Καλώς ήρθατε στη στήλη μας, Ποπκόρν στον «Ορφέα». Κάθε εβδομάδα περνάμε την πόρτα του αγαπημένου μας σινεμά «Ορφέα» και σας μεταφέρουμε εικόνες, σκέψεις και εντυπώσεις από τις ταινίες που βλέπουμε εκεί.

Αγαπάμε το σινεμά, το θέατρο και τα βιβλία και μας αρέσει να μοιραζόμαστε όσα μας αγγίζουν, μας ξαφνιάζουν, μας προβληματίζουν ή μας κάνουν να συζητάμε για ώρες. Στόχος μας είναι να σας προτείνουμε ταινίες που πιστεύουμε ότι αξίζουν να πάτε μια βόλτα στο σινεμά!

Της Αναστασίας Τσουκαλά & της Νίκης Μιχαλοπούλου


Η κριτική της Αναστασίας Τσουκαλά

Προτού ξεκινήσω την αναφορά μου στην ταινία Ανεμοδαρμένα Ύψη που η προβολή της ξεκίνησε τον Φεβρουάριο (παραμονή του Αγίου Βαλεντίνου -καθόλου τυχαίο-) θα ήθελα να επισημάνω ότι πρόκειται για το έργο αυτό που έχει δεχθεί τις περισσότερες αποδόσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι έχει απλοποιηθεί για να διαβαστεί από τους νεαρούς αναγνώστες και έχει διασκευαστεί για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κάθε διασκευή να απέχει από το λογοτεχνικό πρωτότυπο.

Το μυθιστόρημα της Emily Brontë είναι από τα έργα αυτά που έχουν επιλεγεί πολλαπλές φορές για μεταφορά στην μεγάλη οθόνη. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί πως οι περισσότερες μεταφορές παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από το μυθιστόρημα. Η πρώτη προβολή στο κινηματογράφο έγινε μόλις το 1920 και δεν είναι γνωστό αν υπάρχουν σήμερα αντίγραφα για την προβολή της. Με εξαίρεση την ταινία που προβλήθηκε το 1939 σε σκηνοθεσία του Γουίλιαμ Γουάιλερ οι υπόλοιπες από το 1954 μέχρι και σήμερα προβλημάτισαν και προβληματίζουν τόσο τους κριτικούς όσο και τους θεατές αυτούς που έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα της Brontë.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την ταινία που κυκλοφόρησε πρόσφατα; Ποιες είναι οι ομοιότητες και ποιες οι βασικές διαφορές από το λογοτεχνικό έργο;

Ας ξεκινήσω με τη βασική ομοιότητα: Τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία τοποθετούν στην καρδιά της αφήγησης τη σχέση μεταξύ της Κάθι και του Χίθκλιφ, μια σχέση έντονη, παθιασμένη, τοξική και καταστροφική διατηρώντας τη βασική ιδέα του πάθους, της προδοσίας και του αδιέξοδου έρωτα.

Ας προχωρήσω τώρα στις διαφορές που είναι περισσότερες και εντοπίζονται στη δομή της ιστορίας, στις αλλαγές του θέματος και των προσώπων, το σεξουαλικό περιεχόμενο αλλά και την κατάληξη/το τέλος του έργου. Αρχικά, το βιβλίο αφηγείται μια διπλή ιστορία σε δύο μέρη: πρώτα την αρχική σχέση της Κάθι με τον Χίθκλιφ, και μετά την ιστορία της επόμενης γενιάς (των παιδιών και των συνεπειών των πράξεων των γονιών τους). Η ταινία από την άλλη μεριά, καλύπτει μόνο το πρώτο μέρος, δηλαδή μέχρι τον θάνατο της Κάθριν και δεν δείχνει τα γεγονότα της επόμενης γενιάς. Στη συνέχεια, όσον αφορά τα πρόσωπα, ο πατέρας της Κάθι στο βιβλίο είναι αρκετά ευγενικός αλλά στην ταινία έχει πολύ πιο σκληρή, κακοποιητική και προβληματική συμπεριφορά. Ο αδερφός της Κάθι παίζει μεγάλο ρόλο στο βιβλίο. Στην ταινία εξαφανίζεται ουσιαστικά και η ιστορία του συγχωνεύεται με τον ρόλο του πατέρα της. Τέλος, η Νέλι στο βιβλίο είναι αφηγηματικά σημαντική, με κοινωνική και ηθική θέση. Στην ταινία υποβαθμίζεται ή αλλάζει δραματικά ο ρόλος της στην εξέλιξη της ιστορίας. Όσοι θα έχουν διαβάσει το βιβλίο θα διαπίστωσαν ότι οι σεξουαλικές περιγραφές υπονοούνται σε αντίθεση με την ταινία, καθώς παρακολουθήσαμε έντονες σκηνές με πάθος. Σχετικά με το τέλος θα αναφερθώ μονάχα στο βιβλίο, για την αποφυγή σπόιλερ, και θα επισημάνω το διπλό φινάλε, με την ωρίμανση και και λυτρωτική εξέλιξη ενός μέρους των χαρακτήρων στο δεύτερο μέρος. Άφησα για το τέλος τη βασικότερη διαφορά που αφορά τις ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Αν αναζητήσετε θέματα κοινωνικών τάξεων, εκμετάλλευσης και πιθανής φυλετικής ταυτότητας του Χίθκλιφ, σίγουρα δεν θα βρείτε όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα! Η σεναριογράφος και σκηνοθέτης έδωσε έμφαση στην ερωτική ιστορία παραγκωνίζοντας τις υπόλοιπες θεματικές.

Και μετά τη σύγκριση του λογοτεχνικού έργου και της ταινίας, συνεχίζω με την άποψή μου για τη ταινία που παρακολούθησα. Θα ξεκινήσω με τα στοιχεία αυτά που ξεχώρισα όπως η φωτογραφία που θεωρώ ότι είναι από τα δυνατά στοιχεία της. Τα τοπία των βάλτων κινηματογραφούνται με δραματική ένταση, ανοιχτοί ορίζοντες, χαμηλός φωτισμός, βαριά σύννεφα και ψυχρή χρωματική παλέτα. Η φύση αντανακλά τη ψυχική κατάσταση των ηρώων. Στους εσωτερικούς χώρους κυριαρχούν οι σκιές και οι χαμηλοί φωτισμοί, ενισχύοντας τη γοτθική ατμόσφαιρα. Η κάμερα συχνά πλησιάζει τα πρόσωπα με κοντινά πλάνα, δημιουργώντας αίσθηση ασφυξίας.

Δυστυχώς, τα κουστούμια, οι ερμηνείες δεν με κέρδισαν. Τα κουστούμια ακολουθούν πιστά τη βικτωριανή περίοδο, αλλά με μια ελαφρώς εξιδανικευμένη, σχεδόν ρομαντικοποιημένη προσέγγιση. Υπάρχει σαφής διάκριση κοινωνικής τάξης μέσα από τα υφάσματα, τις υφές και τα χρώματα (πιο σκούρα και τραχιά για τον Χίθκλιφ, πιο αέρινα και φωτεινά για την Κάθριν στις νεανικές σκηνές). Ωστόσο, σε ορισμένα σημεία τα κοστούμια μοιάζουν υπερβολικά και στιλιζαρισμένα, γεγονός που απομακρύνει ελαφρώς από τη σκληρότητα του αρχικού πλαισίου.

Στη συνέχεια, οι ερμηνείες κινούνται ξεκάθαρα στη σφαίρα του έντονου μελοδράματος, κάτι που λειτουργεί υπέρ της ταινίας στις σκηνές κορύφωσης. Ο Χίθκλιφ αποδίδεται με μια σχεδόν ζωώδη παρουσία. Υπάρχει ένταση στο βλέμμα και στο σώμα που θυμίζει γοτθικό αντι-ήρωα, όμως σε ορισμένα σημεία η οργή υπερκαλύπτει τη συναισθηματική πολυπλοκότητα του χαρακτήρα. Η Κάθι προσεγγίζεται με έμφαση στο πάθος και λιγότερο στην υπαρξιακή της διάσπαση. Η ερμηνεία είναι εκφραστική, συχνά θεατρική, και λειτουργεί καλύτερα στις σκηνές σύγκρουσης παρά στις ψυχολογικές μεταπτώσεις.

Κλείνοντας την άποψή μου για την ταινία, αποφάσισα πως την σκηνοθεσία θα την κρίνω ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του βιβλίου και δεν θα λάβω υπόψη μου τις συγκρίσεις. Σε αυτό το πλαίσιο βρήκα επιτυχή την έμφαση στο πάθος. Παρά τη σχετική απλοποίηση της πολυεπίπεδης δομής του πρωτοτύπου, η Φένελ κατορθώνει να επιβάλει ενιαίο ύφος και ρυθμική κλιμάκωση, προσφέροντας ένα έργο που διαθέτει σαφή καλλιτεχνική ταυτότητα και έντονη κινηματογραφική παρουσία.


Η κριτική της Νίκης Μιχαλοπούλου

Ως άνθρωπος που αγαπά τα κλασικά λογοτεχνικά έργα εποχής από μικρή, είμαι ιδιαίτερα αυστηρή όταν αυτά μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη. Προσέγγισα τα Ανεμοδαρμένα Ύψη με υψηλές προσδοκίες και ομολογώ πως η συγκεκριμένη κινηματογραφική εκδοχή με προβλημάτισε έντονα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια πιστή μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος της Emily Brontë.

Συγκεκριμένα, ως ελαφρυντικό, οφείλω να σταθώ στα λόγια της ίδιας της σκηνοθέτιδας και σεναριογράφου, Emerald Fennell, η οποία ξεκαθάρισε πως δεν θεωρεί ότι μπορεί κανείς να διασκευάσει αυτούσιο ένα τόσο πυκνό και περίπλοκο έργο. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να πει ότι «κάνει τα Ανεμοδαρμένα Ύψη», αλλά μια εκδοχή τους. Μάλιστα, ανέφερε πως η ταινία βασίζεται περισσότερο στην ανάμνηση που είχε από την ανάγνωση του βιβλίου στα δεκατέσσερά της – μια σχεδόν φαντασιακή εκδοχή, όπου επιθυμούσε να συμβούν πράγματα που στο πρωτότυπο έργο δεν συνέβησαν ποτέ. «Είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, αλλά δεν είναι», είπε.

Βασιζόμενη σε αυτή τη δήλωση, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: εφόσον πρόκειται για μια τόσο ελεύθερη, προσωπική ανάγνωση του μυθιστορήματος της Emily Brontë, μήπως θα ήταν πιο έντιμο καλλιτεχνικά να φέρει έναν διαφορετικό τίτλο; Να παρουσιαστεί εξαρχής ως έργο εμπνευσμένο από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, και όχι ως η μεταφορά τους; Διότι όταν διατηρείται ο εμβληματικός τίτλος, δημιουργείται αναπόφευκτα η προσδοκία μιας πιστότητας – ή έστω μιας ουσιαστικής συνομιλίας με το πρωτότυπο. Βέβαια το marketing δεν θα πήγαινε τόσο καλά όσο τώρα που έχει εκατομμύρια προβολές!

Η επιλογή του πρωταγωνιστή, Jacob Elordi, με άφησε επιφυλακτική όσο κι αν λάτρεψα τον ηθοποιό ως Frankestein. Ο Χίθκλιφ στο μυθιστόρημα περιγράφεται με σαφώς πιο σκουρόχρωμα χαρακτηριστικά και μια άγρια, σχεδόν απροσδιόριστη εθνοτική ταυτότητα που τροφοδοτεί το αίσθημα του αποκλεισμού του. Στην ταινία, η επιλογή του ηθοποιού δεν υπηρετεί αυτή τη διάσταση του χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ένα βασικό δραματουργικό στοιχείο της ιστορίας!

Αντίστοιχα, η πρωταγωνίστρια, αν και κινηματογραφικά εντυπωσιακή, συχνά έδινε την αίσθηση πως δεν «ένιωθε» πλήρως το βάθος του ρόλου της. Σε κομβικές σκηνές, εκεί όπου το πάθος, η εμμονή και η αυτοκαταστροφική ένταση θα έπρεπε να ξεχειλίζουν, η ερμηνεία έμοιαζε συγκρατημένη…

Παράλληλα, η ταινία έδωσε μεγάλη έμφαση σε νεωτερισμούς που αφορούσαν το νέο σπίτι, το lifestyle της ηρωίδας και το ερωτικό στοιχείο. Σε ορισμένες σκηνές, η αισθητική παρέπεμπε περισσότερο σε φωτογράφιση περιοδικού μόδας παρά σε γοτθικό, σκοτεινό δράμα εποχής. Επίσης, κάποιες σκηνοθετικές πινελιές θύμιζαν έντονα δουλειές του Γιώργου Λάνθιμου – κάπως παράταιρο προς το πνεύμα του συγκεκριμένου έργου.

Προσωπικά, θα ήθελα να δω μια πιο κλασική προσέγγιση, με λιγότερες «μοντερνιές» και περισσότερη πίστη στην ατμόσφαιρα και την τραγικότητα του πρωτοτύπου. Αναγνωρίζω, βέβαια, πως είμαι εκ των πραγμάτων προκατειλημμένη: η βαθιά μου αγάπη για το βιβλίο με οδήγησε να κρίνω αυστηρά πολλές από τις επιλογές της ταινίας.

Το τέλος, ωστόσο, ήταν πράγματι συγκινητικό και κατάφερε να μας αγγίξει!

Σε κάθε περίπτωση, θα σας παρότρυνα να τη δείτε με πιο «ανοιχτό μυαλό». Ήδη έχουν διαμορφωθεί δύο ξεκάθαρα στρατόπεδα: εκείνοι που τη λάτρεψαν – όχι μόνο για την παρουσία του Jacob – και εκείνοι που απογοητεύτηκαν από τη ριζική της απόκλιση. Το μόνο βέβαιο είναι πως η ταινία έχει σπάσει ταμεία και έχει πυροδοτήσει έντονη συζήτηση – και αυτό, από μόνο του, έχει ενδιαφέρον.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί κάτι ιδιαίτερα θετικό: πολλοί θεατές μετά την προβολή, ένιωσαν την ανάγκη να στραφούν στο ίδιο το μυθιστόρημα, ώστε να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη και προσωπική άποψη για την ιστορία. Και μόνο αυτό δείχνει πως, ανεξάρτητα από τις ενστάσεις ή τους ενθουσιασμούς που προκάλεσε η ταινία, άνοιξε ξανά μια συζήτηση γύρω από ένα διαχρονικό κλασικό έργο.

Αυτό ακριβώς σκοπεύουμε να κάνουμε κι εμείς στη Λέσχη Βιβλίου Πύργου Ηλείας | The Reading Club by AnNi, καθώς επιλέξαμε τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” ως το πρώτο βιβλίο της Λέσχης μας! Θα το διαβάσουμε – ή θα το ξαναδιαβάσουμε – και θα συναντηθούμε για να το συζητήσουμε και να το αναλύσουμε σε ένα ζεστό, φιλικό κλίμα, ανταλλάσσοντας σκέψεις, εντυπώσεις και διαφορετικές οπτικές. Σε περιμένουμε να γίνεις μέλος της λέσχης μας!


Μπορείς να ενημερώνεσαι για το πρόγραμμα του σινεμά “Ορφέας” στον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.orfeascinemapyrgos.gr