Από τη λάσπη της Βραζιλίας μέχρι τους Κουδουνάδες της Κροατίας, το καρναβάλι γίνεται μια παγκόσμια τελετουργία ανατροπής, μνήμης και αναγέννησης

Η καρναβαλική περίοδος δεν περιορίζεται σε στολές, άρματα και αποκριάτικα τραγούδια. Είναι μια ρωγμή μέσα στον χρόνο, ένα μεταβατικό κατώφλι όπου η καθημερινή τάξη διασπάται και η ρουτίνα αναστέλλεται. Για λίγες ημέρες, η κοινωνία επιτρέπει στον εαυτό της να λυθεί από τα δεσμά της ευπρέπειας, να θορυβήσει, να σαρκάσει την εξουσία, να επανασυνδεθεί με τα πιο αρχέγονα ένστικτά της.

Από την τελευταία Πέμπτη πριν από τη Σαρακοστή έως την Τρίτη – τη γνωστή σε εμάς Τσικνοπέμπτη και αλλού ως Mardi Gras, δηλαδή «Λιπαρή Τρίτη», ολόκληρη η υφήλιος παραδίδεται σε μια ελεγχόμενη ανατροπή της κανονικότητας. Είναι η στιγμή όπου το απαγορευμένο γίνεται ανεκτό, το παράδοξο κανονικό και το χάος, έστω πρόσκαιρα, θεσμοθετημένο.

Οι ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν πως το καρναβάλι δεν είναι μια απλή λαϊκή επινόηση, αλλά ο ζωντανός κληρονόμος αρχαίων τελετουργιών που σηματοδοτούσαν το τέλος του χειμώνα και την προσδοκία της άνοιξης. Κάτω από τα φτερά, τις μάσκες και τα πολύχρωμα άρματα, υποβόσκει η σκιά των Σατουρναλίων και των διονυσιακών πομπών, εκείνων των εκστατικών γιορτών όπου η τάξη ανατρεπόταν και η μέθη γινόταν σε πράξη συλλογικής λύτρωσης.

Έτσι, το καρναβάλι εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια γιορτή της αταξίας – μια σκηνή όπου κάθε τόπος αφηγείται τη δική του ιστορία μέσα από ήχους, σώματα και σύμβολα. Κι εκεί, μέσα στον θόρυβο και το χρώμα, συναντά κανείς παραδόσεις τόσο αλλόκοτες και απρόσμενες, που μοιάζουν να ξεπερνούν τα όρια της φαντασίας και να αγγίζουν κάτι βαθύτερο: την ανάγκη του ανθρώπου να γιορτάσει την αναγέννηση, έστω και μέσα από το χάος.

Ακολουθούν μερικές από τις πιο παράξενες -και βαθιά συμβολικές- καρναβαλικές παραδόσεις του κόσμου.

Παρατί – Το καρναβάλι της λάσπης

Στη Βραζιλία, όταν μιλάμε για καρναβάλι, ο νους ταξιδεύει σχεδόν αυτόματα στο Ρίο: παγιέτες, σάμπα, ιδρωμένα σώματα που λάμπουν κάτω από στρώματα γκλίτερ. Κι όμως, σε μια παλιά αποικιακή παραθαλάσσια πόλη, με πέτρινα καλντερίμια και πολύχρωμες προσόψεις, το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Εκεί, αντί για λάμψη και στρας, οι συμμετέχοντες επιλέγουν να καλυφθούν με λάσπη και να γιορτάσουν βουτώντας στα ρηχά της ακτής.

Στην Παρατί, μια μικρή αποικιακή πόλη στα νότια της πολιτείας του Ρίο ντε Ζανέιρο, το περίφημο Bloco da Lama -δηλαδή το «μπλόκο της λάσπης» – γεννήθηκε το 1986 σχεδόν τυχαία. Μια παρέα φίλων διασκέδαζε στα μαγκρόβια δάση της παραλίας Ζαμπακουάρα (τα μαγκρόβια είναι παράκτια οικοσυστήματα με δέντρα που φυτρώνουν μέσα σε υφάλμυρα, λασπώδη νερά) και συνειδητοποίησε ότι, σκεπασμένοι με παχύρρευστη γκρίζα λάσπη, είχαν γίνει εντελώς αγνώριστοι, σαν να είχαν χάσει κάθε αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό.

Η εικόνα τούς ενέπνευσε. Την επόμενη χρονιά, επέστρεψαν στο καρναβάλι μεταμφιεσμένοι ως «προϊστορική φυλή», κρατώντας κρανία, πλεγμένα κλαδιά και οστά, και αναπαριστώντας με θεατρικότητα μια πρωτόγονη τελετουργία. Έτσι, μια αυθόρμητη στιγμή παιχνιδιού μέσα στη λάσπη μετατράπηκε σε μια από τις πιο ιδιότυπες καρναβαλικές παραδόσεις της Βραζιλίας.

Έτσι γεννήθηκε μια παράδοση που σήμερα συγκεντρώνει εκατοντάδες ανθρώπους. Υπό τον καυτό ήλιο, οι συμμετέχοντες κυλιούνται στα ρηχά, καλύπτονται από παχύρρευστη λάσπη και κινούνται σαν ενιαίο σώμα στην άμμο. Φωνάζουν, χορεύουν, φιλιούνται και φτιάχνουν αυτοσχέδια κοστούμια από φύλλα. «Εδώ όλοι είναι ίδιοι – πλούσιοι και φτωχοί», λένε οι ντόπιοι. Η λάσπη λειτουργεί ως κοινωνικός εξισωτής. Δεν υπάρχουν ρούχα, δεν υπάρχουν σύμβολα κύρους ή κοινωνικής θέσης. Υπάρχει μόνο το σώμα, η γη και η αίσθηση ότι για λίγες ώρες επιστρέφεις σε κάτι αρχέγονο.

Δίστομο – Οι «Κουδουνάτοι»

Στην ορεινή Βοιωτία, δύο ώρες από την Αθήνα, το καρναβάλι δεν έχει γκλίτερ. Έχει δέρματα ζώων, βαριές χάλκινες κουδούνες και κραυγές που σκίζουν τον αέρα. Οι Κουδουνάτοι του Διστόμου μεταμορφώνονται μισοί άνθρωποι, μισοί θηρία. Φορούν προβιές προβάτων και κατσικιών, δένουν γύρω από τη μέση τους χειροποίητες κουδούνες και περιφέρονται στο χωριό χορεύοντας γύρω από φωτιές. Ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός. Οι βωμολοχίες εσκεμμένες.

Η τελετουργία έχει ρίζες προχριστιανικές. Συνδέεται με διονυσιακές πομπές, με αγροτικές κοινότητες που προσπαθούσαν να «ξυπνήσουν» τη γη και να διώξουν το κακό πριν την άνοιξη. Αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανικό ημερολόγιο, σηματοδοτώντας το τέλος της Αποκριάς και την έναρξη της Σαρακοστής. Στο Δίστομο, όμως, το καρναβάλι φέρει και μια βαριά ιστορική σκιά. Τον Ιούνιο του 1944, οι ναζιστικές δυνάμεις εκτέλεσαν 228 κατοίκους του χωριού. Το μαυσωλείο στον λόφο υπενθυμίζει διαρκώς τη βία του παρελθόντος.

Κι όμως, η παράδοση επέζησε. «Επισκεπτόμαστε ακόμη και τα νεκροταφεία, κάνουμε θόρυβο για να ξυπνήσουμε τις ψυχές των νεκρών», λένε οι συμμετέχοντες. Είναι μια πολιτισμική αναγέννηση: μια εκτόνωση πριν την επιστροφή στην τάξη. Μια υπενθύμιση ότι, παρά την τραγωδία, η ζωή συνεχίζεται.

Βιλανόβα ι λα Ζελτρού – Ο «πόλεμος» της καραμέλας

Λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Βαρκελώνη, το καρναβάλι αποκτά μια γλυκιά αλλά εκρηκτική διάσταση, μετατρέποντας τη γιορτή σε ένα πολύχρωμο σκηνικό ελεγχόμενης σύγκρουσης. Στη Βιλανόβα ι λα Ζελτρού, η κορυφαία στιγμή των εκδηλώσεων ονομάζεται Les Comparses, που στα καταλανικά σημαίνει «ζευγάρια».

Χιλιάδες ζευγάρια, ντυμένα με παραδοσιακές στολές, διασχίζουν τους δρόμους χορεύοντας στον ρυθμό της Turuta, ενός τοπικού εμβατηρίου που αποτελεί το χαρακτηριστικό ήχο της ημέρας. Η μελωδία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δημιουργώντας ένα σχεδόν υπνωτικό υπόβαθρο πριν από την κορύφωση.

Και τότε, σχεδόν αιφνίδια, ξεκινά ο «πόλεμος». Τόνοι από καραμέλες εκτοξεύονται από τη μία ομάδα στην άλλη, ενώ η κεντρική πλατεία, η Πλάσα δε λα Βίλα, μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Ο αέρας γεμίζει με ιπτάμενες καραμέλες και το έδαφος καλύπτεται από ένα πολύχρωμο στρώμα περιτυλιγμάτων και ζάχαρης.

Οι θεατές έχουν δύο επιλογές: να σταθούν περιμετρικά και να παρακολουθήσουν από ασφαλή απόσταση ή να βρεθούν στο κέντρο της πλατείας και να παραδοθούν στη ζαχαρένια «επίθεση», αποδεχόμενοι ότι θα γίνουν μέρος του χάους.

Η παράδοση αυτή, που μετρά περισσότερο από έναν αιώνα ζωής, λειτουργεί ως μια παιγνιώδης ανατροπή της καθημερινής ευπρέπειας και των κοινωνικών ρόλων. Είναι μια τελετουργική εκτόνωση – ένας ελεγχόμενος, θορυβώδης αναβρασμός χωρίς πραγματικές απώλειες, αλλά με άφθονη ζάχαρη και συλλογικό γέλιο.

Ριέκα – Οι Ζβοντσάρι και ο ήχος που διώχνει τον χειμώνα

Στην περιοχή του Καστάβ, κοντά στη Ριέκα της Κροατίας, στις ακτές της Αδριατικής, ομάδες ανδρών – και τα τελευταία χρόνια και γυναικών – φορούν βαριές προβιές και δένουν στη μέση τους μεγάλες μεταλλικές κουδούνες. Είναι οι λεγόμενοι Ζβοντσάρι, οι κουδουνοφόροι της κροατικής αποκριάς.

Η όψη τους παραπέμπει ταυτόχρονα σε μυθικό πλάσμα και σε αρχέγονη ποιμενική τελετουργία. Στο κεφάλι φορούν επιβλητικές, ιδιόμορφες μάσκες, συχνά στολισμένες με αειθαλή κλαδιά, που ενισχύουν τη σύνδεση με τη φύση και την αναγέννηση. Προχωρούν με ρυθμικά βήματα, τινάζοντας τα ισχία τους ώστε οι κουδούνες να αντηχούν εκκωφαντικά, δημιουργώντας έναν υπόκωφο, συνεχόμενο παλμό που διαπερνά τα χωριά.

Όταν φτάνουν στις πλατείες, σχηματίζουν κύκλους και εντείνουν τον ρυθμό, μετατρέποντας τον θόρυβο σε τελετουργική κορύφωση. Ο σκοπός είναι σαφής: να ξορκίσουν τα κακά πνεύματα του χειμώνα και να καλέσουν τον ερχομό της άνοιξης.

Η διαδρομή τους από χωριό σε χωριό συνοδεύεται από φιλοξενία. Οι κάτοικοι προσφέρουν φαγητό και ποτό, εντάσσοντας ολόκληρη την κοινότητα στο δρώμενο. Στο τέλος της περιόδου, μια συμβολική καύση αντικειμένων λειτουργεί ως πράξη συλλογικής κάθαρσης και ανανέωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η παράδοση έχει αναγνωριστεί ως στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά της ρίζα στον χρόνο και τη συλλογική μνήμη.

Απ Χέλι Άα – Η καύση του πλοίου

Στα απομακρυσμένα νησιά Σέτλαντ, στο βόρειο άκρο της Σκωτίας, το Απ Χέλι Άα αναβιώνει κάθε χειμώνα τη σκανδιναβική κληρονομιά του τόπου. Καθώς πέφτει η νύχτα, εκατοντάδες συμμετέχοντες, ντυμένοι με στολές Βίκινγκ, περνούν μέσα από τους δρόμους κρατώντας αναμμένες δάδες. Η πομπή μοιάζει με ζωντανό θρύλο που ξεπροβάλλει από τη θαλασσινή ομίχλη.

Η κορύφωση έρχεται όταν ένα ομοίωμα ξύλινου πολεμικού πλοίου παραδίδεται στις φλόγες. Οι δάδες εκτοξεύονται πάνω του και μέσα σε λίγα λεπτά η φωτιά το τυλίγει, φωτίζοντας τον σκοτεινό ουρανό και τα πρόσωπα των θεατών.

Η πυρά δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος μιας γιορτής και παράλληλα λειτουργεί ως τελετουργικός αποχαιρετισμός του παλιού και ως υπόσχεση ανανέωσης. Είναι μια συμβολική πράξη μετάβασης, που εκφράζει τη διαχρονική ανάγκη των ανθρώπων να κλείνουν έναν κύκλο μέσα από την κάθαρση, προτού υποδεχθούν κάτι νέο.

Σε έναν κόσμο που δείχνει να εξαντλείται από αλλεπάλληλες κρίσεις, από αδιάκοπη έκθεση σε οθόνες, από την πίεση της διαρκούς εγρήγορσης, αυτή η αρχέγονη συνταγή μοιάζει απροσδόκητα σύγχρονη. Λίγη μεταμφίεση για να κρυφτείς και να αποκαλυφθείς ταυτόχρονα. Λίγος θόρυβος για να σπάσει η ρουτίνα. Λίγη ανατροπή για να θυμηθούμε ότι οι ρόλοι δεν είναι αμετάβλητοι.

Κι έπειτα, η επιστροφή. Με το σώμα κουρασμένο αλλά ελαφρύτερο. Με τη φωτιά να έχει σβήσει και την άνοιξη να πλησιάζει αθόρυβα, σαν υπόσχεση ανανέωσης.


documentonews.gr