Και συ διαβάτη που θα βρεις, ετούτη την γραφή μου,
σύρε να πας στη μάνα μου, σύρτη και στη καλή μου.
Πες τους να βάλουν γιορτινά, τα ρούχα τους τα άσπρα,
την κόμη να στολίσουνε, με λούλουδα και άστρα.
Πες τους να στρώσουν στην αυλή, πασχαλινό τραπέζι,
να βάλουν το γραμμόφωνο, ριζίτικα να παίζει.
Πες τους πως δεν απόθανα, απλώς αποκοιμήθει,
μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, μ΄ ορθάνοιχτα τα στήθη.

Και συ διαβάτη που θα βρεις, ετούτη την γραφή μου,
σύρε να πας στη μάνα μου, σύρτη και στη καλή μου.
Πες τους, σαν θα ‘ρθούνε στη γιορτή, οι σύντροφοι και φίλοι,
να τους χαρίσουν, για χορό, το γαμπρινό μαντίλι.
Πες τους, σαν λήξουν οι χοροί, στο Λαμπρινό τραπέζι,
να βγάλουν να κεράσουνε, μέλι και πετιμέζι.
Πες τους, ότι φεύγοντας, για να ξεπροβοδίσουν,
το χάρτινο, του ΕΑΜ χωνί, πεσκέσι να χαρίσουν.

Πες και στους συντρόφους μου,

σαν ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ, κτυπήσουν οι καμπάνες,
να βγουν στις ρούγες, τα στενά, σοκάκια και αλάνες,
τελάληδες με το ΧΩΝΙ, πως με ΗΡΩΙΣΜΟ,
Λαός Ανέστη εκ των νεκρών, από τον φασισμό.

Πάνος Παρασκευάκος

21/02/2026