, την ενδοοικογενειακή βία, αλλά και την τρομοκρατία.
Όπως εξηγεί η Mitchell, η παγκόσμια γνώση γύρω από τους ανθρώπους που λειτουργούν ως «θηρευτές» είναι κατακερματισμένη σε πολλούς επιστημονικούς και επαγγελματικούς κλάδους, οι οποίοι συχνά δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυτού του είδους οι προσωπικότητες μπορούν να προκαλέσουν τεράστια βλάβη.
Παράλληλα, η κοινωνία δυσκολεύεται τόσο να τις αναγνωρίσει σε προσωπικό επίπεδο, όσο και να εντοπίσει τα κοινά μοτίβα συμπεριφοράς τους, επειδή διαφορετικοί επιστημονικοί κλάδοι χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους για παρόμοια φαινόμενα. Η Mitchell αναφέρει όρους όπως «κακοήθης ναρκισσιστής», «σκοτεινή τριάδα», «ψυχοπαθής», «καταναγκαστικός ελεγκτής», «πρωτογενής ψυχοπαθής», «μεγαλομανής ναρκισσιστής», «εταιρικός ψυχοπαθής», «μακιαβελικός», «σκοτεινή τετράδα», «κρυφός ναρκισσιστής» και «τοξικός ηγέτης».
Κατά την άποψή της, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου, το οποίο αποκαλεί «Σκοτεινή Προσωπικότητα» ή «Επίμονη Αρπακτική Προσωπικότητα».
Τα 20 χαρακτηριστικά μιας επίμονης αρπακτικής προσωπικότητας
Η Mitchell εκπόνησε διδακτορική διατριβή, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024. Στο πλαίσιο της έρευνάς της πήρε συνεντεύξεις από ανθρώπους που είχαν έρθει επαγγελματικά αντιμέτωποι με επίμονες αρπακτικές προσωπικότητες. Ορισμένοι προέρχονταν από κλινικά επαγγέλματα, ενώ άλλοι εργάζονταν σε ανθρώπινο δυναμικό, κοινωνικές υπηρεσίες, οικογενειακά δικαστήρια, το FBI και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου, εκκλησιαστικούς φορείς και ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Η μέθοδός της ήταν ποιοτική και όχι ποσοτική, κάτι που η ίδια χαρακτηρίζει μη συμβατικό. Ορισμένα από τα συμπεράσματά της έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με κλασικούς κλινικούς ορισμούς της ψυχοπάθειας, οι οποίοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην παρορμητικότητα.
Σύμφωνα με τη Mitchell, αυτό συμβαίνει επειδή ορισμένα από τα καθιερωμένα μοντέλα, όπως εκείνο του Hare, βασίζονται σε κρατούμενους και επομένως αντιπροσωπεύουν κυρίως το χαμηλότερο λειτουργικό άκρο του φάσματος. Η ίδια υποστηρίζει ότι ένα μοντέλο που δημιουργήθηκε μέσα από τη μελέτη καταδικασμένων εγκληματιών δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στον χώρο εργασίας ή στην ενδοοικογενειακή βία, όπου οι συμπεριφορές ενός ανώτατου στελέχους ή ενός ιδιαίτερα λειτουργικού ατόμου μπορεί να είναι πολύ πιο εξελιγμένες.
Οι συνεντεύξεις της Mitchell αποκάλυψαν εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ επαγγελματιών από εντελώς διαφορετικούς χώρους. Σε μία από τις ερωτήσεις, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν εάν είχαν φοβηθεί οι ίδιοι κάποιο άτομο με επίμονη αρπακτική προσωπικότητα. Επρόκειτο όχι για θύματα, αλλά για έμπειρους επαγγελματίες.
Ένας εργαζόμενος στον χώρο του ανθρώπινου δυναμικού ανέφερε ότι φοβόταν διαρκώς πως το συγκεκριμένο άτομο θα μπορούσε να καταστρέψει την καριέρα του. Κοινωνικός λειτουργός εξέφρασε ανησυχία ότι τέτοια άτομα μπορεί να επιδιώξουν εκδίκηση, ενώ ειδικός από τον χώρο των φιλανθρωπικών οργανώσεων δήλωσε πως πίστευε ότι ένας συγκεκριμένος άνδρας θα μπορούσε να φτάσει στα άκρα προκειμένου να τον καταστρέψει.
Άλλος ειδικός της εγκληματολογίας επισήμανε ότι άνθρωποι που δεν εργάζονται σε αυτούς τους τομείς συχνά δυσκολεύονται να αντιληφθούν ή ακόμη και να πιστέψουν τη σκληρότητα που μπορεί να ασκηθεί απέναντι σε άλλους, ενώ για όσους δραστηριοποιούνται επαγγελματικά σε τέτοια περιβάλλοντα το φαινόμενο είναι δυστυχώς συνηθισμένο. Με βάση την πενταετή έρευνά της, η Mitchell δημιούργησε ένα πρότυπο 20 χαρακτηριστικών, χωρισμένων σε τέσσερις ομάδες, καθώς και 25 τακτικών που, σύμφωνα με την ίδια, μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό μιας επίμονης αρπακτικής προσωπικότητας υψηλής λειτουργικότητας.
Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει:
- ανάγκη για έλεγχο,
- υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό,
- παθολογική εσωτερική αντίδραση όταν το άτομο αμφισβητείται,
- εκδικητικότητα,
- άρνηση συμβιβασμού.
Η δεύτερη ομάδα αφορά συμπεριφορές όπως:
- αρπακτική ή εκμεταλλευτική στάση,
- σαδισμός και σκληρότητα,
- μικρός σεβασμός απέναντι στους νόμους, τις συμφωνίες και τους κοινωνικούς ή ηθικούς κανόνες,
- απουσία ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις,
- παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους.
Η τρίτη ομάδα αφορά τη σχέση με την αλήθεια. Σύμφωνα με τη Mitchell, οι «Σκοτεινές Προσωπικότητες» καλλιεργούν μια εικόνα φυσιολογικότητας, μπορούν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σαν «χαμαιλέοντες», είναι ανειλικρινείς, δόλιες και χειριστικές και αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούν.
Η τέταρτη ομάδα αφορά τον εσωτερικό συναισθηματικό κόσμο τους. Τα συναισθήματά τους, σύμφωνα με το μοντέλο, συχνά είναι περισσότερο «ερμηνευμένα» παρά πραγματικά βιωμένα, ενώ δεν αισθάνονται ουσιαστικό συναισθηματικό δεσμό ή τη χαρά που τον συνοδεύει. Παρουσιάζονται επίσης ως σκληρές, χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς μεταμέλεια, βαθιά ιδιοτελείς και προκλητικά θρασείς.
«Έχουν μια εσωτερική ομάδα που αποτελείται από ένα μόνο άτομο»
Η Essi Viding, καθηγήτρια Αναπτυξιακής Ψυχοπαθολογίας στο University College London, αποτελεί μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες της κλασικής έρευνας στον συγκεκριμένο χώρο και είναι συνδιευθύντρια της Developmental Risk and Resilience Unit. Η Viding παρομοιάζει συχνά αυτά τα άτομα με ανθρώπους που έχουν μια «εσωτερική ομάδα ενός ατόμου», δηλαδή μόνο τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όπως εξηγεί, η κοινωνική ψυχολογία εξετάζει τους ανθρώπους για τους οποίους κάποιος ενδιαφέρεται και το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, ως κοινωνικά όντα, συνεργάζονται, προβαίνουν σε αλτρουιστικές πράξεις και συμπεριφέρονται με τρόπους που εξελικτικά έχουν συμβάλει στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους.
Ωστόσο, σε όλες τις ιστορικές περιόδους υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τον αλτρουισμό των υπολοίπων και, όταν έφτανε η κρίσιμη στιγμή, ενδιαφέρονταν μόνο για τον εαυτό τους. Η Viding εστιάζει ιδιαίτερα σε χαρακτηριστικά που καθιστούν την κοινωνία εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι σε αρπακτικές συμπεριφορές.
Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι υπάρχουν ψεύτες, αλλά παράλληλα πιστεύουν ενστικτωδώς ότι μπορούν να καταλάβουν πότε κάποιος τους λέει ψέματα. Σύμφωνα με τη Viding, συγκεκριμένα άτομα μπορούν σχεδόν να «βραχυκυκλώσουν» την ανθρώπινη ικανότητα εντοπισμού των προειδοποιητικών σημάτων μέχρι να είναι πολύ αργά. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν αποκαλυφθεί ότι λένε ψέματα, αισθάνονται έντονη δυσφορία. Ανησυχούν για τη φήμη τους και αισθάνονται αμηχανία.
Αντίθετα, τα άτομα με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να μην αισθάνονται αντίστοιχη αμηχανία όταν αποκαλύπτεται το ψέμα τους. Η Viding σημειώνει ότι, αν και αυτό δεν έχει εξεταστεί επιστημονικά με συγκεκριμένο τρόπο, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι μπορούν να εξαπατούν τους άλλους πιο εύκολα ακριβώς επειδή εμφανίζονται εξαιρετικά σίγουρα για τον εαυτό τους και δεν δείχνουν νευρικότητα.
Η ίδια παραπέμπει σε μελέτη του 2019 στο Journal of Personality Disorders, στην οποία εξετάζεται η ιδέα ότι συμπεριφορές που συνήθως δεν συνυπάρχουν στον γενικό πληθυσμό, όπως η απόλυτη αυτοπεποίθηση και η πλήρης αναλήθεια, τείνουν να εμφανίζονται ταυτόχρονα στις λεγόμενες «Σκοτεινές Προσωπικότητες». Αυτός είναι, σύμφωνα με τη Viding, ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά πριν κάποιος καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η έννοια της «παθοκρατίας» και ο κίνδυνος της ψυχολογικής διάγνωσης πολιτικών
Η ζημιά που μπορεί να προκαλείται εκτός των φυλακών ενδέχεται να είναι πολύ ευρύτερη. Αν και η Mitchell δηλώνει ότι αποφεύγει την πολιτική, αρκετές από τις τακτικές που περιγράφει μπορούν να παρατηρηθούν και στη δημόσια ζωή.
Η έννοια της «παθοκρατίας», δηλαδή μιας κοινωνίας ή δημοκρατίας φυσιολογικών ανθρώπων που τελικά περνά υπό τον έλεγχο ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων, διατυπώθηκε από τον Πολωνό ψυχολόγο Andrew Lobaczewski, ο οποίος είχε ζήσει τόσο υπό τον ναζισμό όσο και υπό τα κομμουνιστικά καθεστώτα της σοβιετικής περιόδου. Οι ιδέες του δεν απέκτησαν ιδιαίτερη απήχηση. Σύμφωνα με τον επιμελητή και blogger Harrison Koehli, οι εκδότες ψυχολογίας τις θεωρούσαν υπερβολικά πολιτικές, ενώ οι πολιτικοί εκδότες υπερβολικά ψυχολογικές.
Στη σύγχρονη ψυχιατρική και ψυχολογία θεωρείται προβληματική η απόδοση διαταραχών προσωπικότητας σε δημόσια πρόσωπα χωρίς κλινική αξιολόγηση. Ο Koehli υπογραμμίζει ότι ένας από τους κινδύνους της εισαγωγής της ψυχολογίας στην πολιτική είναι πως άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων μπορούν πολύ εύκολα να χαρακτηρίζουν τους αντιπάλους τους «ψυχοπαθείς».
Υπάρχει επίσης ο λεγόμενος Goldwater Rule, η αρχή σύμφωνα με την οποία επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν θα πρέπει να διαγιγνώσκουν δημόσια πρόσωπα τα οποία δεν έχουν εξετάσει προσωπικά. Ο κανόνας καθιερώθηκε μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1964, όταν 1.189 ψυχίατροι είχαν χαρακτηρίσει τον Barry Goldwater ακατάλληλο για την προεδρία.
Η Viding θεωρεί, πάντως, ότι η εμμονή με την επίσημη διάγνωση μπορεί σε αυτό το πλαίσιο να μην είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Όπως επισημαίνει, δεν είναι απαραίτητο κάποιος να διαγνώσει ένα άτομο για να αναγνωρίσει ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Όταν μάλιστα ένα πρόσωπο κατέχει πολιτική εξουσία, ορισμένα χαρακτηριστικά μπορούν να εκδηλώνονται δημόσια μέσω της συμπεριφοράς του και οι πολίτες μπορούν να αξιολογούν τι σημαίνουν οι συγκεκριμένες συμπεριφορές χωρίς να προχωρούν σε κλινική διάγνωση.
Το «μεγάλο ψέμα» που προκαλεί σύγχυση
Το απροκάλυπτο ψέμα στη δημόσια ζωή ήταν μία από τις τακτικές που είχε αναγνωρίσει ο Lobaczewski, ο οποίος το περιέγραφε ως «reversive blockade». Ο Koehli εξηγεί ότι όταν κάποιος λέει ένα ψέμα με μεγάλη πειστικότητα και το ψέμα είναι τόσο παράλογο, πολλοί άνθρωποι αδυνατούν αρχικά να δεχθούν ότι κάποιος θα μπορούσε να ψεύδεται σε τέτοια κλίμακα.
Έτσι, αναζητούν αυθόρμητα μια «χρυσή τομή» ανάμεσα στον ισχυρισμό και στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Lobaczewski, αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία του μεγάλου ψέματος, καθώς δημιουργεί σύγχυση.
Οι επιπτώσεις σε έναν πληθυσμό μπορεί να είναι σημαντικές. Ορισμένοι αναζητούν συμβιβασμό μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας, άλλοι επιμένουν ότι πρόκειται ξεκάθαρα για ψέμα και συγκρούονται με την πρώτη ομάδα, κάποιοι προσπαθούν να προσαρμόσουν τη δική τους αντίληψη της πραγματικότητας ώστε να συμβαδίζει με τον ψευδή ισχυρισμό, ενώ άλλοι σταδιακά συνηθίζουν μια νέα πραγματικότητα στην οποία το ψέμα αντιμετωπίζεται ως φυσιολογικό.
Η τακτική DARVO στις προσωπικές σχέσεις
Σε διαπροσωπικό επίπεδο, η απροκάλυπτη παραποίηση της πραγματικότητας μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες τόσο το άτομο που ασκεί κακοποίηση όσο και το θύμα γνωρίζουν ότι κάτι αποτελεί ψέμα. Σε άλλες περιπτώσεις, το άτομο που λειτουργεί επιθετικά κατηγορεί το θύμα για ακριβώς την πράξη που έκανε το ίδιο ή χρησιμοποιεί ακόμη και το λεξιλόγιο του θύματος για να αναστρέψει την κατάσταση.
Η αντιστροφή των ρόλων είναι τόσο γνωστή στον χώρο της ενδοοικογενειακής κακοποίησης ώστε έχει αποκτήσει το ακρωνύμιο DARVO, από τις λέξεις deny, attack, reverse victim and offender, δηλαδή άρνηση, επίθεση και αντιστροφή των ρόλων θύματος και δράστη. Παρότι η τακτική είναι γνωστή, εξακολουθεί να προκαλεί βαθιά σύγχυση στα θύματα, τα οποία μπορεί να αισθάνονται ότι η αξιοπιστία τους βρίσκεται μόνιμα υπό αμφισβήτηση.
Οι συνέπειες μπορεί να είναι εξίσου σοβαρές στον εργασιακό χώρο, όπου υπάρχουν συχνά τρίτοι παρατηρητές που επηρεάζουν καθοριστικά την έκβαση μιας σύγκρουσης. Η Mitchell αναφέρει χαρακτηριστικά περίπτωση που περιγράφηκε από εργαζόμενο στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού, κατά την οποία οι γύρω είχαν πειστεί ότι η «σκοτεινή προσωπικότητα» ήταν το θύμα και ότι το πραγματικό θύμα ήταν ο θύτης. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια, ήταν να καταστραφεί η ζωή του θύματος, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο άτομο διέθετε εξαιρετικό επαγγελματικό ιστορικό.
Όσο εντονότερα τα χαρακτηριστικά τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η ζημιά
Η πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα αυτών των χαρακτηριστικών τόσο ευρύτερη μπορεί να είναι η βλάβη που προκαλείται. Η Mitchell περιγράφει μία από τις συμμετέχουσες στην έρευνά της, η οποία ήταν επικεφαλής μεγάλης καθολικής επισκοπής και υπεύθυνη για υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.
Η γυναίκα διέθετε εξαιρετικά επαγγελματικά προσόντα και είχε εργαστεί ως διευθύνουσα σύμβουλος σε αρκετούς οργανισμούς για παιδιά. Σύμφωνα με τη Mitchell, όταν παρουσίαζε στην Αγία Έδρα στοιχεία ότι κάποιο πρόσωπο κακοποιούσε παιδιά, συχνά ερχόταν αντιμέτωπη με αντιδράσεις δυσπιστίας επειδή ο ύποπτος φαινόταν στους γύρω του «τόσο καλός άνθρωπος».
Στις περιπτώσεις μη εγκληματικής ή μη βίαιης αλλά συνεχούς δίωξης, όπως μπορεί να συμβεί σε έναν εργασιακό χώρο, υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα δυσπιστίας. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι κάποιος μπορεί πράγματι να έχει τόσο επιβλαβείς προθέσεις, ότι μπορεί να θέλει συνειδητά να κάνει κακό ή ακόμη και ότι η βλάβη που περιγράφεται έχει πραγματικά συμβεί.
Η υπόθεση France Télécom και οι αυτοκτονίες εργαζομένων
Ένα από τα ζητήματα που ώθησαν τη Mitchell να πραγματοποιήσει την έρευνά της ήταν οι αυτοκτονίες στους χώρους εργασίας. Η σύνδεση της αυτοκτονίας ενός ανθρώπου με τη συμπεριφορά ενός άλλου αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Ωστόσο, μία ιστορική δικαστική απόφαση στη Γαλλία το 2019 συνέδεσε το κλίμα «βασανιστικής» εργασιακής πίεσης που είχε δημιουργηθεί στη France Télécom με τη συμπεριφορά ανώτατων στελεχών της εταιρείας. Σύμφωνα με την υπόθεση, μεταξύ 2006 και 2009, 19 εργαζόμενοι αυτοκτόνησαν, 12 αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν και οκτώ παρουσίασαν σοβαρή κατάθλιψη.
Η Jane Monckton-Smith, καθηγήτρια Δημόσιας Προστασίας στο University of Gloucestershire, έχει επίσης δηλώσει στο παρελθόν ότι, εάν στις στατιστικές της ενδοοικογενειακής ανθρωποκτονίας συμπεριλαμβάνονταν και αυτοκτονίες που προκλήθηκαν ύστερα από κακοποιητική συμπεριφορά, οι αριθμοί θα μπορούσαν να είναι πέντε, έξι ή ακόμη και επτά φορές μεγαλύτεροι.
Η έρευνα για τους αξιωματικούς του Pinochet
Στη μελέτη του Hare γύρω από τους αξιωματούχους του καθεστώτος Pinochet, η οποία διήρκεσε περίπου 20 χρόνια και δημοσιεύθηκε το 2022, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που κατείχαν διοικητικές και ανώτερες στρατιωτικές θέσεις παρουσίαζαν πολύ υψηλά επίπεδα ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών.
Σύμφωνα με τη Viding, αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στην έλλειψη ενσυναίσθησης απέναντι στους άλλους.
«Είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα σε μια οικόσιτη και μια άγρια γάτα»
Η Mitchell καταλήγει ότι πρόκειται για ανθρώπους χωρίς ουσιαστικά όρια, οι οποίοι μπορεί να είναι επικίνδυνοι και να λειτουργούν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους περισσότερους ανθρώπους. Χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά την παρομοίωση ότι η διαφορά μπορεί να μοιάζει με εκείνη ανάμεσα σε μια οικόσιτη γάτα και μια άγρια γάτα.
Υποστηρίζει ότι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πληγωθεί επειδή για πολλά χρόνια δεν ήταν γνωστά ή κατανοητά τα προειδοποιητικά σημάδια και θεωρεί απαραίτητο αυτά τα χαρακτηριστικά να γίνουν ευρύτερα γνωστά, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αναγνωρίζουν καλύτερα επικίνδυνες συμπεριφορές.
Σε αντίστοιχο συμπέρασμα καταλήγει και η Viding, έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια έρευνας. Όπως επισημαίνει, γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να προστατεύονται ώστε να μην πέφτουν θύματα ατόμων με έντονα αρπακτικά χαρακτηριστικά.
Με βάση την υπάρχουσα επιστημονική βιβλιογραφία και όσα είναι γνωστά από την εξελικτική και διαπολιτισμική ψυχολογία, θεωρεί εξαιρετικά απίθανο τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας να εξαφανιστούν από τις ανθρώπινες κοινωνίες.
Πηγή: The Guardian