Γράφει ο Καραντώνης Τρύφωνας

Δικηγόρος – Γονέας  

Δράττομαι της ευκαιρίας που μου δίδει  η αιφνίδια ανακοίνωση της υπαγωγής του 2ου Γυμνασίου και Λυκείου της πόλης του Πύργου Ηλείας στα Ωνάσεια Σχολεία, για να εκθέσω τις απόψεις μου για το εγχείρημα αυτό. Σημειωτέον ότι η ανακοίνωση αυτή έλαβε χώρα στις 23/12/2025, χρονική στιγμή κατά την οποία τα σχολεία είχαν κλείσει για τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Συνεπώς, γονείς, μαθητές και καθηγητές απουσίαζαν από τις σχολικές μονάδες και, κατά την εσφαλμένη εκτίμηση εκείνων που προώθησαν την υπαγωγή, οι αντιδράσεις θα ήταν ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Πλανήθηκαν τελικώς πλάνην οικτρά.

Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσω ότι της δημοσιεύσεως της υπαγωγής στο ΦΕΚ της 23ης/12/2025 δεν είχε προηγηθεί η παραμικρή ενημέρωση -ούτε καν σχετική νύξη- από τους θεσμικούς φορείς της πόλης και του Νομού μας για την εξέλιξη αυτή, καίτοι είχαν υποχρέωση προς τούτο, αφού στις δημοκρατίες ο λαός -και ιδίως εκείνοι τους οποίους αφορά άμεσα το συγκεκριμένο διοικητικό μέτρο, δηλαδή η μετατροπή των σχολικών μονάδων σε Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία (ΔΗΜ.Ω.Σ.), εν προκειμένω οι γονείς, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί- έχουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προηγούμενης ενημέρωσης και ακρόασης.

Εκκινώντας λοιπόν την παράθεση των απόψεών μου, θα πρέπει να αναφέρω ότι τα προαναφερθέντα σχολεία χωροταξικά βρίσκονται στο κέντρο της πόλης του Πύργου και στεγάζονται σε κτίρια ηλικίας εξήντα (60) και πλέον ετών. Τα κτίρια αυτά έχουν αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, ιδίως μετά τους τελευταίους σεισμούς, σε βαθμό τέτοιο που έχει τεθεί, κατά το παρελθόν, ζήτημα ακόμη και μη συνέχισης των μαθημάτων στους συγκεκριμένους χώρους.

Ειρήσθω εν παρόδω, έχει άραγε επιλυθεί το ζήτημα της στατικής επάρκειας των κτιρίων αυτών (που δεν είχαν άδεια οικοδομής, κατά τους αρμοδίους) από τον ΟΑΣΠ, το μόνο καθ’ ύλην αρμόδιο όργανο για την εκτίμηση της στατικής επάρκειας του κτιρίου σε περίπτωση σεισμικού κινδύνου;

Επιπροσθέτως, και πάντοτε σε σχέση με την χωροταξική θέση των σχολείων -η οποία όφειλε να λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγων για την υπαγωγή τους- θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην βόρεια πλευρά της πόλης του Πύργου Ηλείας, όπου κατοικεί ο μισός πληθυσμός περίπου, δεν υπάρχει άλλο Λύκειο, με αποτέλεσμα οι μαθητές να μην έχουν άλλη επιλογή (σε περίπτωση που δεν επιλεγούν ή δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις εισαγωγής για φοίτηση στο σχολείο αυτό) από το να μετακινούνται καθημερινά προς την δυτική πλευρά της πόλης, όπου είναι συγκεντρωμένες οι υπόλοιπες σχολικές μονάδες, με χρόνο μετακίνησης τουλάχιστον 20–30 λεπτών .

Η υπαγωγή των ανωτέρω σχολικών μονάδων στα Ωνάσεια Σχολεία πραγματοποιήθηκε επί τη βάσει σύμβασης, την οποία είχε συνάψει προ ενός έτους περίπου το Υπουργείο Παιδείας με το Ίδρυμα Ωνάση, και η οποία αφορούσε τη χρηματοδότηση των εν λόγω σχολικών μονάδων. Είναι, λοιπόν, κατά βάση, μια χρηματοδοτική σύμβαση, μέσω της οποίας το Ίδρυμα Ωνάση -που δεν είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα, αν και βεβαίως οι υπηρεσίες που παρέχει εν γένει με την μορφή υποτροφιών ή χορηγιών είναι σημαντικές- δίδει χορηγία σε διάφορα σχολεία της Ελλάδος που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες αντιμετωπίζουν οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις και προς τούτο είναι υποβαθμισμένα, με στόχο την αναβάθμισή τους .

Τίθεται το ερώτημα στο σημείο αυτό: το εν λόγω σχολείο αλλά και η πρωτεύουσα του Νομού Ηλείας αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα, που καθιστούν απαραίτητη την υπαγωγή; Σπεύδω να επισημάνω ότι η αδυναμία -ή ακόμα και η ολιγωρία- των δημοτικών αρχών να υπαχθούν σε χρηματοδοτικά προγράμματα (Μαριέττα Γιαννάκου, Αθηνά) ή να αναζητήσουν χρηματοδότηση από το Κράτος για το σχολείο τους δεν μπορεί να τα εντάξει στα σχολεία που καλύπτει η εν λόγω σύμβαση.

Και βέβαια, δεν μπορώ να συνταχθώ με την εκφρασθείσα από τη δημοτική αρχή άποψη ότι «μας έδωσαν 2 εκατομμύρια» -ή όσα άλλα ακόμη- και «δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε». Το επιχείρημα αυτό αποπνέει φτωχή λογική και υποβιβάζει την πόλη σε επίπεδο που δεν της αξίζει.

Τα άνω σχολεία εντασσόμενα στα Ωνάσεια συνεχίζουν από την 8η ώρα πρωινή μέχρι την 2α μεσημεριανή να ακολουθούν το ίδιο πρόγραμμα που ακολουθούσαν μέχρι τώρα κατά ρητή πρόβλεψη των σύμβασης και της υπαγωγής.

Καμία απολύτως αλλαγή δεν επέρχεται στο εκπαιδευτικό έργο κατά το ημερήσιο πρόγραμμα έως τη 2η μεσημβρινή ώρα, χρονικό διάστημα το οποίο – σύμφωνα με όσους γνωρίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία εκ των έσω, συμμετέχοντας καθημερινά στη σχολική ζωή και όχι από θέσεις γραφείων – αποτελεί τον κατεξοχήν χρόνο κατά τον οποίο ο μαθητής διδάσκεται τα βασικά γνωστικά αντικείμενα, για τα οποία φοιτά στο σχολείο, και αποκτά τις γνώσεις που το Υπουργείο Παιδείας έχει επιλέξει να περιλαμβάνονται στο υποχρεωτικό πρόγραμμα σπουδών και να διαμορφώνουν τη σκέψη του.

Με δεδομένα τα ανωτέρω, τίθενται άμεσα δύο ερωτήματα, τα οποία χρήζουν επιτακτικής απάντησης.

Το πρώτο αφορά το ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας – η οποία, όπως προαναφέρθηκε, παραμένει αμετάβλητη – η κατάργηση των οργανικών θέσεων των εκπαιδευτικών που υπηρετούν μέχρι σήμερα στα σχολεία αυτά. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται, είτε άμεσα είτε σε ορίζοντα διετίας, την αντικατάστασή τους από εκπαιδευτικούς άγνωστης επάρκειας και, κυρίως, αβέβαιης διάθεσης να παραμείνουν επί μακρόν στις συγκεκριμένες σχολικές μονάδες, οι οποίοι ενδέχεται μάλιστα να είναι νεοεισερχόμενοι στην εκπαίδευση και να στερούνται της πολύτιμης εμπειρίας 20 – 25 ετών που διαθέτουν οι σημερινοί υπηρετούντες εκπαιδευτικοί.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά το σε τι ακριβώς συνίσταται η διακηρυσσόμενη «αναβάθμιση» που επιφέρει η υπαγωγή στα Ωνάσεια Σχολεία, τη στιγμή που το κύριο εκπαιδευτικό αντικείμενο και το βασικό πρόγραμμα σπουδών παραμένουν αμετάβλητα.

Είναι κοινή ομολογία ότι το σχολείο αυτό, με το υπάρχον διδακτικό προσωπικό για το οποίο ως γονείς επιλέξαμε να στείλουμε τα παιδιά μας, πέραν της χωροταξικής κατανομής, παρουσιάζει σημαντικές επιτυχίες στις Πανελλήνιες εξετάσεις – τον κυριότερο δείκτη αξιολόγησης για τους φοιτούντες μαθητές. Αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία δεν μπορεί να πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων στο όνομα μιας εικαζόμενης «αναβάθμισης», η οποία δεν τεκμηριώνεται από αντικειμενικά στοιχεία.

Άλλωστε, δεν είναι δυνατή καμία ουσιαστική σύνδεση των εν λόγω σχολικών μονάδων με ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει πραγματικές προϋποθέσεις επιτυχίας του όλου εγχειρήματος, μέσω της εφαρμογής σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων και καινοτόμων εκπαιδευτικών εργαλείων, Αντίστοιχη προοπτική, όπως αυτή που παρατηρείται σε σχολεία τα οποία λειτουργούν εντός ή σε άμεση γειτνίαση με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και όπου η συνεργασία μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εν προκειμένω δεν διαφαίνεται.

Σε τι συνίσταται, λοιπόν, η «αναβάθμιση» της παρασχόμενης εκπαίδευσης στο εν λόγω Γυμνάσιο και Λύκειο; Όποιος γνωρίζει την απάντηση, ας μας διαφωτίσει.

Και βεβαίως, εικάζω, με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, ότι οι υπηρετούντες στα εν λόγω σχολεία σήμερα εκπαιδευτικοί δεν αποδέχονται την λογική της δημιουργίας οργανικών θέσεων σε όμορα σχολεία, όπως αυτή εκφράσθηκε σε πρόσφατο δημοσίευμα από άτομα που δεν φαίνεται να γνωρίζουν τη συγκεκριμένη διαδικασία, παρά τη σχετική με το αντικείμενο θέση που κατέχουν στον Δήμο. Και τούτο διότι η δημιουργία οργανικών θέσεων προϋποθέτει την ύπαρξη διαθέσιμων διδακτικών ωρών και ουσιαστικού εκπαιδευτικού έργου· ελλείψει αυτών, οι εκπαιδευτικοί δεν αποδέχονται τη λογική της αργομισθίας. Η επαγγελματική και προσωπική τους αξιοπρέπεια δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.

Για να επανέλθω στο πρόγραμμα των Ωνασείων Σχολείων, θα πρέπει να σημειώσω ότι η μόνη ουσιαστική αλλαγή που προωθείται μέσω αυτών αφορά την προσθήκη δύο ωρών καθημερινά, από τη δεύτερη έως την τέταρτη απογευματινή, οι οποίες θα ακολουθούν την κύρια εκπαιδευτική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ωρών, οι μαθητές συμμετέχουν σε ομίλους και σύνολα, με αντικείμενα όπως το σκάκι, ο χορός, η θεατρική παράσταση, η ρομποτική κ.ά. και στόχο την καλλιέργεια δεξιοτήτων, Για την υλοποίηση αυτών των δραστηριοτήτων, προβλέπεται ότι οι εκπαιδευτικοί θα λαμβάνουν μηνιαία αμοιβή ύψους 320 ευρώ.

Κατ’ αρχάς, η καλλιέργεια των συγκεκριμένων δεξιοτήτων -και αυτό το γνωρίζουν καλύτερα από εμένα οι ιθύνοντες – γίνεται με επιτυχία από την προσχολική ηλικία ως και το Γυμνάσιο. Δεν είναι όμως αποτελεσματική όταν οι μαθητές έχουν πλέον εμβαθύνει στα κύρια γνωστικά αντικείμενα, πολύ δε περισσότερο όταν προετοιμάζονται για τις Πανελλήνιες εξετάσεις, με το κύριο μέλημά τους να είναι η εισαγωγή στη σχολή της επιλογής τους, μέσα από μια μακροχρόνια και επίπονη διαδικασία.

Αφήνοντας το θέμα αυτό στην άκρη, καίτοι δεν είναι αμελητέο, προκύπτει εύλογα το ερώτημα είναι παιδαγωγικά ορθό να βρίσκονται οι μαθητές στο σχολείο μέχρι της 4 το απόγευμα και με ποιες δυνάμεις και ψυχικά αποθέματα τα παιδιά αυτά θα παρακολουθούν τα αντικείμενα των συνόλων και των ομίλων.

Ποια η ικανότητα ουσιαστικής συμμετοχής των μαθητών και εν τέλει ποια η δυνατότητα απόκτησης δεξιοτήτων, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, στην οποία θα πρέπει διεξάγονται τεστ, διαγωνίσματα κ.λπ. 

Σπεύδω να απαντήσω ότι, κατά την γνώμη μου, η ουσιαστική ωφέλεια των μαθητών από τους ομίλους και τα σύνολα, η συμμετοχή στους οποίους θα είναι υποχρεωτική για 10 ώρες ανά εβδομάδα, εξαιρουμένων μάλλον των μαθητών που ήδη φοιτούν, θα είναι από μικρή έως ανύπαρκτη και ιδίως από τον Μάρτιο και μετά. Δεν μιλάμε για υπερανθρώπους, αλλά για μαθητές που βρίσκονται στην εφηβεία και η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι και το πρώτο τους μέλημα .

Εδώ και οι εργαζόμενοι που από την εργασία τους πορίζονται τα προς το ζην, όταν πλησιάζουν προς την λήξη του 8ώρου διακατέχονται από κόπωση και χαμηλούς ρυθμούς απόδοσης, πόσο μάλλον οι μαθητές. Και αυτοί οι μαθητές θα πρέπει να γυρίσουν στο σπίτι και, αφού ξεκουραστούν, θα πρέπει να μελετήσουν για την επόμενη μέρα .

Μα η σύγχρονη παιδαγωγική κάνει λόγο για όσο το δυνατόν μικρότερη απασχόληση του μαθητή και επισημαίνει την ανάγκη για χρόνο ανάπαυσης, ώστε να είναι σε θέση να αφομοιώνει τα γνωστικά αντικείμενα που μελετά. Μήπως αυτά έχουν αλλάξει και δεν έχουμε εικόνα εμείς οι επαρχιώτες;

Η εισαγωγή στα Ωνάσεια θα γίνεται με ποσόστωση στην οποία το 60% θα είναι από την δημοτική ενότητα που βρίσκεται το σχολείο και το υπόλοιπο 40% θα είναι από την ευρύτερη περιφερειακή ενότητα, με αποτέλεσμα να τίθεται  εύλογα το ερώτημα οι μαθητές που δεν θα συμμετάσχουν στις εξετάσεις ή θα απορριφθούν σ’ αυτές σε ποια σχολεία της πόλης θα προωθηθούν -και αυτό έχει να κάνει αφενός με την πληρότητα των σχολείων στην πόλη του Πύργου και αφετέρου με την κατά προαναφερθείσα χωροταξική θέση του σχολείου.

Όμως, όταν μιλάμε για δημόσια σχολεία σε μια μικρή πόλη, όπως είναι ο Πύργος, ποια θα είναι η συμπεριληπτικότητα του σχολείου, όταν θα γίνεται διάκριση και κατηγοριοποίηση των μαθητών; Πως θα επιτυγχάνεται η ώσμωση των καλών μαθητών με τους λιγότερο καλούς, ώστε το σχολείο μέσα από την ευγενή άμιλλα να ωθεί στη βελτίωση τους περισσότερους από εκείνους που φοιτούν; Γιατί, φαντάζομαι ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου, το δημόσιο σχολείο  δεν έχει αποστολή τη δημιουργία των ρετιρέ από την μια πλευρά και της πλατείας από την άλλη. Μ’ αυτήν την λογική δεν θα επιτευχθεί η κοινωνική κινητικότητα που πρέπει να έχει ως αποστολή η εκπαίδευση και εν γένει το εκπαιδευτικό σύστημα και η κοινωνία .

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι στην πόλη μας έχουμε την εμπειρία του 1ου Δημοτικού Σχολείου, που, στο άκουσμα της υπαγωγής του στα Πειραματικά σχολεία, οι μαθητές έκαναν ουρά για να φοιτήσουν και γινόταν  κλήρωση, όπως οριζόταν και από τον νόμο, ενώ σήμερα η κλήρωση είναι περιττή, αφού εισάγεται όποιος επιθυμεί από τη γειτονιά και μόνο, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα είχε μαθητές!!!

Άφησα  τελευταίο το ζήτημα των χρημάτων που θα δοθούν από το Ίδρυμα Ωνάση για το σχολείο και τούτο το έπραξα γιατί, όταν μιλάμε για εκπαίδευση και δη δημόσια, δεν τίθεται ζήτημα χρημάτων, αλλά ζήτημα στόχων και πώς θα επιτευχθούν αυτοί -και εν τέλει πώς θα γίνει να συμπεριλάβουμε όσο το δυνατόν περισσότερους στη μαθησιακή διαδικασία και να μην αποκλείσουμε κάποιους a priori απ’ αυτήν.

Θα καταβάλει, λέει. το ίδρυμα ποσό 2.000.000 ευρώ και αυτό είναι το δέλεαρ – το τυρί – στην όλη διαδικασία για την αναβάθμιση των κτιριακών υποδομών των εν λόγω σχολείων, πλην όμως ξεχνά ο Δήμος – που, όπως μας είπε πρόσφατα στο Δημοτικό Συμβούλιο, ήταν ένα ισχυρό δέλεαρ για την θετική στάση του – ότι το συγκεκριμένο σχολείο είναι ερείπιο και το μόνο που χρειάζεται – και το γνωρίζουν δυστυχώς άπαντες στην πόλη του Πύργου- είναι η κατεδάφιση και η ανέγερση νέου συγκροτήματος .

Ακόμα και αυτά τα 2.000.000 ευρώ δεν είναι ικανά να διαμορφώσουν σύγχρονες υποδομές στο εν λόγω συγκρότημα και τούτο διότι οι ανάγκες είναι τεράστιες και το ποσό πολύ μικρό. Ποιες εργασίες θα γίνουν μ’ αυτό το ποσό και σε ποιο χρονικό βάθος ; Έχει γίνει άραγε προϋπολογισμός για τις εργασίες και ποιες είναι αυτές και ποιο το κοστολόγιό τους ; Τι προβλέπεται για την στατική επάρκεια του κτιρίου;

Με αυτές τις σκέψεις καταλήγω ανεπιφύλακτα στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά για μια προσπάθεια να «βαπτιστεί το κρέας ψάρι » και να δικαιολογηθεί η θετική στάση της δημοτικής αρχής και της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηλείας στο εγχείρημα αυτό . Οι φορείς αυτοί έσπευσαν να προσφέρουν σανίδα σωτηρίας σε ένα πρόγραμμα του οποίου η δομή είναι προβληματική, προκειμένου να αξιοποιηθεί μια δωρεά που συνοδεύεται από ανταλλάγματα και υπερβολικά βάρη, τα οποία επωμίζονται οι μαθητές, οι γονείς και οι καθηγητές.

Τελικά για τους προαναφερθέντες λόγους θα πρέπει να υπάρξει άμεση ανάκληση της υπαγωγής των εν λόγω σχολείων από το συγκεκριμένο πρόγραμμα και προς την κατεύθυνση αυτή καλούμε την δημοτική αρχή να εργασθεί, σ’ αυτήν δε την προσπάθεια της θα έχει συνοδοιπόρους του γονείς και του μαθητές, οι οποίοι θα συνεχίσουν των δίκαιο αγώνα τους με τον δυναμισμό που υπήρξε στις πρόσφατες συγκεντρώσεις μας.