
Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου
- Καλημέρα Μαριγούλα έλα για καφέ να σχολιάσουμε τα Πασχαλινά τώρα που φύγανε και οι τελευταίοι από το χωριό κι απομείναμε και πάλι μόνοι και έρημοι! Έχουμε πολύ κους κους να κάνουμε γιατί μέρες που ήτανε χαθήκαμε, είχα και τα συμπεθέρια τι να κάνω! Τραπεζώματα, καφέδες, σεντόνια πλένω από χθες, όλη τη μέρα συγυριόμουνα, έχασα τη σειρά μου και μου’ φυγε και ο τάκος!
- Μη γκρινιάζεις μωρή Ασημούλα μια χαρά τα περάσαμε, είδαμε λίγο κόσμο τώρα που κατεβήκανε μια βδομάδα οι Αθηναίοι , άνοιξε το μάτι μας! Μούγκα όλο το χρόνο βαρέθηκα να βλέπω εγώ εσένα κι εσύ εμένα! Τώρα που απόκτησες και εσπρεσσιέρα βάλε ένα καπουτσίνο να πιούμε. Σε εκμοντερνίσανε οι συμπέθεροι!
- Αλίμονο! Μπορούσε η συμπεθέρα μου που το παίζει Αθηναία να πιει ελληνικό καφέ; Γι αυτο κουβάλησε και την εσπρεσσιέρα της μαζί και μου την άφησε καβάντζα. Σου λέει, καλού κακού ας την έχω στο χωριό να μην την φέρνω πέρα δώθε! Δεν την είδες ανανεωμένη που ήτανε;
- Εννοείται πως το πρόσεξα. Τσίτα μπόμπα ήτανε η μούρη της! Είχε λέει κάνει νήματα κι ήρθε κι έστρωσε το δέρμα της! Ούτε ρυτίδα δεν είχε! Άσε που είχε κάνει και το φρύδι τατού!
- Εννοείς που το είχε ζωγραφισμένο; Έλα καημένη σα μασκαράς ήτανε μεγάλη γυναίκα μου ήθελε και φρύδι τατουάζ! Δεν ξέρω βέβαια τι είναι τα νήματα που λες αλλά κατάλαβα ότι είχε… τσιτώσει το δέρμα, ήτανε ολοφάνερο! Άσε που έφερε μαζί και μια βαλίτσα ρούχα λες και πήγαινε στο Μόντε Κάρλο διακοπές και όταν της είπα οτι δεν έχω ντουλάπα και να τα βάλει στο γιούκο στράβωσε!
- Μα την είδες τι φόραγε στην Ανάσταση στο Μεγαλοχώρι που πήγαμε; Ένα παλτό με κάτι φουσκωτά μανίκια ήτανε σαν τον τελευταίο αυτοκράτορα! Κι εσύ κακομοίρα από δίπλα με την πατατούκα λες και κατέβηκες από το Αλβανικό μέτωπο ήσουνα! Δεν πήγαινες να πάρεις ένα παλτουδάκι λίγο πιο περιοπής; Τόσα αρνιά έσφαξε ο προκομένος σου και κονόμησε, δεν σου’ δινε ένα κατοστάρικο να ντυθείς λίγο, να μην είσαι δίπλα της σαν παραδουλεύτρα; Την άλλη, τη Δέσπω της Γκόλφως. του Μήτσου τη νύφη ντε την πολυφάτσενη την είδες κι αυτή πως ήτανε ντυμένη στην τρίχα;
- Δεν με νοιάζουνε εμένα αυτά Μαριγούλα, μοντερνιές δεν κάνω. Αυτά είχα, αυτά έβαλα! Τι ήθελες, να τρέχω να κάνω ανταύγειες και λίφτινγκ για να μπω στο μάτι της συμπεθέρας; Μπορεί να το ‘ παιζε μοντέρνα κι άμα την έβλεπες πως έσκιζε την πέτσα από τ’ άρνί με το κατακόκκινο νύχι, θα καταλάβαινες πως οι άνθρωποι από το χωριό δεν αλλάζουνε εύκολα σε ότι κι αν μεταμορφωθούνε!
- Καλά εδώ δεν διαφωνώ μωρή Ασημούλα! Σαν τα λιμάδια πέφτανε οι Αθηναίοι πάνω στις σούβλες και ξεσκίζανε τα κοκορέτσια! Και τα θέλανε και έτοιμα! Σιγά μη βοηθάγανε κιόλας!
- Να φανταστείς όταν έπλενα τα άντερα για τη μαγειρίτσα και το κοκορέτσι η συμπεθέρα αντί να βάλει ένα χεράκι… κράταγε τη μύτη της! Της βρωμάγανε βλέπεις! Αλλά όταν τα είδε ψημένα και λιγουρευτά, ξέχασε το σκ@τό κι έπεσε με τα μούτρα στην ψητούρα! Αμ ‘ ετσι πάω κι εγώ διακοπές, να μου’ τα χουνε όλα έτοιμα και να μοστράρω τη νυχάρα λακ και τα χρυσά βραχιόλια που κάνουμε ντρουμου – ντρούμου!
- Κι εσύ φιλενάδα όταν θα πας στην Αθήνα να σε φιλοξενήσουνε το ίδιο θα κάνεις! Θα σε πάω κομμωτήριο και θα σου κάνω ένα ρεκτιφιέ ζόρικο και θα το παίζεις κι εσύ σπουδαία, να μάθει η ψηλομύτα η συμπεθέρα σου! Να μη λέει ότι ήρθε η χωριάτα συμπεθέρα!
- Τέλος πάντων ας είναι καλά οι άνθρωποι, γιατί αν δεν είχανε έρθει για Πάσχα στο χωριό ούτε εσπρέσσο θα πίναμε ούτε θα είχαμε τι να σχολιάσουμε! Και του χρόνου να ‘μαστε καλά λέω εγώ!