Προβληματίζουν τα ευρήματα από την αξιολόγηση που έκαναν οι μαθητές στους καθηγητές τους, στο πλαίσιο του PISA

Γράφει ο Απόστολος Λακασάς

Είναι μηδενισμός να υποστηριχθεί ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί είναι το ίδιο· επί της ουσίας διδάσκουν το μάθημα διεκπεραιωτικά και δεν ενδιαφέρονται εάν κατανοούν οι μαθητές, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι οι 15χρονοι. Υπάρχουν άνθρωποι με μεράκι, που μπαίνουν στην τάξη έχοντας έγνοια να προσφέρουν το καλύτερο δυνατό στους μαθητές τους. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να προβληματίζει το ότι οι Ελληνες μαθητές θεωρούν –και το δηλώνουν– πως οι καθηγητές τους δεν ενδιαφέρονται για το εάν καταλαβαίνουν το μάθημα και εάν χρειάζονται πρόσθετη βοήθεια.

Ειδικότερα, στην τελευταία έρευνα του προγράμματος PISA, το 2025, του ΟΟΣΑ από την Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου (101.850 μαθητές), το υψηλότερο έως σήμερα ποσοστό από το 2000. Εκτός από τα διαγωνίσματα στα τρία γνωστικά αντικείμενα του διαγωνισμού –κατανόηση κειμένου, φυσικές επιστήμες και μαθηματικά– οι μαθητές εκλήθησαν να απαντήσουν σε αρκετά θέματα, μεταξύ των οποίων το πόσο υποστηρικτικοί είναι οι καθηγητές τους. Η ερώτηση έγινε για τα μαθήματα των φυσικών επιστημών, γνωστικό αντικείμενο στο οποίο επικεντρώθηκε o διαγωνισμός PISA του 2025. Οι απαντήσεις για τις φυσικές επιστήμες, πάντως, θεωρούνται ενδεικτικές για την κατάσταση και στα άλλα δύο βασικά γνωστικά αντικείμενα. Αλλωστε, ο διαγωνισμός κάθε φορά εστιάζεται εναλλάξ σε ένα από τα τρία γνωστικά αντικείμενα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα αποτελέσματα της χώρας μας «αναδεικνύουν σαφή και οριζόντια υστέρηση της Ελλάδας ως προς την υποστήριξη που οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι λαμβάνουν από τους εκπαιδευτικούς στα μαθήματα φυσικών επιστημών», ανέφερε, μιλώντας στην «Κ», ο Κώστας Δημόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA του ΟΟΣΑ. Ο συνολικός δείκτης βρίσκεται κατά 0,33 μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, ο δείκτης υποστήριξης των Ελλήνων εκπαιδευτικών είναι αρνητικός, στο -0,296, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι θετικός, στο 0,035.

Επίσης, η χώρα μας, με βάση τις απαντήσεις των Ελλήνων μαθητών, υπολείπεται σε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους διδακτικές πρακτικές. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στο ενδιαφέρον του εκπαιδευτικού για τη μόρφωση κάθε μαθητή: λιγότεροι από τους μισούς μαθητές στην Ελλάδα (48,9%) δηλώνουν ότι αυτό συμβαίνει στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα, έναντι 68,8% στον ΟΟΣΑ. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι επίσης οι αποκλίσεις ως προς την επιμονή του εκπαιδευτικού έως ότου κατανοήσουν οι μαθητές (-13,8 ποσοστιαίες μονάδες) και την παροχή πρόσθετης βοήθειας όταν αυτή χρειάζεται (-11,5 μονάδες).

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η διαχρονική εξέλιξη του σχετικού δείκτη. Μεταξύ 2015 και 2025, στην Ελλάδα μειώθηκε αισθητά το ποσοστό των μαθητών που αναφέρουν πως παίρνουν στο σχολείο κάθε μορφή εκπαιδευτικής υποστήριξης. Η μεγαλύτερη επιδείνωση αφορά την επιμονή στη διδασκαλία μέχρι να κατανοήσουν οι μαθητές το μάθημα (-14,7 μονάδες) και το ενδιαφέρον για τη μόρφωση κάθε μαθητή (-14,4 μονάδες). Αντιθέτως, στον ΟΟΣΑ οι μεταβολές ήταν κατά κανόνα περιορισμένες, ενώ σε ορισμένες διαστάσεις σημειώθηκε βελτίωση.

Τα αποτελέσματα «αναδεικνύουν σαφή και οριζόντια υστέρηση της Ελλάδας ως προς την υποστήριξη που οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι λαμβάνουν», λέει ο Κώστας Δημόπουλος, εθνικός συντονιστής του διαγωνισμού.

Επίσης ανησυχητικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ακόμη και όταν προσφέρεται σχετικά αυξημένη βοήθεια από τους εκπαιδευτικούς, αυτή είναι χαμηλότερης αποτελεσματικότητας, αφού οδηγεί σε αύξηση τριών μονάδων στην επίδοση έναντι αύξησης έξι μονάδων αντιστοίχως στον ΟΟΣΑ.

Οι τάσεις

Γενικά, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, το αίσθημα υποστήριξης από τους εκπαιδευτικούς των μαθητών στα δημόσια σχολεία είναι μεγαλύτερο για τους μαθητές από τα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, τους μαθητές των σχολείων κοινωνικά πιο υποβαθμισμένων περιοχών, τους μαθητές των επαγγελματικών λυκείων και τους μαθητές των αγροτικών περιοχών. «Αυτό σημαίνει ότι γενικώς οι εκπαιδευτικοί τείνουν να υποστηρίζουν περισσότερο τους πιο αδύναμους μαθητές. Το ίδιο ισχύει και διεθνώς, αλλά στην Ελλάδα οι τάσεις αυτές εμφανίζονται με πολύ πιο έντονο τρόπο», τονίζει ο πανεπιστημιακός. Αντιθέτως, οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων εκφράζουν μεγαλύτερο βαθμό υποστήριξης από τους/τις εκπαιδευτικούς σε σχέση με αυτούς/-ές των δημοσίων σχολείων. Η σχετική διαφορά στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ό,τι κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ.

«Τα ευρήματα υποδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης περισσότερο μαθητοκεντρικών και διαφοροποιημένων διδακτικών πρακτικών, με έμφαση στην εξατομικευμένη παρακολούθηση, στην έγκαιρη πρόσθετη βοήθεια και στη διασφάλιση της κατανόησης πριν προχωρήσει η διδασκαλία», παρατηρεί ο κ. Δημόπουλος.

Από την άλλη, οι Ελληνες μαθητές αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σύγκριση με το 2022 έχει μειωθεί.

«Η δασκαλοκεντρική διδασκαλία φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αντοχή από τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που επιχειρούν να την αλλάξουν. Παρά τις διαδοχικές αλλαγές σε προγράμματα, επιμόρφωση και εκπαιδευτικές κατευθύνσεις, η καθημερινή πρακτική της τάξης παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη στον εκπαιδευτικό», σχολιάζει στην «Κ» η Χρύσα Σοφιανοπούλου, πρώην εθνική συντονίστρια του PISA, καθηγήτρια και αντιπρύτανης στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. «Πρόκειται, επομένως, όχι απλώς για ζήτημα διδακτικής μεθόδου, αλλά για βαθύ θέμα εκπαιδευτικής κουλτούρας. Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής: η μεταρρύθμιση μπορεί να αλλάζει το τι προβλέπεται, χωρίς να αλλάζει το πώς διδάσκεται», υπογραμμίζει η ίδια.

«Κύριε, μην αγχώνεστε, θα τα μάθουμε στο φροντιστήριο»

«Η πλειονότητα των εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία μπαίνει στην τάξη και διδάσκει το μάθημα σαν να εκτελεί μια υπηρεσία, με μια διεκπεραιωτική λογική», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», ο φυσικός Λεωνίδας Καστανάς. «Δεν ενδιαφέρεται ο εκπαιδευτικός να βοηθήσει τους μαθητές γιατί είναι σημαντική η συγκεκριμένη γνώση, η ύλη κάθε μαθήματος. Λειτουργούν απέναντι στους μαθητές τους με τη λογική “μάθε τα, και θα σου χρειαστούν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις”. Οπότε, οι περισσότεροι μαθητές μαθαίνουν την ύλη του βιβλίου τεχνικά, ίσως παπαγαλίζοντάς την, χωρίς να κατανοούν την αξία της γνώσης για τη ζωή τους», συμπληρώνει ο κ. Καστανάς.

«Το αστείο είναι πως δεν ενδιαφέρονται και οι μαθητές. Θυμάμαι, σε ένα σχολείο της Καστοριάς όπου δίδασκα, οι μαθητές μού είπαν να μην αγχώνομαι εάν έχουν κατανοήσει το μάθημα. “Κύριε, θα τα μάθουμε στο φροντιστήριο”, είπαν», αναφέρει, από την πλευρά του, στην «Κ» ο μαθηματικός Στράτος Στρατηγάκης.

«Μάλιστα, εάν κάποιος ενδιαφέρεται υπάρχει περίπτωση να κατηγορηθεί πως το κάνει για να δείξει πως είναι καλός και να κερδίσει μαθητές για ιδιαίτερα μαθήματα», παρατηρεί ο κ. Καστανάς.

Από την άλλη, η θέση της ΟΛΜΕ είναι αρνητική για το πρόγραμμα PISA. «Η κυβέρνηση δεν προχώρησε ούτε σε ένα μέτρο που μπορεί πραγματικά να αναβαθμίσει το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Αιτήματα που χρόνια τώρα ο κλάδος αναδεικνύει, όπως ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη, η κάλυψη των αναγκών με μόνιμο προσωπικό ώστε να σταματήσει η αθλιότητα της αναπλήρωσης, η κάλυψη όλων των μαθητών που έχουν ανάγκη από παράλληλη στήριξη, ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί καθημερινά σε όλα τα σχολεία, η κατάσταση της σχολικής στέγης και των υποδομών, αλλά και ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ίδιο το περιεχόμενο του σχολείου, τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία», αναφέρει η Ομοσπονδία για το PISA, συμπληρώνοντας ότι «για μία ακόμη φορά η πολιτική ηγεσία του υπ. Παιδείας, αγνοώντας όλα τα διεθνή επιστημονικά πορίσματα, καταλήγει στο “συμπέρασμα” ότι για όλα τα δεινά της εκπαίδευσης την ευθύνη φέρουν οι εκπαιδευτικοί και όχι η άκρως αντιδημοκρατική, αντιεκπαιδευτική και ταξική πολιτική της κυβέρνησης. Οι εκπαιδευτικοί της τάξης, όλοι εμείς που κρατήσαμε και κρατάμε όρθια τα σχολεία τα τελευταία χρόνια υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες, αξιολογούμε τους μαθητές μας όχι ισοπεδωτικά, αλλά ξεχωριστά, με κάθε τρόπο: με τη συζήτηση, με δραστηριότητες ομαδικές ή ατομικές, ακόμη και με ένα γραπτό διαγώνισμα. Αποτιμούμε τα αποτελέσματα, βασανίζουμε τον εαυτό μας, συζητάμε με τους συναδέλφους μας για το πώς θα γίνουμε καλύτεροι στη δουλειά μας, αλλά και το πώς θα βοηθήσουμε κάθε μαθητή χωριστά με βάση και την κοινωνική του ένταξη».

Τη διεκπεραιωτική λογική των καθηγητών από τη μία και την αδιαφορία των μαθητών από την άλλη περιγράφουν διδάσκοντες στην «Κ».

Ωστόσο, ένας από τους στόχους του PISA είναι ότι επιτρέπει να εντοπισθεί πού βρίσκονται οι πραγματικές αδυναμίες του συστήματος. Μία από τις σημαντικότερες που αναδεικνύουν τα ευρήματα του PISA αφορά την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου.

Ομως, η αξιολόγηση τόσο του εκπαιδευτικού έργου όσο και των εκπαιδευτικών, που θεσμοθετήθηκε το 2021 με τον νόμο 4823, έχει καταλήξει προσχηματική και γραφειοκρατική διαδικασία. Κάτι που φάνηκε στην πράξη, όλη την πενταετία εφαρμογής του νόμου.

Ουσιαστικά, στο τέλος του σχολικού έτους, οι εκπαιδευτικοί τρέχουν να συμπληρώσουν τα πεδία της αξιολόγησης που έχουν αναλάβει στο σχολείο τους, για να προωθηθεί αρμοδίως στις διοικητικές υπηρεσίες και να μην «εκτεθεί» το σχολείο.

Επί υπουργίας Κυριάκου Πιερρακάκη υπήρξε σχέδιο για μείωση της γραφειοκρατίας και συντόμευση των διαδικασιών. Ενδεικτικά, μεταξύ των προτεινόμενων αλλαγών είναι η απλοποίηση της δομής της αξιολόγησης, με ενοποίηση των πεδίων αξιολόγησης, και η σαφέστερη διάκριση ρόλων μεταξύ του συμβούλου εκπαίδευσης και του διευθυντή της σχολικής μονάδας, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για την αξιολόγηση. Ωστόσο, παρότι όλοι γνωρίζουν τα προβλήματα, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας δεν έχει προχωρήσει στη νομοθέτηση των αλλαγών.

kathimerini.gr