Όταν ο αείμνηστος καθηγητής μου Νίκος Αθανασιάδης μου πρότεινε το θέμα του διδακτορικού μου να είναι στη φυτοκοινωνιολογία, η αλήθεια είναι ότι στράβωσα. Όμως, με μεγάλη υπομονή, μου εξήγησε ότι η επιστήμη αυτή χρειάζεται πολλή φαντασία και ιδιαίτερη ευαισθησία, την οποία, όπως επέμενε, διέθετα.

  • Γι’ αυτό, μου είπε, οι φυτοκοινωνιολόγοι στη χώρα μας ποτέ δεν ξεπέρασαν τα δάχτυλα των δύο χεριών.

Όταν τον ρώτησα σε τι χρειάζεται η φαντασία, μου είπε:

  • Η φυτοκοινωνιολογία είναι μια επιστήμη αντίστοιχη, ως προς το αντικείμενό της, με την κλασική κοινωνιολογία. Μελετάς τις σχέσεις των φυτών μεταξύ τους και τον τρόπο με τον οποίο συνυπάρχουν στις δικές τους κοινωνίες. Και για να το πετύχεις αυτό, θα πρέπει να μάθεις να μιλάς με τα φυτά. Και εδώ χρειάζεται η ευαισθησία. Δεν είναι μόνο να τα μιλάς, αλλά κυρίως να τα ακούς. Αν το κάνεις αυτό, θα δεις έναν διαφορετικό κόσμο και δεν θα το μετανιώσεις.

Και σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά, τον ευγνωμονώ από τα βάθη της καρδιάς μου.

Και να γιατί.

Τι είναι η φυτοκοινωνιολογία;

Κατ’ αρχάς, να εξηγήσουμε τι είναι η φυτοκοινωνιολογία.

Είναι ένας ιδιαίτερος κλάδος της οικολογίας που μελετά τις φυτικές κοινότητες, τη σύνθεση και τη δομή τους, τις σχέσεις των φυτών μεταξύ τους και τη σχέση τους με το περιβάλλον.

Η λέξη είναι φυσικά σύνθετη. Και ναι μεν το πρώτο μέλος της παραπέμπει στα φυτά στα οποία αναφέρεται, πώς όμως προέκυψε το δεύτερο συνθετικό, «κοινωνιολογία», που παραπέμπει σε ανθρώπινες κοινωνίες;

Ας ξετυλίξουμε λοιπόν τον μαγικό κόσμο της κοινωνικής ζωής των φυτών με απλό και κατανοητό τρόπο.

Τα φυτά ανταγωνίζονται για το ηλιακό φως, το νερό, τα θρεπτικά στοιχεία και τον χώρο. Δεν περιορίζονται όμως όλα στις σχέσεις ανταγωνισμού. Η παρουσία ενός φυτού μπορεί να επηρεάζει τις συνθήκες ζωής ενός άλλου, άλλοτε δυσμενώς και άλλοτε ευνοϊκά. Έτσι, διαφορετικά είδη συνυπάρχουν, αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν στη λειτουργία μιας κοινότητας.

Οι κοινότητες αυτές ονομάζονται φυτοκοινωνίες.

Ο όρος είναι κυριολεκτικός. Φυτοκοινωνία είναι μια κοινότητα φυτών που συνυπάρχουν σε έναν συγκεκριμένο τόπο, μέσα σε συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες, και οι σχέσεις μεταξύ τους αποτελούν αντικείμενο μελέτης της φυτοκοινωνιολογίας.

Με απλά λόγια θα μπορούσαμε να πούμε:

«Φυτοκοινωνία είναι μια ομάδα φυτικών οργανισμών που ζουν σε έναν συγκεκριμένο χώρο, συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με το βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον τους».

Για να γίνει κατανοητή η έννοια της φυτοκοινωνίας, ας κάνουμε τον συσχετισμό μεταξύ ανθρώπινων και φυτικών κοινωνιών.

Η κωμόπολη των φυτών

Ας φανταστούμε λοιπόν πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια πόλη, της οποίας όλος ο πληθυσμός ασχολείται με μία μόνο οικονομική δραστηριότητα.

Ας υποθέσουμε ότι όλοι ασχολούνται αποκλειστικά με τη μελισσοκομία.

Παρά τη μεγάλη αξία του προϊόντος τους, η κοινωνία αυτή δύσκολα θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς άλλες βασικές δραστηριότητες. Θα έλειπαν ο γιατρός, ο δάσκαλος, ο γεωργός, ο κτηνοτρόφος, ο ηλεκτρολόγος, ο μηχανικός, ο οδηγός.

Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με μια φυσική φυτοκοινωνία.

Ένα δάσος μπορεί να κυριαρχείται από ένα είδος δέντρου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελείται μόνο από αυτό. Υπάρχουν ο υπόροφος, οι θάμνοι, τα ποώδη φυτά, τα αναρριχώμενα, οι μύκητες και πλήθος άλλων οργανισμών που συμμετέχουν στη λειτουργία του οικοσυστήματος.

Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί η φυσική λειτουργία μιας δασικής κοινωνίας όταν αφαιρούνται συστηματικά και σε μεγάλη έκταση σημαντικά στοιχεία της βλάστησής της.

Το λάθος αυτό, δυστυχώς, το βλέπουμε τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά, σε αναδασώσεις, σε καθαρισμούς της υποβλάστησης, ιδίως γύρω από οικισμούς και τουριστικές εγκαταστάσεις, ξενοδοχεία, κάμπινγκ κ.λπ., αλλά και σε εκτεταμένες επεμβάσεις διαχείρισης της καύσιμης ύλης.

Η διαχείριση της καύσιμης ύλης μπορεί ασφαλώς να είναι απαραίτητη σε συγκεκριμένες θέσεις. Άλλο όμως η επιλεκτική και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση και άλλο η αντιμετώπιση ολόκληρου του υπορόφου ως «άχρηστης» βλάστησης.

Ανταγωνισμός και συνύπαρξη

Στις ανθρώπινες κοινωνίες κάθε επαγγελματίας προσπαθεί να εξασφαλίσει όσο μπορεί περισσότερα για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Κάπως έτσι λειτουργεί και το κάθε πεύκο.

Προσπαθεί να εξασφαλίσει περισσότερο φως, περισσότερο νερό και περισσότερο χώρο για το ριζικό του σύστημα από τα γειτονικά του φυτά.

Όταν όμως ολόκληρη η κοινότητα απειλείται από έναν εξωτερικό παράγοντα, οι επί μέρους ανταγωνισμοί περνούν σε δεύτερη μοίρα και αναπτύσσονται μηχανισμοί που ενισχύουν την αντοχή της κοινότητας.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη φυτοκοινωνία.

Ένα μοναχικό πεύκο είναι περισσότερο εκτεθειμένο στον άνεμο, στο χιόνι και στις ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες από ένα δέντρο που αναπτύσσεται μέσα σε μια οργανωμένη δασική συστάδα.

Η ύπαρξη πολλών φυτών μαζί μεταβάλλει το μικροκλίμα. Η βλάστηση επηρεάζει την υγρασία του εδάφους, την ένταση του ανέμου, τη θερμοκρασία και την ποσότητα της ακτινοβολίας που φτάνει στο έδαφος.

Έτσι, τα φυτά ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα η συνύπαρξή τους μπορεί να προσφέρει πλεονεκτήματα στην ίδια την κοινότητα.

Ο καθένας έχει τη δουλειά του

Όπως στις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχουν διάφοροι κλάδοι που επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού, ηλεκτρολόγοι, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, γιατροί κ.λπ., έτσι και στις φυτοκοινωνίες διαφορετικά είδη έχουν διαφορετικές οικολογικές λειτουργίες.

Υπάρχουν φυτά που συμβιώνουν στις ρίζες τους με μικροοργανισμούς, όπως τα αζωτοδεσμευτικά βακτήρια, συμβάλλοντας στον κύκλο του αζώτου.

Άλλα σχηματίζουν μυκορριζικές σχέσεις με μύκητες, οι οποίοι μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την πρόσληψη νερού και θρεπτικών στοιχείων από τις ρίζες.

Άλλοι οργανισμοί αναπτύσσονται σε διαφορετικά βάθη του εδάφους και αξιοποιούν διαφορετικούς πόρους, ενώ μετά τον θάνατό τους τα οργανικά τους υπολείμματα επιστρέφουν στο έδαφος και συμμετέχουν στον κύκλο των θρεπτικών στοιχείων.

Το πουρνάρι, για παράδειγμα, είναι ένα εξαιρετικά ανθεκτικό μεσογειακό είδος που μπορεί να εγκατασταθεί σε πετρώδεις και ξηρές θέσεις, αναπτύσσοντας εκτεταμένο ριζικό σύστημα και συμβάλλοντας στη συγκράτηση του εδάφους.

Κάθε είδος έχει λοιπόν τη δική του θέση μέσα στην κοινότητα.

Μέχρι και στρατός υπάρχει

Αν παρατηρήσουμε έναν μεσογειακό θαμνώνα, θα αντιληφθούμε ότι οι ακανθώδεις θάμνοι, όπως το παλιούρι, ο ασπάλαθος και η βάτος, μπορούν σε ορισμένες θέσεις να δημιουργούν ένα φυσικό εμπόδιο.

Προστατεύουν νεαρά φυτά και άλλα, περισσότερο ευάλωτα στη βόσκηση, είδη που βρίσκονται στο εσωτερικό της φυτοκοινωνίας.

Μέσα σε μια φαινομενικά άγρια και ακανόνιστη βλάστηση μπορεί λοιπόν να κρύβεται μια ολόκληρη στρατηγική επιβίωσης.

Προστασία μπορούν να προσφέρουν επίσης οι θάμνοι στα δέντρα, επηρεάζοντας τις συνθήκες του μικροπεριβάλλοντος και τις μετακινήσεις ορισμένων οργανισμών.

Στο δάσος του Σέιχ-Σου της Θεσσαλονίκης, η έντονη παρουσία της πιτυοκάμπης αποτελεί χαρακτηριστικό πρόβλημα των πευκοσυστάδων. Η σχέση όμως μεταξύ πυκνότητας υπορόφου, μετακίνησης των προνυμφών και προσβολής δεν μπορεί να εξηγηθεί με μία μόνο αιτία. Ακριβώς γι’ αυτό η φυτοκοινωνία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύστημα πολλών αλληλεπιδράσεων και όχι ως ένα σύνολο ασύνδετων φυτών.

Ακόμη και «χημικός πόλεμος»

Όταν μια φυτοκοινωνία αναπτύσσεται σε ιδιαίτερα ξηρό περιβάλλον, ο ανταγωνισμός για το νερό γίνεται ιδιαίτερα έντονος.

Εδώ εμφανίζεται και το φαινόμενο της αλληλοπάθειας. Ορισμένα φυτά απελευθερώνουν στο περιβάλλον χημικές ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν τη βλάστηση ή την ανάπτυξη άλλων φυτών.

Δεν πρόκειται για «συνειδητό δηλητηριασμό» του εδάφους, αλλά για φυσιολογικούς και οικολογικούς μηχανισμούς που μπορούν να προσφέρουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ορισμένες συνθήκες.

Κάθε κοινωνία προσαρμόζεται στον τόπο της ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Παρατηρούμε ότι σε κάθε περιοχή οι φυτικές κοινωνίες επηρεάζονται από τις τοπικές συνθήκες.

Όπως οι άνθρωποι προσαρμόζουν τον τρόπο ζωής τους στο περιβάλλον, έτσι και τα φυτά που απαρτίζουν μια φυτοκοινωνία διαθέτουν προσαρμογές στις συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίχθηκαν.

Στο μεσογειακό κλίμα, όπου η βροχόπτωση είναι εποχική και η θερινή ξηρασία έντονη, πολλά φυτά έχουν αναπτύξει χαρακτηριστικές προσαρμογές.

Πολλά είναι αείφυλλα. Έχουν μικρά, σκληρά ή δερματώδη φύλλα, συχνά με επιφανειακές δομές που περιορίζουν τις απώλειες νερού. Όταν η διαθεσιμότητα του νερού περιορίζεται, μπορούν να μειώσουν τη διαπνοή τους ελέγχοντας το άνοιγμα των στομάτων τους.

Τα φρύγανα παρουσιάζουν ακόμη πιο ακραίες προσαρμογές. Πολλά είδη έχουν πολύ μικρά φύλλα, ενώ ορισμένα περιορίζουν σημαντικά τη φυλλική τους επιφάνεια κατά την ξηρή περίοδο και επανέρχονται όταν επιστρέψουν οι ευνοϊκότερες συνθήκες.

Αντίθετα, τα φυτά των μεγάλων υψομέτρων αντιμετωπίζουν κυρίως τις χαμηλές θερμοκρασίες, τον παγετό και το χιόνι και έχουν αναπτύξει διαφορετικές μορφές προσαρμογής.

Τα φυτά των υγρών και παραποτάμιων περιοχών διαθέτουν επίσης ιδιαίτερες προσαρμογές. Ορισμένα αναπτύσσουν αερεγχυματικούς ιστούς, δηλαδή ιστούς με μεγάλους αεροφόρους χώρους, οι οποίοι διευκολύνουν τη μεταφορά οξυγόνου προς τις ρίζες όταν το έδαφος παραμένει πλημμυρισμένο.

Βλέπουμε λοιπόν ότι στη φύση τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Κάθε φυτό βρίσκεται εκεί όπου οι συνθήκες του επιτρέπουν να επιβιώσει, να αναπτυχθεί και να ανταγωνιστεί. Η παρουσία του όμως επηρεάζει ταυτόχρονα και τις συνθήκες ζωής των άλλων.

Ο φυτοκοινωνιολόγος διαβάζει το τοπίο

Τη μελέτη των φυτοκοινωνιών την κάνουν ειδικοί επιστήμονες, οι φυτοκοινωνιολόγοι.

Ένας από αυτούς, δεν ήμαστε δα και πολλοί, είμαι κι εγώ.

Η δουλειά μας έχει πολλά κοινά με τη δουλειά ενός κοινωνιολόγου, όχι βέβαια επειδή τα φυτά έχουν ανθρώπινη κοινωνική συνείδηση, αλλά επειδή εξετάζουμε τις σχέσεις, τη συνύπαρξη και την κατανομή των μελών μιας κοινότητας.

Παρακολουθούμε τη σύνθεση και την αφθονία των διαφόρων ειδών και, από αυτήν, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις περιβαλλοντικές συνθήκες μιας περιοχής, όπως την υγρασία, την οξύτητα ή αλκαλικότητα, τη γονιμότητα, το βάθος και τη σύσταση του εδάφους.

Για παράδειγμα, η παρουσία της άγριας φράουλας μπορεί να μας δώσει ενδείξεις για όξινες συνθήκες, η φτέρη για υγρές και συχνά όξινες θέσεις, ενώ η σουσούρα συνδέεται χαρακτηριστικά με φτωχά και όξινα εδάφη.

Έτσι, ο έμπειρος παρατηρητής δεν βλέπει απλώς φυτά.

Διαβάζει το τοπίο.

Διαβάζει το χώμα χωρίς να το σκάψει.

Διαβάζει την υγρασία χωρίς να βάλει το χέρι του στο έδαφος.

Διαβάζει ακόμη και την ιστορία του τόπου.

Και κάπου εδώ αρχίζει η συνομιλία

Μπορεί να με πείτε αλλοπαρμένο.

Πολλές φορές στη δουλειά μου στεκόμουν μπροστά σε ένα φυτό και σχεδόν το ρωτούσα:

  • Τι θέλεις να μου πεις;
  • Γιατί βρίσκεσαι εδώ;
  • Τι θα συνέβαινε αν έλειπες;
  • Τι προσφέρεις στα άλλα φυτά;

Και, με έναν παράξενο τρόπο, σχεδόν πάντα έπαιρνα την απάντηση.

Το πουρνάρι, για παράδειγμα, θα μπορούσε να μου πει:

«Εσύ βλέπεις έναν θάμνο. Εγώ όμως μπορώ να ζήσω εκεί όπου οι συνθήκες είναι δύσκολες, να αξιοποιήσω τις ρωγμές του βράχου και να συγκρατήσω το έδαφος. Δεν είμαι απλώς ένας θάμνος. Έχω κι εγώ τη θέση μου στην κοινωνία».

Και η βάτος ή το παλιούρι θα μπορούσαν να μου πουν:

«Εσύ βλέπεις αγκάθια. Εγώ όμως προστατεύω με τον τρόπο μου εκείνους που δεν έχουν τα δικά μου όπλα».

Αυτές δεν είναι πραγματικές συνομιλίες.

Είναι ο δικός μου τρόπος να ακούω τη φύση.

Γιατί ύστερα από τόσα χρόνια έμαθα πως για να γνωρίσεις ένα δάσος δεν αρκεί να κοιτάξεις τα δέντρα του.

Πρέπει να ακούσεις και τα μικρότερα φυτά, εκείνα που οι περισσότεροι προσπερνούν.

Γιατί στη φυτοκοινωνία, όπως και σε μια ανθρώπινη κοινωνία, κανείς δεν είναι πραγματικά μόνος και κανένας ρόλος δεν είναι χωρίς σημασία.

Ίσως τελικά αυτό να εννοούσε ο δάσκαλός μου, όταν μου είπε:

  • Δεν είναι μόνο να τους μιλάς. Είναι κυρίως να τα ακούς.

Και ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα, μπορώ να πω πως είχε δίκιο.

Γιατί όταν μάθεις να ακούς τα φυτά, το δάσος δεν είναι πια απλώς ένα σύνολο από δέντρα.

Είναι μια κοινωνία.

**Δασολόγος-Πρώην Τακτικός Ερευνητής στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης