
Αρχές Σεπτέμβρη κι ενώ οι τουρίστες συνεχίζουν να γεμίζουν τα Ελληνικά νησιά, άλλοι ταξιδιώτες, ετοιμάζονται να επιβιβαστούν σε καράβια. Έχουν μαζί τους βαλίτσες, εισιτήρια και άγχος για το πού θα μείνουν. Δεν είναι παραθεριστές! Είναι μόνιμοι και αναπληρωτές δάσκαλοι και καθηγητές, που ξεκινούν για τα σχολεία της νησιωτικής Ελλάδας και ξανοίγονται σε μια δική τους «εκπαιδευτική Οδύσσεια». Ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους, φορτώνουν τα λιγοστά τους υπάρχοντα, πληρώνουν τα εισιτήρια πρώτης μετάβασης προς τον τόπο μόνιμου διορισμού ή προσωρινής τοποθέτησης και ξανοίγονται στα πέλαγα.
Είναι οι – εδώ και δεκαετίες – γνωστοί «πτωχοπρόδρομοι» με τους οποίους το κράτος στελεχώνει τις εσχατιές της χώρας.
Όταν η κοινωνία μετράει μόνο το χρήμα, είναι αναμενόμενο να αδιαφορεί για το ποιος είναι αυτός ο Οδυσσέας που φτάνει κάθε Σεπτέμβρη στα νησιά. Κι όμως, αυτός που κοιμάται σε sleeping bag, σε δωμάτιο ξενοδοχείου ή σε φτηνό ενοικιαζόμενο, είναι ο ίδιος που δείχνει στα παιδιά πώς να «κοιτούν τα άστρα», να σκέφτονται με στίχους, να δημιουργούν, να βρίσκουν την ομορφιά στις νότες, στις λέξεις, στους αριθμούς, στα πειράματα, στην κίνηση, στην άθληση, στην Τέχνη.
Δυστυχώς στην χώρα μας ο δάσκαλος αντιμετωπίζεται ως «φτωχοδιάβολος». Δεν αναγνωρίζεται ούτε ως επιστήμονας ούτε ως φορέας κοινωνικής συνοχής. Κυρίως, δεν του αναγνωρίζεται ο πιο κρίσιμος ρόλος: ότι συνομιλεί με το αύριο και το χτίζει σιγά-σιγά, μέσα στις σχολικές αίθουσες.