Είναι γνωστό ότι ο Παπαδιαμάντης βιοπορίζεται από τη μετάφραση επιφυλλίδων και ειδησεογραφίας από τα γαλλικά και τα αγγλικά διαδοχικά στις εφημερίδες «Εφημερίς», «Ακρόπολις», «Άστυ» και «Νέον Άστυ», στο περιοδικό «Νέον Πνεύμα» και σποραδικά στην «Εστία» και τα «Παναθήναια», καθώς και στην εκδοτική σειρά «Πανδώρα»

Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη*

Είναι γνωστό ότι ο Παπαδιαμάντης βιοπορίζεται από τη μετάφραση επιφυλλίδων και ειδησεογραφίας από τα γαλλικά και τα αγγλικά διαδοχικά στις εφημερίδες «Εφημερίς», «Ακρόπολις», «Άστυ» και «Νέον Άστυ», στο περιοδικό «Νέον Πνεύμα» και σποραδικά στην «Εστία» και τα «Παναθήναια», καθώς και στην εκδοτική σειρά «Πανδώρα». Μετά το 1903 μεταφράζει τρία βιβλία των Γκόρντον, Φίνλεϊ και Σπηλιάδη κατά παραγγελία του Γιάννη Βλαχογιάννη.

Η ποικιλία των εντύπων, το αναγνωστικό τους κοινό και η ειδολογική ποικιλία των μεταφρασμάτων καθιστούν σαφές ότι ο μεταφραστής Παπαδιαμάντης (τόσο στις ενυπόγραφες όσο και στις αποδιδόμενες σε αυτόν μεταφράσεις) δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ενιαίο τρόπο. Αρκεί να σημειωθεί ότι κατά το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεταφράζει (1882-1908) παρουσιάζεται μια θεαματική αλλαγή στη μορφή, στο είδος και στη διακίνηση των μυθιστορημάτων στην Ευρώπη και την Αμερική που καθορίζει τις επιλογές των εκδοτών-διευθυντών των εφημερίδων. Οταν εισέρχεται στον κόσμο των μεταφράσεων ο Παπαδιαμάντης, συγγραφέας δύο μόνον μυθιστορημάτων, κυριαρχεί το γαλλικό επιφυλλιδογραφικό μυθιστόρημα, ενώ όταν με την πάροδο του χρόνου καταξιώνεται ως διηγηματογράφος, αναδεικνύεται σε μεταφραστή best-sellers κυρίως από τα αγγλικά («Manxman», «Heavenly Twins», «Quo Vadis», «Ben Hur», «Dracula»).

Και η μεταφραστική του στρατηγική δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά εξαρτάται από την ποιότητα και το είδος του μεταφραζόμενου κειμένου: Η αστική τοπογραφία και κουλτούρα δεν είναι το δυνατότερό του σημείο (οπότε είτε «εθνικοποιεί», είτε αποδίδει συνοπτικά, είτε απαλείφει τμήματα του πρωτοτύπου). Η δεινότητά του είναι εμφανής στη μετάφραση θαλασσινών περιπετειών, εξωτικών περιοχών, νησιωτικών ηθών και ιστορικών περιόδων, ιδίως της ρωμαϊκής.

Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι «αφανής/αόρατος» μεταφραστής. Αυτό δεν σημαίνει ότι μέσω των επιλογών του υποβάλλει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι διαβάζει ένα ξένο κείμενο, αλλά ότι συχνά χρησιμοποιεί στη μετάφρασή του την υφολογική ποικιλία του δικού του έργου ιδιαίτερα ως προς τη μείξη γλωσσικών κωδίκων, τη δημιουργία σύνθετων λέξεων από την αρχαία γραμματεία ή την υμνογραφία, ενίοτε και δικής του κοπής, την αντιστροφή συνεκφορών και την πολυμετοχία που οδηγεί σε ομοιοτέλευτα. Με αυτήν τη γλωσσική ποικιλία εμπλουτίζει ποσοτικά και ποιοτικά το ξένο κείμενο με έμφαση στην ανάδειξη του ρυθμού, πράγμα που φαίνεται ιδίως στην απόδοση των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στα μυθιστορήματα, όπου ο ρυθμός παίζει σημαντικότερο ρόλο από την απόδοση του νοήματος.

Εξίσου ορατή είναι η παρουσία του στις ιδεολογικού τύπου επεμβάσεις στο πρωτότυπο (συνηθέστερα για ζητήματα θρησκευτικού, σπανιότερα αισθητικού, εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου): είτε σε υποσημειώσεις, είτε σε σχόλια εντός κειμένου, ή –σε ακραίες περιπτώσεις– σε αντικατάσταση του πρωτοτύπου χωρίς ένδειξη παρέμβασης εκ πρώτης όψεως.

Έχει επισημανθεί ότι αρκετά κείμενα του Παπαδιαμάντη «ψωμίζονται» κυρίως θεματολογικά από τις μεταφράσεις του. Την καλύτερη ίσως απάντηση στο ερώτημα της σχέσης του πρωτοτύπου με το μεταφραστικό του έργο τη δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας στα «Ρόδιν’ ακρογιάλια» (1908/Απαντα 4, 244).

Πλὴν ὅλ᾿ αὐτὰ μ᾿ ἐνθυμίζουν τὸ δίστιχον, ὁποὺ εἶχα διαβάσει ἕνα καιρὸν εἰς ἐπιφυλλίδα τῆς «Ἐφημερίδος». Μήπως εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν πέννα σου; Μετάφρασις ἦτον; Τί ἦτον;

– Τὸ ποῖον;

–  Ἰδοὺ πῶς ἔλεγε:

«Ἀγάπες ταξιδιάρες στὸ κῦμα τὸ θολὸ

κ᾿ ἐβούλιαξ᾿ ἡ βαρκούλα, κ᾿ ἐπέσαν στὸ γιαλό.»

–  Δὲν θυμοῦμαι πλέον.

Μέχρι το 2003, οπότε η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου εντόπισε το ποίημα στη μετάφραση του μυθιστορήματος του Claretie «Η έρημος οικία» στην «Εφημερίδα» του Κορομηλά, το δίστιχο θεωρείτο πρωτότυπο· ανθολογήθηκε, μάλιστα, ως ποίημα του Παπαδιαμάντη. Σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι η μετάφραση των «αφελών στίχων αρχαίου άσματος»: «Nos amours sont sur l’eau/Dans un bateau de verre!/ Le bateau s’est cassé, /Nos amours sont par terre!».

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, όμως, το 1908 δεν θυμάται. Τι ακριβώς δεν θυμάται; Αν είχε περάσει από την πένα του; Αν ήταν μετάφραση; Ή αν ήταν δικό του; Μια δεύτερη γραφή (μετάφραση) με χαρακτηριστικά πρωτοτύπου;

Πρόκειται, ίσως, για ένα κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη, μια αδιόρατη χειρονομία-πρόσκληση του Παπαδιαμάντη να ερευνήσουμε προσεκτικά τις μεταφράσεις του σε συνάφεια με το πρωτότυπο έργο. Και στη συνέχεια να ξαναδιαβάσουμε το πρωτότυπο έργο του υπό το φως των μεταφράσεών του.

*Η κ. Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη είναι ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

kathimerini.gr