FOLLOW US: facebook facebook

Το Πανεπιστήμιο είναι και πρέπει να παραμείνει κτήμα της κοινωνίας

Μερόπη Τζούφη – Στέργιος Νταής

Η εκπαιδευτική πολιτική των τελευταίων ετών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα είχε συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.(…) Η αύξηση της χρηματοδότησης, η στελέχωση με ανθρώπινο δυναμικό και οι θεσμικές τομές της τελευταίας περιόδου κανονικοποίησαν τον ρόλο και τη λειτουργία των ελληνικών ιδρυμάτων. Ζητούμενο είναι η συνέχιση αυτής της προσπάθειας…

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόσφατα την ετήσια «Εκθεση Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης & Κατάρτισης 2019», η οποία περιλαμβάνει δεδομένα και αναλύσεις για κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι μελέτες των διεθνών οργανισμών αποτελούν χρήσιμο εργαλείο, αφού πρώτα μελετηθούν με νηφαλιότητα και κριτικό πνεύμα, καθώς συχνά εμπεριέχουν ιδεολογικούς προσανατολισμούς και πολιτικές στοχεύσεις.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που παρουσιάστηκε η μελέτη από συγκεκριμένη μερίδα των ΜΜΕ, η οποία χρησιμοποίησε την έκθεση ώστε να απαξιώσει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δημιουργώντας την εντύπωση πως τα ευρήματα αποτελούν καταδίκη της εκπαιδευτικής πολιτικής των τελευταίων ετών.

Ωστόσο, η έκθεση καταγράφει μια σειρά από θετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, ειδικά κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Σημειώνει και υπαρκτές αδυναμίες, οι οποίες πολλές φορές αφορούν το σύνολο των κρατών-μελών και όχι μόνον τη χώρα μας. Στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω έκθεση δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αποσπασματικής υιοθέτησης συμπερασμάτων, αλλά αντικείμενο διαλόγου και προβληματισμού.

Οσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρει πως «το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών με πτυχίο αυξήθηκε το 2018 στο 44,3%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ε.Ε. (40,7%)».

Παράλληλα, «το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ανήλθε σε 59% το 2018, αυξημένο κατά 10 μονάδες από το 2015». Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο στην Ε.Ε. και σχετίζεται με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας λόγω της οικονομικής κρίσης και των προγραμμάτων λιτότητας˙ επανακάμπτει όμως ραγδαία.

Θετικά αντιμετωπίζονται και οι αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής και η ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια, αναγνωρίζοντας πως «το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων, αν και δίκαιο, παράγει αναντιστοιχίες και ανεπάρκειες σε επίπεδο σπουδών, καθώς πολύ συχνά ούτε οι φοιτητές ούτε τα Πανεπιστήμια επιτυγχάνουν τις προτιμήσεις». Σημειώνει επιπρόσθετα πως το Λύκειο επικεντρώνεται κυρίως στην προετοιμασία για τις εξετάσεις εισαγωγής, γεγονός που έχει μια σειρά από αρνητικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, οι κατηγορίες για δημιουργία σχολών δύο ταχυτήτων δεν επιβεβαιώνονται ούτε στην έκθεση ούτε στην πραγματικότητα.

Οσον αφορά την αναδιάρθρωση του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τις συνέργειες ΑΕΙ-ΤΕΙ, η έκθεση εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις κυρίως υπό το πρίσμα της αγοράς εργασίας και όχι της εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα επισημαίνει πως για τη μεταβατική αυτή περίοδο προβλέφθηκαν 500 νέες θέσεις ακαδημαϊκού προσωπικού. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι επικαιροποιημένα καθώς η απερχόμενη κυβέρνηση μερίμνησε για 1.700 θέσεις μελών ΔΕΠ και 5.200 θέσεις νέων ερευνητών.

Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση, η δημιουργία των Διετών Προγραμμάτων Επαγγελματικών Σπουδών των ΑΕΙ για αποφοίτους των ΕΠΑΛ θα γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τριτοβάθμιας και επαγγελματικής δευτεροβάθμιας και μετα-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Δυστυχώς, η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έσπευσε να αναστείλει τη λειτουργία 67 δωρεάν προγραμμάτων σπουδών, τα οποία οργανώθηκαν από 11 Πανεπιστήμια της χώρας με σκοπό να παρέχουν τίτλους σπουδών επιπέδου 5.

Ειδική αναφορά υπάρχει για την έρευνα και την αντιμετώπιση του φαινομένου της μονόπλευρης φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα, η ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας & Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) αποτιμάται θετικά «παρέχοντας στήριξη σε νέους επιστήμονες, χορηγώντας υποτροφίες για διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές, χρηματοδοτώντας ερευνητικά έργα υψηλής ποιότητας και προμήθειες ερευνητικού εξοπλισμού. Επίσης διευκολύνει την πρόσβαση των ΑΕΙ σε καινοτόμα ερευνητικά προγράμματα και στηρίζει τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων που αξιοποιούν τα αποτελέσματα της έρευνας».

Στο ίδιο μήκος κύματος αναγνωρίζεται η συμβολή του προγράμματος «Δημιουργώ-Ερευνώ-Καινοτομώ», μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν 6.800 νέες θέσεις εργασίας για επιστημονικό προσωπικό. Συνολικά, οι νέες θέσεις που δημιουργήθηκαν από το ΕΛΙΔΕΚ και το πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Ερευνας & Τεχνολογίας αγγίζουν τις 10.000, σηματοδοτώντας την αναστροφή της εκροής επιστημόνων προς χώρες του εξωτερικού, η οποία κορυφώθηκε κατά τα χρόνια της κρίσης.

Καταληκτικά, η εκπαιδευτική πολιτική των τελευταίων ετών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα είχε συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Δεδομένης της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας από το 2009 και έπειτα, τα Πανεπιστήμια άντεξαν και συνέχισαν το έργο και την αποστολή τους. Η αύξηση της χρηματοδότησης, η στελέχωση με ανθρώπινο δυναμικό και οι θεσμικές τομές της τελευταίας περιόδου κανονικοποίησαν τον ρόλο και τη λειτουργία των ελληνικών ιδρυμάτων. Ζητούμενο είναι η συνέχιση αυτής της προσπάθειας ώστε να υπάρξουν περαιτέρω ευεργετικά αποτελέσματα.

* Βουλευτής Ιωαννίνων, ακαδημαϊκός και πρ. υφυπουργός Παιδείας

** Βιοφυσικός (MSc), επιστ. συνεργάτης της Βουλής

Σχετικά Αρθρα

author@proini.news



Αφήστε μια απάντηση