Χαμηλές επιδόσεις, διεύρυνση των μαθησιακών αδυναμιών και ένα σχολείο που δυσκολεύεται να κρατήσει συγκεντρωμένους τους μαθητές διαπιστώνει η έκθεση PISA 2025 για την Ελλάδα, με τις βασικές δεξιότητες να παραμένουν η μεγάλη «πληγή» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος
Τι μπορεί να κάνει ένας 15χρονος μαθητής στην Ελλάδα με όσα μαθαίνει στο σχολείο; Μπορεί να διαβάσει και να κατανοήσει ένα σύνθετο κείμενο; να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα; να εξηγήσει ένα επιστημονικό φαινόμενο; ή τουλάχιστον να αξιολογήσει αν μια πληροφορία είναι αξιόπιστη;
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2025 δείχνουν ότι για ένα μεγάλο μέρος των μαθητών η απάντηση παραμένει ανησυχητικά αβέβαιη.
Σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει ούτε στο βασικό επίπεδο μαθηματικής επάρκειας, ενώ στις φυσικές επιστήμες και την κατανόηση κειμένου τα αντίστοιχα ποσοστά δεν ξεπερνούν το 59% και το 56%. Την ίδια ώρα, οι μαθητές που φτάνουν στις υψηλότερες βαθμολογίες είναι ελάχιστοι. Δεν είναι όμως, μόνο οι αριθμοί των εξετάσεων. Οι ίδιοι οι μαθητές περιγράφουν ένα σχολείο με ελλείψεις εκπαιδευτικών και υποδομών, θόρυβο και δυσκολία συγκέντρωσης, bullying, αλλά και μια ολοένα πιο σύνθετη σχέση με την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι 15χρονοι μαθητές της χώρας εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά γνωστικά αντικείμενα – φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και κατανόηση κειμένου – ενώ χαμηλότερη είναι η επίδοση και στη νέα δοκιμασία υπολογιστικής επίλυσης προβλημάτων.
Στην έρευνα συμμετείχαν περισσότεροι από 760.000 μαθητές από 91 χώρες. Στην Ελλάδα εξετάστηκαν 6.858 μαθητές σε 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας περίπου 101.800 15χρονους, δηλαδή περίπου το 95% του συνολικού πληθυσμού της συγκεκριμένης ηλικίας.
Τέσσερις εξετάσεις, τέσσερα «καμπανάκια»
Στις φυσικές επιστήμες, η Ελλάδα συγκεντρώνει 434 μονάδες, έναντι περίπου 485 στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά η ελληνική επίδοση βρίσκεται στις 424 μονάδες, ενώ στην κατανόηση κειμένου στις 423. Η νέα διάσταση της έρευνας, η υπολογιστική επίλυση προβλημάτων, δίνει στην Ελλάδα 461 μονάδες, επίσης κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι βαθμολογίες προκύπτουν από το διάγραμμα σύγκρισης της έκθεσης του ΟΟΣΑ.
Στις φυσικές επιστήμες, για παράδειγμα, οι κορυφαίες επιδόσεις καταγράφονται σε ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα, με την Κίνα, τη Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία και την Κορέα να βρίσκονται πολύ ψηλότερα από την Ελλάδα. Αντίστοιχη εικόνα υπάρχει στα μαθηματικά και στην ανάγνωση, όπου τα ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα κυριαρχούν στις πρώτες θέσεις.
Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με τη Σιγκαπούρη, η οποία είχε ήδη αναδειχθεί σε κορυφαία δύναμη και στον προηγούμενο κύκλο του PISA, με 575 μονάδες στα μαθηματικά, 543 στην ανάγνωση και 561 στις φυσικές επιστήμες.
Αλλά η απόσταση της Ελλάδας δεν αφορά μόνο τους παγκόσμιους πρωταθλητές. Στις φυσικές επιστήμες, για παράδειγμα, η Ελλάδα βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα και από ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα όπως η Εσθονία, ενώ στις τρεις βασικές δεξιότητες βρίσκεται κάτω και από χώρες που βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην Ελλάδα ως προς το εκπαιδευτικό και κοινωνικό τους περιβάλλον.

Περισσότεροι μαθητές κάτω από το βασικό επίπεδο
Ίσως πιο σημαντικό από τον μέσο όρο είναι το πόσοι μαθητές δεν καταφέρνουν να φτάσουν ούτε στο βασικό επίπεδο επάρκειας.
Στις φυσικές επιστήμες, μόλις 59% των Ελλήνων μαθητών φτάνουν τουλάχιστον στο Επίπεδο 2, έναντι 74% στον ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά το ποσοστό πέφτει στο 50%, έναντι 65% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην ανάγνωση βρίσκεται στο 56%, έναντι 69%.
Με άλλα λόγια, περίπου ένας στους δύο 15χρονους στην Ελλάδα δεν φτάνει στο βασικό επίπεδο μαθηματικής επάρκειας, με την εικόνα να μην αφορά μόνο μια μεμονωμένη χρονιά.
Σε σχέση με το 2015, το ποσοστό των μαθητών χαμηλών επιδόσεων αυξήθηκε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, 17 στην ανάγνωση και 8 στις φυσικές επιστήμες. Παράλληλα, ενώ οι επιδόσεις του 2025 στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες είναι περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2022, παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες του 2018 και όλων των προηγούμενων κύκλων. Στην ανάγνωση, μάλιστα, η επίδοση υποχώρησε περαιτέρω σε σχέση με το 2022.

Μικρή «ελίτ», μεγάλη βάση χαμηλών επιδόσεων
Στην άλλη άκρη της κλίμακας, το πρόβλημα είναι εξίσου εμφανές. Η Ελλάδα έχει πολύ μικρότερο ποσοστό μαθητών που φτάνουν στις υψηλότερες βαθμίδες.
Μόλις 1% των μαθητών είναι κορυφαίοι στις φυσικές επιστήμες, δηλαδή βρίσκεται στα Επίπεδα 5 ή 6, έναντι 7% στον ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά το αντίστοιχο ποσοστό είναι 2%, έναντι 8% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην ανάγνωση μόλις 1% φτάνει στο Επίπεδο 5 ή υψηλότερα, έναντι 6% στον ΟΟΣΑ.
Η εικόνα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι «οι Έλληνες μαθητές έχουν χαμηλό μέσο όρο». Είναι ότι το ελληνικό σχολείο δυσκολεύεται να περιορίσει τον αριθμό των μαθητών που μένουν πίσω και να δημιουργήσει μεγαλύτερη δεξαμενή μαθητών πολύ υψηλών επιδόσεων.
Η οικονομική κατάσταση εξακολουθεί να μετράει
Ο διαγωνισμός PISA καταγράφει παράλληλα τη σχέση της επίδοσης με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.
Στην Ελλάδα, οι μαθητές που βρίσκονται στο ανώτερο 25% της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας ξεπερνούν τους μαθητές του κατώτερου 25% κατά 76 μονάδες στις φυσικές επιστήμες. Η διαφορά είναι μικρότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που φτάνει τις 85 μονάδες, δεν παύει όμως να είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ανισότητα αυτή δεν περιορίστηκε την τελευταία δεκαετία. Μεταξύ 2015 και 2025 η απόσταση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικά ευνοημένων και μη μαθητών, παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή στην Ελλάδα, ενώ στον ΟΟΣΑ κατά μέσο όρο μειώθηκε. Παράλληλα, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγεί περίπου το 10% της διακύμανσης των επιδόσεων στις φυσικές επιστήμες στην Ελλάδα.
Υπάρχει, πάντως, και μια ομάδα μαθητών που διαψεύδει εν μέρει τη σύνδεση κοινωνικής προέλευσης και επίδοσης. Το 12% των οικονομικά και κοινωνικά μη ευνοημένων μαθητών καταφέρνει να βρίσκεται στο ανώτερο τέταρτο των επιδόσεων στις φυσικές επιστήμες στη χώρα.

Ένα σχολείο χωρίς ενδιαφέρον
Τα προβλήματα δεν σταματούν στην επίδοση. Οι απαντήσεις των ίδιων των μαθητών δείχνουν ότι η σχέση τους με το σχολείο μεταβάλλεται.
Το 68% των μαθητών στην Ελλάδα δηλώνει ότι έχει περιέργεια για πολλά διαφορετικά πράγματα, ποσοστό χαμηλότερο από το 73% του ΟΟΣΑ. Την ίδια στιγμή, το 63% λέει ότι καταβάλλει επιπλέον προσπάθεια όταν μια εργασία γίνεται δύσκολη, ποσοστό μάλιστα υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που βρίσκεται στο 60%.
Ωστόσο, 27% των μαθητών θεωρεί ότι το σχολείο αποτελεί χάσιμο χρόνου, έναντι 24% στον ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι από το 2022 έως το 2025 η περιέργεια για νέα πράγματα μειώθηκε κατά 11,2 μονάδες και η διάθεση για επιπλέον προσπάθεια όταν μια εργασία δυσκολεύει κατά 5 μονάδες.
Οι ελλείψεις που βλέπουν τα ίδια τα σχολεία
Ένα από τα πιο καθαρά μηνύματα της έρευνας αφορά τις συνθήκες μέσα στις οποίες γίνεται το μάθημα.
Το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές δηλώνουν ότι η έλλειψη εκπαιδευτικών εμποδίζει, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, τη διδασκαλία. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 39%. Πολύ μεγαλύτερη είναι η απόσταση στο βοηθητικό προσωπικό: 78% στην Ελλάδα έναντι 39% στον ΟΟΣΑ.
Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στις υποδομές. Το 39% των μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου η έλλειψη εκπαιδευτικού υλικού επηρεάζει τη διδασκαλία, ενώ το 47% βρίσκεται σε σχολεία όπου οι διευθυντές αναφέρουν προβλήματα στις κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές.
Και μέσα στην τάξη, η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Μόλις το 49% των μαθητών λέει ότι ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή στα περισσότερα μαθήματα φυσικών επιστημών, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, 37% δηλώνει ότι δεν μπορεί να εργαστεί σωστά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα, έναντι μόλις 19% στον ΟΟΣΑ.
Κινητά, AI και η νέα πραγματικότητα στην τάξη
Η τεχνολογία έχει πλέον μπει για τα καλά στο σχολείο, όχι όμως πάντα με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς.
Οι Έλληνες μαθητές χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές κατά μέσο όρο 1,1 ώρα την ημέρα για μαθησιακές δραστηριότητες στο σχολείο, έναντι 1,7 ώρας στον ΟΟΣΑ. Την ίδια στιγμή, αφιερώνουν περίπου 1,2 ώρα την ημέρα σε μη μαθησιακή χρήση, όπως η ψυχαγωγία.
Το 33% αναφέρει ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται συχνά από τις ψηφιακές συσκευές κατά τη διάρκεια των μαθημάτων φυσικών επιστημών, έναντι 28% στον ΟΟΣΑ. Και η διαφορά στην επίδοση είναι εντυπωσιακή: οι μαθητές που αναφέρουν ψηφιακή διάσπαση στην τάξη έχουν στην Ελλάδα κατά μέσο όρο 30 μονάδες χαμηλότερη επίδοση στις φυσικές επιστήμες.
Την ίδια στιγμή, το 98% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτά σε σχολεία όπου απαγορεύεται η χρήση κινητών στους χώρους του σχολείου, έναντι μόλις 49% στον ΟΟΣΑ.
Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη, το 34% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι χρησιμοποιεί AI chatbots τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για να βοηθηθεί στη μάθηση, έναντι 46% στον ΟΟΣΑ. Η χρήση αφορά μεταξύ άλλων την προκαταρκτική έρευνα για ένα θέμα, την περίληψη κειμένων και τη συγγραφή εργασιών.
Απουσίες, bullying και ένα σχολείο που δυσκολεύεται να λειτουργήσει
Τα αποτελέσματα καταγράφουν και μια σημαντική αύξηση των απουσιών και της καθυστέρησης. Το 31% των μαθητών δήλωσε ότι είχε χάσει τουλάχιστον μία ημέρα σχολείου μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, έναντι 22% στον ΟΟΣΑ. Το 49% είχε χάσει τουλάχιστον ένα μάθημα και το 62% είχε φτάσει καθυστερημένα στο σχολείο.
Παράλληλα, 22% των μαθητών στην Ελλάδα αναφέρει ότι έχει πέσει θύμα κάποιας μορφής bullying τουλάχιστον μερικές φορές τον μήνα, έναντι 20% στον ΟΟΣΑ. Στην περίπτωση του cyberbullying, το 3% αναφέρει ότι έχει δει προσβλητικές πληροφορίες για τον ίδιο να δημοσιεύονται online χωρίς τη συγκατάθεσή του. Οι συγκεκριμένοι μαθητές είχαν κατά μέσο όρο 53 μονάδες χαμηλότερη επίδοση στις φυσικές επιστήμες.
Περιβαλλοντική συνείδηση χωρίς αντίστοιχη γνώση
Η τελευταία αντίφαση έρχεται από το περιβάλλον. Μόλις 54% των Ελλήνων μαθητών φτάνει στο βασικό επίπεδο επάρκειας στην περιβαλλοντική επιστήμη, έναντι 74% στον ΟΟΣΑ.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι μαθητές δηλώνουν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι: 82% πιστεύει ότι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον, ενώ 84% θεωρεί ότι η συλλογική δράση μπορεί να αντιμετωπίσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Το ποσοστό όσων ενδιαφέρονται να συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος μέσα από τη μελλοντική τους εργασία είναι, ωστόσο, μόλις 48%, έναντι 62% στον ΟΟΣΑ.
Το συμπέρασμα δεν είναι μόνο ένας βαθμός
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2025 δεν περιγράφουν απλώς μια χώρα που βρίσκεται χαμηλά σε έναν διεθνή πίνακα. Περιγράφουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου οι βασικές δεξιότητες παραμένουν αδύναμες, οι μαθητές χαμηλών επιδόσεων αυξάνονται, οι κορυφαίες επιδόσεις είναι περιορισμένες και οι κοινωνικές ανισότητες επιμένουν.
Ταυτόχρονα, δείχνουν ένα σχολείο με ελλείψεις προσωπικού και υποδομών, προβλήματα πειθαρχίας και συγκέντρωσης, αυξημένες απουσίες και bullying, αλλά και μαθητές που, παρά τις δυσκολίες, διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την πεποίθηση ότι μπορούν να βελτιωθούν μέσα από την προσπάθεια.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Είναι γιατί, 25 χρόνια μετά την πρώτη συμμετοχή της χώρας στο PISA, οι ίδιες αδυναμίες εξακολουθούν να εμφανίζονται ξανά και ξανά – και τι πρέπει να αλλάξει ώστε η επόμενη γενιά μαθητών να μη χρειάζεται απλώς να προσαρμοστεί σε ένα σχολείο με προβλήματα, αλλά να μπορεί πραγματικά να μάθει μέσα σε αυτό.