Δύο νευρολόγοι του Αιγινήτειου και ένας εκπαιδευτής ασφαλούς οδήγησης μας μιλούν για τις αλλαγές που βιώνουμε στο τιμόνι μεγαλώνοντας και τη δύσκολη συζήτηση που κάποια στιγμή κάθε οικογένεια καλείται να κάνει

Κάθε φορά που ένας ηλικιωμένος εμπλέκεται σε ένα τροχαίο, στοχοποιείται αμέσως μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα οδηγών. Νομοτελειακά, η συζήτηση στρέφεται στο πότε πρέπει να αφήνει κανείς το τιμόνι. Πριν όμως δώσουμε μια απάντηση στο δύσκολο αυτό ερώτημα, χρειάζεται να καταλάβουμε ακριβώς τις απαιτήσεις που έχει το έργο της οδήγησης: για κάποιον που κάθεται πίσω από το τιμόνι δεν αρκεί, δηλαδή, μόνο η σωστή εκτέλεση των μηχανικών διαδικασιών, όπως είναι για παράδειγμα οι αλλαγές ταχυτήτων. «Η οδήγηση απαιτεί καλή κατάσταση σε πολλούς τομείς των νοητικών λειτουργιών», εξηγεί ο καθηγητής Νευρολογίας Σωκράτης Παπαγεωργίου.

Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας στην Α΄ Πανεπιστημιακή Νευρολογική Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Λεωνίδα Στεφανή, μελετά εδώ και πάνω από μία δεκαετία την οδηγική ικανότητα ατόμων με νευρολογικά προβλήματα. Η συνεργασία της ομάδας με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την ερευνητική ομάδα του καθηγητή Γεωργίου Γιαννή έχει οδηγήσει στην ολοκλήρωση μεγάλων ερευνητικών προγραμμάτων, στην εκπόνηση πέντε διδακτορικών διατριβών και σε πολυάριθμες επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά. Στη συζήτησή μας συμμετέχει και ο Πέτρος Σταματέλος, νευρολόγος, διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και επιστημονικός συνεργάτης της ίδιας κλινικής, ο οποίος έχει εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή του πάνω στην οδηγική ικανότητα ασθενών με νευροεκφυλιστικές παθήσεις.

Για να γίνει πιο κατανοητό, στις νοητικές λειτουργίες περιλαμβάνεται η αντίληψη: να δω δηλαδή το αυτοκίνητο που έρχεται και να υπολογίσω αν προλαβαίνω να προσπεράσω ή, αν πρέπει, να πατήσω φρένο. Και βέβαια, η κριτική ικανότητα: όχι μόνο να το αντιληφθώ, αλλά και να επεξεργαστώ γρήγορα την πληροφορία και να αντιδράσω αναλόγως. Ο κ. Παπαγεωργίου περιγράφει πρώτα τις αλλαγές της φυσιολογικής γήρανσης: «Όπως αλλάζει το σώμα καθώς μεγαλώνουμε, σε έναν βαθμό συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και στον εγκέφαλο. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε τη “γρηγοράδα” που είχαμε κάποτε. Αυτό έχει να κάνει με το πόσο χρόνο χρειάζεσαι για να αντιληφθείς κάτι, να το επεξεργαστείς και να αποφασίσεις πώς θα αντιδράσεις. Ο άνθρωπος που μεγαλώνει διαπιστώνει την αλλαγή αυτή και, προκειμένου να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της οδήγησης, σταδιακά αρχίζει και κινείται πιο αργά».

Η οδήγηση αποτελεί άσκηση για το μυαλό μας

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, για να συνεχίσει να δουλεύει το μυαλό μας καθώς μεγαλώνουμε, εκτός από τη σωματική άσκηση, βοηθάει πολύ να βρίσκεται κανείς με κόσμο, να κουβεντιάζει, να συμμετέχει, να μην κάθεται άπραγος. Η ίδια η διαδικασία της οδήγησης αποτελεί μια καλή άσκηση για το μυαλό μας. Γι’ αυτό και δεν θέλεις να τη στερήσεις χωρίς λόγο, μόνο και μόνο επειδή κάποιος έχει συμπληρώσει ένα όριο ηλικίας. Είναι διαπιστωμένο, άλλωστε, πως όταν κάποιος πρέπει να παραδώσει το δίπλωμά του, αυξάνεται η πιθανότητα να πάθει κατάθλιψη. Το θέμα, λοιπόν, είναι να μπορείς να διακρίνεις αν όντως πρέπει να σταματήσει. Γι’ αυτό χρειάζεται να δοθεί μεγάλη προσοχή στην αξιολόγηση. «Όταν κάποιος έχει μια νευρολογική πάθηση, καλό είναι να έχει απέναντί του έναν νευρολόγο που έχει ασχοληθεί με το θέμα της οδήγησης και έχει εκπαιδευτεί γι’ αυτό», συμπληρώνει.

Οδηγώντας στην τρίτη ηλικία-1

Η ηλικία από μόνη της αποτελεί ανεπαρκές κριτήριο, θεωρεί και ο Θωμάς Παπαπάσχος, ιδιοκτήτης της σχολής ασφαλούς οδήγησης Driving Academy και πιστοποιημένος εκπαιδευτής. «Η ημερομηνία γέννησης από μόνη της δεν αποτελεί καλό μέτρο της ικανότητας οδήγησης. Με την ηλικία όμως εμφανίζονται σταδιακά ορισμένα προβλήματα. Μειώνεται δηλαδή η περιφερειακή όραση, η ακοή και η ικανότητα χωρικής αντίληψης. Επίσης, η προσοχή τους αποσπάται ευκολότερα, ενώ είναι πιο ευάλωτοι σε περισπασμούς από το κινητό, τη μουσική και τη συζήτηση. Τέλος, είναι πιο επιρρεπείς σε νυχτερινή οδήγηση και χρήση αλκοόλ. «Σημαντικός παράγοντας είναι η μεγαλύτερη αποδοχή ρίσκου σε σχέση με μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ η ανάγκη για ανταγωνισμό μπορεί να δημιουργήσει έναν επικίνδυνο συνδυασμό».

Είναι διαπιστωμένο πως όταν κάποιος πρέπει να παραδώσει το δίπλωμά του, αυξάνεται η πιθανότητα να πάθει κατάθλιψη. Το θέμα, λοιπόν, είναι να μπορείς να διακρίνεις αν όντως πρέπει να σταματήσει.

Γι’ αυτό δίνει ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση που συνεχίζεται μετά την απόκτηση της άδειας: «Η σωστή εκπαίδευση στους νέους οδηγούς έχει πάρα πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Ειδικά όταν προέρχεται από βιωματική εκπαίδευση μετά το δίπλωμα, όπου καταλαβαίνουν τους κινδύνους, τη σημασία της απόλυτης προσοχής και του σκαναρίσματος των συνθηκών στον δρόμο».

Όμως, και τα πολλά χρόνια πίσω από το τιμόνι μπορεί να οδηγήσουν σε ατύχημα. Ο Θωμάς Παπαπάσχος περιγράφει την αυτοπεποίθηση που μπορεί να δημιουργήσει η εξοικείωση. Οδηγοί με πολλά χρόνια εμπειρίας φτάνουν να οδηγούν με το ένα χέρι στο τιμόνι και νιώθουν ότι έχουν τον πλήρη έλεγχο, όμως με μια τέτοια συμπεριφορά είναι ανήμποροι να αντιδράσουν σε ένα έκτακτο περιστατικό που θα τους συμβεί. Επίσης, πολλοί από αυτούς, επειδή έχουν πάρει δίπλωμα αρκετά χρόνια πριν, δεν γνωρίζουν πώς να αξιοποιήσουν τα συστήματα ασφαλείας των σύγχρονων αυτοκινήτων.

Τα σημάδια που χρειάζονται προσοχή

Επιστρέφοντας στο μείζον θέμα της οδήγησης στην τρίτη ηλικία, ποιες αλλαγές στη συμπεριφορά ενός οδηγού χρήζουν διερεύνησης; Ο κ. Παπαγεωργίου δίνει συγκεκριμένα παραδείγματα: «Η απώλεια προσανατολισμού, τα συχνά λάθη και η ασυνείδητη παραβίαση ερυθρών σηματοδοτών ή των stop περιλαμβάνονται στα συμπτώματα ότι κάποιος πρέπει να ελεγχθεί για την ικανότητά του να οδηγεί. Τα λάθη στις αριστερές στροφές αποτελούν επίσης ένα τέτοιο σημάδι, γιατί οι αριστερές στροφές είναι πιο δύσκολες».

Η απουσία ενός ατυχήματος από το ιστορικό του οδηγού δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού. Όπως εξηγεί ο κ. Σταματέλος: «Μπορεί η πρόκληση ενός ατυχήματος να αποτελεί “καμπανάκι” πως ίσως ο ηλικιωμένος οδηγός έχει απολέσει την ικανότητα οδήγησης, όπως το ίδιο ισχύει και για τα “παρ’ ολίγον ατυχήματα”, τα οποία στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται ως “near crashes”».
Υπάρχουν, ακόμη, δυσκολίες που γίνονται ορατές σε καθημερινούς χειρισμούς. «Στα σημάδια που αξίζουν προσοχής συγκαταλέγεται ακόμα η δυσκολία χειρισμού του οχήματος στο παρκάρισμα και στον υπολογισμό της απόστασης. Επίσης, όταν κάποιος αρχίζει να γρατζουνάει το αυτοκίνητό του, να βρίσκει σε κολονάκια, ενώ αυτό δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Αντίστοιχη ένδειξη αποτελεί και η δυσκολία προσαρμογής σε καινούργιο όχημα».

Η γνώμη του συνοδηγού έχει επίσης πολύ μεγάλη αξία. «Η ανησυχία του συνοδού έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται άμεσα με την οδηγική επάρκεια του οδηγού. Ο σύζυγος ή η σύζυγος ίσως κάποια στιγμή να μην εμπιστεύεται πια τον οδηγό, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το γιατί. Και μόνο αυτό αποτελεί μια “κόκκινη σημαία” πως ήρθε η στιγμή να απευθυνθούν σε ειδικό. Ο συνοδηγός μπορεί να μην έχει εμπειρία οδήγησης, αλλά και μόνο η ανησυχία του αποτελεί ένδειξη ότι η οδηγική επάρκεια μπορεί να είναι πλημμελής», λέει ο κ. Σταματέλος.

Προσοχή χρειάζεται και μια μεταβολή προς την αντίθετη κατεύθυνση από την αναμενόμενη προσαρμογή της ηλικίας: «Σημείο συναγερμού αποτελεί και η αλλαγή της οδηγικής συμπεριφοράς προς το πιο ριψοκίνδυνο, αντί να γίνεται πιο συντηρητικός όσο περνούν τα χρόνια, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Δηλαδή να κρατάει κάποιος μικρές αποστάσεις, να κάνει επικίνδυνες προσπεράσεις, ενώ δεν οδηγούσε έτσι στο παρελθόν».

Οδηγώντας στην τρίτη ηλικία-2

Αυτές οι ενδείξεις μπορεί να οδηγήσουν και στη διερεύνηση μιας πάθησης που δεν έχει ακόμη διαγνωστεί. Ο κ. Παπαγεωργίου εξηγεί: «Τα προβλήματα στην οδήγηση πιθανόν να αποτελούν τα πρώτα συμπτώματα εκδήλωσης μιας μορφής πάθησης». Αξίζει να επισημανθεί πως πέρα από τη νόσο Αλτσχάιμερ, που είναι η πιο συχνή, υπάρχουν και άλλα νοσήματα του εγκεφάλου που επηρεάζουν την οδήγηση, όπως η αρτηριοσκλήρυνση των αγγείων και η νόσος Πάρκινσον.
Στη συζήτηση για τα τροχαία υπάρχει και η παράμετρος των συνεπειών τους για τον μεγαλύτερο σε ηλικία άνθρωπο. «Αν συμβεί ατύχημα, πιο ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι. Μιλάμε για ευαλωτότητα λόγω φυσικής κατάστασης, αλλά και επειδή θα αντιδράσουν πιο αργά. Άρα η εμπλοκή σε ατύχημα θα οδηγήσει σε πιο σοβαρό ατύχημα», επισημαίνει ο κ. Σταματέλος. Ο κ. Παπαπάσχος παραθέτει σχετικά στατιστικά στοιχεία ανάμεσα στις ηλικιακές ομάδες: Το 2023, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 12% των νεκρών από τροχαία ήταν νέοι κάτω των 25 ετών, όταν η ηλικιακή ομάδα αντιπροσωπεύει μόλις το 7% του πληθυσμού. Αντίστοιχα οι άνω των 65 αναλογούν στο 21% του πληθυσμού και στο 31% των νεκρών.

Η αξιολόγηση και οι δυνατότητες περιορισμού

Πώς, όμως, αξιολογείται η ικανότητα ενός ανθρώπου να συνεχίσει να οδηγεί; Ο κ. Παπαγεωργίου θυμάται τη συζήτηση για τη νευρολογική εξέταση κατά την ανανέωση της άδειας: «Πριν από δέκα χρόνια, το υπουργείο ρώτησε τι πρέπει να γίνει για την αξιολόγηση των οδηγών. Είχαμε εισηγηθεί για τους οδηγούς πάνω από τα 65, εκτός από τον παθολόγο και τον οφθαλμίατρο, να υπάρχει και εξέταση από νευρολόγο. Τελικά, δεν το δέχτηκαν να εφαρμοστεί από τα 65, αλλά από τα 80 και πάνω…».

«Τα προβλήματα στην οδήγηση πιθανόν να αποτελούν τα πρώτα συμπτώματα εκδήλωσης μιας μορφής πάθησης», αναφέρει ο Σωκράτης Παπαγεωργίου, καθηγητής Νευρολογίας.

Ο καθηγητής στέκεται και σε μια δυνατότητα που, όπως λέει, παραμένει αναξιοποίητη: «Υπάρχει κάτι που δεν χρησιμοποιούμε, ενώ το προβλέπουν τα διπλώματα: “Η άδεια οδήγησης με περιορισμούς”. Δηλαδή, μπορεί να είσαι ηλικιωμένος, να οδηγείς καλά, αλλά να είσαι λίγο αργός ή ο οφθαλμίατρος να σου λέει ότι βλέπεις, αλλά όχι και τόσο καλά, και να είσαι πιο ευάλωτος τη νύχτα. Οι περιορισμοί στην οδήγηση (για παράδειγμα, αποφυγή οδήγησης σε αυτοκινητόδρομους ή τη νύχτα) προβλέπονται από ευρωπαϊκές οδηγίες. Αυτό βοηθάει στο να μη στερήσεις την οδήγηση από κάποιον, αλλά να την περιορίσεις. Στην ψηφιακή ανανέωση του διπλώματος οδήγησης υπάρχουν συγκεκριμένες επιλογές για περιορισμούς στην οδήγηση, αλλά, όπως προαναφέραμε, δεν χρησιμοποιούνται».

Σύμφωνα με τον κ. Παπαπάσχο, η ευθύνη για το αν κάποιος πρέπει να παραδώσει το τιμόνι αφορά τόσο τον ίδιο τον οδηγό όσο και τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν. «Η οδήγηση είναι μια δραστηριότητα που επηρεάζει όλους τους χρήστες του δρόμου. Ένας ανεπαρκής ηλικιωμένος οδηγός δεν ρισκάρει μόνο τη δική του ζωή, αφού αποτελεί κίνδυνο τόσο για όσους επιβαίνουν στο όχημά του, όσο και για εκείνους που θα συναντήσει στον δρόμο του. Από την άλλη, χρειάζεται μεγάλη υπευθυνότητα η διάγνωση και κυρίως η απόφαση παύσης της οδήγησης. Η βοήθεια και η στήριξη από την οικογένεια σε απαραίτητες μετακινήσεις είναι κομβική».

Ο κ. Σταματέλος δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προχωρήσει αυτή η συζήτηση στο ιατρείο: «Οι οδηγίες που πρέπει να δώσουμε εμείς ως γιατροί, όταν οι ενδιαφερόμενοι απευθυνθούν σε εμάς, πρέπει να έχουν μια κλιμάκωση. Το μανιχαϊστικό “μπορείς ή δεν μπορείς να οδηγείς” δεν βοηθάει. Μπορεί ο άνθρωπος να μην ξαναπάει ποτέ στον γιατρό και να έρθει σε σύγκρουση με την οικογένεια. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι η αποφυγή των συνθηκών αυξημένων οδηγικών απαιτήσεων, όπως τα μεγάλα ταξίδια και η κίνηση σε άγνωστες περιοχές ή σε συνθήκες με αυξημένο κυκλοφοριακό. Το δεύτερο, ταυτόχρονα, είναι να βρεθεί ένας εναλλακτικός τρόπος μετακίνησης, που στην Ελλάδα είναι κάτι πιο δύσκολο. Το τρίτο βήμα, όταν προχωρήσουν πλέον τα πράγματα, είναι η διακοπή της οδήγησης. Αυτή η κλιμάκωση είναι πολύ βασική, τόσο ως προστατευτικό μέτρο όσο και ως μέτρο συμμαχίας ανάμεσα στους γιατρούς, στους οδηγούς μεγαλύτερης ηλικίας και στο περιβάλλον τους».

kathimerini.gr