Της Ντίνα Δασκαλοπούλου
Το άλλο μισό της εργασιακής ζούγκλας. Σε ποια θέση είναι οι γυναίκες στην Ελλάδα σήμερα, ντόπιες και μετανάστριες;
«Νομίζω ότι είμαι πολυεργαλείο. Και, χειρότερα, νομίζω ότι είμαι ένα πανάκριβο εργαλείο που πληρώνεται πολύ φθηνά. Νομίζω δηλαδή ότι είμαι ο ορισμός του κοροΐδου». Η νέα γυναίκα που κάθεται απέναντί μου συμπυκνώνει τις εξής ιδιότητες: είναι αδιόριστη εκπαιδευτικός που κάνει ιδιαίτερα, είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια αφού μαζεύει μόρια για να διοριστεί κάποτε στο μέλλον, είναι μεταφράστρια αφού η πρώτη της δουλειά δεν της φτάνει για να ζήσει, είναι μαμά δυο κοριτσιών, είναι φροντίστρια του ηλικιωμένου πατέρα της, είναι επίσης νοικοκυρά στο σπίτι της. «Αυτές τις αμειβόμενες και μη αμειβόμενες εργασίες κάνω κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνα, σχεδόν χωρίς κανένα ρεπό εδώ και 6 χρόνια», μας λέει η Νάγια. «Νοιώθω σαν μηχανή που παράγει ασταμάτητα και δεν νομίζω να σταματήσω, απλώς μια μέρα θα κάνω μπαμ και θα σκάσω. Ή θα το σκάσω και θα ψάχνουν να με βρουν με το silver alert».
«Οι γυναίκες μπαίνουν στην αγορά εργασίας με handicap, αφού έχουν να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς ρόλους. Πρέπει να είναι καλές εργαζόμενες, καλές μητέρες, καλές νοικοκυρές, καλές κόρες, καλοί σύζυγοι. Τρείς στις τέσσερις γυναίκες στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό έχουν ανήλικα παιδιά – άρα πολλαπλές υποχρεώσεις. Αυτό τις εξουθενώνει», μας λέει η Μαρία Σιδηροπούλου, μέλος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας. Κι όταν ξεκινούν την εργασιακή τους ημέρα, έχοντας συνήθως ξυπνήσει αχάραγα για να ετοιμάσουν τα παιδιά τους για το σχολείο, δεν μπαίνουν σε έναν στίβο όπου θα παίξουν και θα ανταγωνιστούν ισότιμα τους άντρες συναδέλφους τους, αλλά μάλλον σε ένα ναρκοπέδιο.
«Όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα για να αντιπαρατεθεί κανείς με μια γυναίκα, επιστρατεύεται ο σεξισμός για να την κάνουν να αισθανθεί άσχημα και να σταματήσει να μιλάει. Όλη αυτή η πίεση οδηγεί τις γυναίκες στο να νομίζουν ότι πρέπει να είναι τέλειες παντού. Αυτό μαθηματικά τις οδηγεί στην εξουθένωση, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες. Η πίεση στις γυναίκες με υψηλές θέσεις στην ιεραρχία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε το μισθολογικό χάσμα, το ότι αμείβονται λιγότερο ενώ έχουν τα ίδια προσόντα με τους άνδρες συναδέλφους τους – κι αυτός είναι ένας παράγοντας που οδηγεί στην εξουθένωση».
- 75% των γυναικών έχει βιώσει burn out, έναντι 58% των ανδρών.
- 71% των γυναικών το 2024 ζήτησε άδεια για λόγους ψυχικής υγείας.
Το σύνθημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία» το φώναζαν οι μητέρες μας την δεκαετία του 1970 και του 1980, το φωνάζουμε κι εμείς κι όπως όλα δείχνουν μάλλον θα το φωνάζουν και οι κόρες μας. Σε λίγες μέρες η ανθρωπότητα θα τιμήσει την Παγκόσμια Ημέρα Γυναικών και θα ακούσουμε πάλι διάφορες γλυκανάλατες σαχλαμαρίτσες για το «άλλο μισό του ουρανού». Ωστόσο, αν υπάρχει ένας δείκτης που να «μιλά» περισσότερο για ελευθερία, χειραφέτηση και αυτοδιάθεση των γυναικών είναι η οικονομική τους κατάσταση. Σε ποια θέση είναι οι γυναίκες στην Ελλάδα σήμερα, ντόπιες και μετανάστριες; Η Μαρία Καραμεσίνη είναι καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Παντείου Πανεπιστημίου. Το ερευνητικό και συγγραφικό της έργο έχει αναπτυχθεί, ανάμεσα σε άλλα, γύρω από θέματα αγοράς εργασίας με έμφαση σε ζητήματα ανισοτήτων φύλου. Και είναι η καταλληλότερη για να φωτίσει την υλική βάση της ζωής μας, πίσω από τους αριθμούς των hard data.
Οι γυναίκες είναι το 40% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού. Την ίδια ώρα, έχουν κατά μέσο όρο 38% χαμηλότερο εισόδημα από εργασία σε σχέση με τους άνδρες – και μόνο αυτό το στοιχείο θα αρκούσε για να πεισθεί κανείς ότι υπάρχουν ακόμα έμφυλες ανισότητες στην αγορά εργασίας. Για τους πιο δύσπιστους ή για τους πιο καλοπροαίρετους που πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν κερδίσει σε όλα τα πεδία, η συζήτησή μας με την Καραμεσίνη αποτυπώνει αναντίλεκτα μια πολύ σκληρή πραγματικότητα. Κι αυτή, αναντίλεκτα, έχει έμφυλα και ταξικά χαρακτηριστικά.

«Οι εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα δουλεύουν σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερες έμφυλες διακρίσεις απ’ ότι στον δημόσιο τομέα», τονίζει η καθηγήτρια του Παντείου. «Η απομείωση εργασιακών δικαιωμάτων, η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και η εργοδοτική ασυδοσία τις πλήττει ακόμα περισσότερο απ’ ότι τους άνδρες», λέει η Καραμεσίνη. «Τα λαϊκά νοικοκυριά βρίσκονται σήμερα σε δεινή οικονομική θέση. Στην περίπτωση της Βιολάντα είδαμε με τραγικό τρόπο πως εργαζόμενες μητέρες και μεγάλης ηλικίας εργαζόμενες αναγκάζονται να δουλεύουν νύχτα και 6ημερο για να στηρίζουν οικονομικά την οικογένειά τους ή για να βγουν στη σύνταξη. Τις είδαμε να κάνουν διπλή βάρδια εργασίας, έχοντας μαζί με τη δουλειά στο εργοστάσιο την κύρια ευθύνη του νοικοκυριού, των παιδιών και των εγγονών, δηλαδή βάρδια οικιακής εργασίας. Μια από τις νεκρές εργαζόμενες μητέρες έκανε μάλιστα τριπλή βάρδια. Δούλευε νυχτερινή βάρδια στη Βιολάντα, ενώ το πρωί δούλευε σε κομμωτήριο και φρόντιζε τα παιδιά».
Οι γυναίκες έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο από τους άνδρες.
- Αποτελούν την πλειοψηφία των εργαζόμενων σε επιστημονικά επαγγέλματα (54%) και των εργαζόμενων στο δημόσιο (52%).
- 54% των ανειδίκευτων εργαζόμενων είναι γυναίκες, 71% των μερικά απασχολούμενων.

Ποιες ομάδες γυναικών αντιμετωπίζουν σήμερα τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση και γιατί;
Η Καραμεσίνη μας δίνει την ακτινογραφία ενός κόσμου εκμετάλλευσης: «οι νέες και οι γυναίκες που έχουν χαμηλό και μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο και δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα είτε πολλές ώρες είτε με μερική απασχόληση και χαμηλούς μισθούς, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μπλοκάκι, με αδήλωτη ή υποδηλωμένη εργασία στα σουπερμάρκετ, στον τουρισμό, στα τηλεφωνικά κέντρα, σε εταιρείες προσωρινής εργασίας. Αυτές που δουλεύουν με μερική απασχόληση στα σουπερμάρκετ, εποχική απασχόληση στον τουρισμό και τη βιομηχανία, εικονικές εργολαβίες στις τράπεζες. Οι μετανάστριες που φροντίζουν τους ηλικιωμένους μας και καθαρίζουν τα σπίτια μας, κάνουν τη λάντζα και την καθαριότητα στα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και αλλού και εργάζονται είτε ανασφάλιστες είτε με ένσημα που μόλις τους εξασφαλίζουν την άδεια παραμονής».
- Το μισθολογικό χάσμα είναι σήμερα στην Ελλάδα στο 13,6%, πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (12%).
- Έχει μάλιστα αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, εφόσον το 2018 ανέρχονταν στο 10,4%.
- Το χάσμα αυξάνεται με την ηλικία, από 6% στα άτομα 25-34 ετών μέχρι 19% στις ηλικίες 55-64 ετών.
«Από το 2014 έχουμε συνεχόμενη αύξηση της γυναικείας απασχόλησης και μείωση της ανεργίας των γυναικών – με την εξαίρεση της περιόδου της πανδημίας. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της κρίσης του 2008 και των Μνημονίων στην απασχόληση ήταν δραματικές», λέει η Καραμεσίνη. «Χάθηκαν 370 χιλιάδες γυναικείες θέσεις εργασίας. Παρά τη συνεχόμενη αύξηση της γυναικείας απασχόλησης από το 2014, μόλις το 2025 ο αριθμός τους έφτασε ξανά στο επίπεδο του 2008. Επίσης, είναι μικρό το ποσοστό των γυναικών με χαμηλό και μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο που εργάζεται, με την Ελλάδα να βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ε.Ε.». «Η πανδημία έπληξε δυσανάλογα τις εργαζόμενες», τονίζει και η Σιδηροπούλου. «Οι περισσότερες από όσες βγήκαν στην ανεργία και επέστρεψαν στην αγορά, εργάζονται με μερική απασχόληση».
- Ποσοστό απασχόλησης γυναικών (γ’ τρίμηνο 2025)
- Τριτοβάθμια εκπαίδευση: 79%
- Λύκειο και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση: 54%
- Γυμνάσιο ή λιγότερη εκπαίδευση: 31%

Τι συμβαίνει με την ανεργία των γυναικών
Γιατί το χάσμα στα ποσοστά ανδρών-γυναικών επιμένει; Το γυναικείο ποσοστό ανεργίας είναι πολύ υψηλότερο του ανδρικού ποσοστού (11% έναντι 7% ) και το μεταξύ τους χάσμα το μεγαλύτερο στην Ε.Ε.», αναφέρει η Καραμεσίνη.
«Βρίσκεται σε καθοδική πορεία, όπως και το ανδρικό, λόγω της αύξησης της γυναικείας απασχόλησης, αλλά τροφοδοτείται διαρκώς από την μεγάλη αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Η αμειβόμενη εργασία είναι πλέον καθολική νόρμα στις νέες γενιές γυναικών, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ενώ οι λαϊκές οικογένειες Ελλήνων ή μεταναστών με ανήλικα παιδιά δεν μπορούν να τα βγάλουν οικονομικά πέρα χωρίς την απασχόληση των γυναικών. Υπάρχουν λοιπόν ακόμα μεγάλες εφεδρείες μη εργαζόμενων γυναικών, που μπαίνουν κατά κύματα στο εργατικό δυναμικό. Πολλές από αυτές δεν βρίσκουν δουλειά και μένουν άνεργες, ενώ άλλες αποσύρονται και ξαναπροσπαθούν αργότερα. Στους άνδρες δεν υπάρχουν τέτοιες εφεδρείες, αφού μετά τα 25 συμμετέχουν όλοι στο εργατικό δυναμικού. Είναι στοιχείο της έμφυλης ταυτότητας. Επίσης οι γυναίκες έχουν υψηλότερο ποσοστό προσωρινής απασχόλησης από τους άνδρες. Αυτός είναι ο δεύτερος παράγοντας που διατηρεί το γυναικείο ποσοστό ανεργίας πιο ψηλά από το ανδρικό. Ενδεικτικά, πέρυσι το καλοκαίρι δούλεψαν εποχικά στον τουρισμό 42 χιλιάδες άνδρες και 65 χιλιάδες γυναίκες, νέες και μεγαλύτερες, που απολύθηκαν στη συνέχεια».
Έστω ότι βρίσκουν μια δουλειά, έστω ότι παραβλέπουν ότι είναι λιγότερο καλοπληρωμένες από τους άρρενες συναδέλφους τους. Πόσο συμπεριλαμβάνει και λαμβάνει υπόψη του ο εργασιακός χώρος τις ανάγκες των γυναικών εργαζομένων; «Όλα τα εργαλεία δουλειάς είναι σχεδιασμένα από άνδρες για άνδρες», λέει η Σιδηροπούλου. «Από την εργονομία των γραφείων μέχρι τις στολές προστασίες στον κατασκευαστικό κλάδο. Η γυναικεία φύση δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη – δεν υπάρχουν μέτρα προστασίας για τις εγκύους ή για τις γυναίκες που υποφέρουν την πρώτη ημέρα της περιόδου. Η νομοθεσία στην Ελλάδα δεν εμβαθύνει στις ανάγκες των γυναικών. Είμαστε ίσοι, αλλά όχι ίδιοι. Δεν υπάρχει μέριμνα για τις γυναίκες ώστε να υποστηρίζονται στους πολλαπλούς τους ρόλους – κι αυτό το είδαμε στην περίπτωση της Βιολάντα, όπου έχασαν τη ζωή τους γυναίκες που δούλευαν βραδινή βάρδια για να μπορούν το πρωί να φροντίζουν την οικογένειά τους. Για να μην μιλήσουμε για τα εργατικά ατυχήματα, τα οποία θα έπρεπε να είναι ελάχιστα στην εποχή μας με τα μέσα που υπάρχουν. Στον δημόσιο τομέα και, ακόμα περισσότερο στον ιδιωτικό, δεν υπάρχει μέριμνα για την ασφάλεια των εργαζομένων. Πολύ λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση με πριν 50 χρόνια για αυτό έχουμε εργατικά ατυχήματα».