Γράφει η Νίκη Κοκκαλιάρη – Πολιτικός Μηχανικός M.Sc
Η σύγκρουση γύρω από τις Υπηρεσίες Δόμησης (ΥΔΟΜ) δεν αποτελεί μια ακόμη τεχνική μεταβολή της δημόσιας διοίκησης. Εξελίσσεται, πλέον, σε ένα από τα κεντρικά θεσμικά και πολιτικά ζητήματα της περιόδου, καθώς αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης κράτους – αυτοδιοίκησης – πολίτη.
Η κυβερνητική επιλογή για τη μεταφορά των πολεοδομιών από τους Δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο – το οποίο μετονομάζεται σε Εθνικό Οργανισμό Κτηματολογίου και Ελέγχου Δόμησης (ΕΟΚΕΔ) – παρουσιάζεται ως αναγκαία μεταρρύθμιση για την επιτάχυνση των διαδικασιών, την ενοποίηση των ελέγχων και την ενιαία εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας. Στον αντίποδα, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η αντιπολίτευση προειδοποιούν ότι πρόκειται για μια βαθιά συγκεντρωτική τομή, με σοβαρές επιπτώσεις στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλεια των Δήμων.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το υφιστάμενο σύστημα χρειάζεται βελτίωση – αυτό είναι κοινός τόπος. Το ερώτημα είναι αν η λύση βρίσκεται στη συγκεντροποίηση ή στη θεσμική ενίσχυση των υφιστάμενων δομών.
Από τον Δήμο στο κεντρικό κράτος – ξανά
Η μεταφορά των ΥΔΟΜ στο Κτηματολόγιο συνιστά ουσιαστικά επιστροφή της πολεοδομικής λειτουργίας στο κεντρικό κράτος. Πρόκειται για μια επιλογή που ανατρέπει τη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης «Καλλικράτης» και της μετέπειτα θεσμικής ενδυνάμωσης των Δήμων, οι οποίοι ανέλαβαν αρμοδιότητες άμεσα συνδεδεμένες με τον τοπικό χωρικό σχεδιασμό και την καθημερινότητα των πολιτών.
Η πολεοδομική αδειοδότηση, ο έλεγχος της δόμησης και η αντιμετώπιση της αυθαιρεσίας δεν είναι απλώς διοικητικές πράξεις ρουτίνας. Αποτελούν άσκηση πυρηνικής δημόσιας εξουσίας, με άμεση σχέση τόσο με την προστασία του περιβάλλοντος όσο και με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ζητήματα αυτά συνδέονται ευθέως με τα άρθρα 24 και 17 του Συντάγματος, αλλά και με το άρθρο 102, που κατοχυρώνει την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Το αφήγημα της «αποτυχίας» των ΥΔΟΜ
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα δυσλειτουργίας των δημοτικών ΥΔΟΜ. Όμως, μέχρι σήμερα, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί συγκροτημένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτή την αποτυχία σε εθνικό επίπεδο. Αντιθέτως, είναι κοινά αποδεκτό ότι οι καθυστερήσεις και τα προβλήματα συχνά οφείλονται σε συναρμόδιους φορείς της κεντρικής διοίκησης, στην πολυνομία και – κυρίως – στη χρόνια υποστελέχωση.
Η υπολειτουργία πολλών πολεοδομιών δεν προέκυψε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συστηματικής υποχρηματοδότησης και έλλειψης προσωπικού, επιλογές για τις οποίες η ευθύνη βαραίνει διαχρονικά το κεντρικό κράτος. Αντί, λοιπόν, να ενισχυθούν οι δημοτικές υπηρεσίες ή να προωθηθούν ουσιαστικές διαδημοτικές συνεργασίες, επιλέγεται η πλήρης αφαίρεση της αρμοδιότητας.
One stop shop ή διοίκηση σε απόσταση;
Το νέο μοντέλο υπόσχεται ένα ψηφιακό one stop shop για το ακίνητο, όπου ιδιοκτησία, άδειες και έλεγχος θα συγκεντρώνονται σε έναν φορέα. Η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία και αυτονόητη. Όμως, η ενοποίηση δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αποτελεσματικότητα.
Η απομάκρυνση της διοίκησης από τον πολίτη, η απώλεια της τοπικής γνώσης και η αντικατάσταση της άμεσης διοικητικής επαφής με κεντρικές δομές ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Ιδίως όταν το ίδιο το Κτηματολόγιο αντιμετωπίζει ακόμη ζητήματα στελέχωσης και λειτουργικής ωριμότητας, ενώ οι αναφορές σε outsourcing και μητρώα ιδιωτών ελεγκτών γεννούν εύλογες ανησυχίες για τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του ελέγχου δόμησης.
Μια μεταρρύθμιση χωρίς συναίνεση
Η στάση της ΚΕΔΕ, που προαναγγέλλει μαζικές δικαστικές προσφυγές από τους Δήμους, αλλά και η κοινοβουλευτική ανάδειξη ζητημάτων συνταγματικότητας, δείχνουν ότι η μεταρρύθμιση αυτή δεν διαθέτει ούτε θεσμική συναίνεση ούτε επαρκή τεκμηρίωση. Η απουσία μελέτης σκοπιμότητας και εκτίμησης επιπτώσεων καθιστά την επιλογή ακόμη πιο προβληματική.
Σε μια περίοδο που η χώρα χρειάζεται εμπιστοσύνη στους θεσμούς και σταθερότητα στους κανόνες του χωρικού σχεδιασμού, η μεταφορά των ΥΔΟΜ κινδυνεύει να εξελιχθεί όχι σε τομή, αλλά σε εστία παρατεταμένης θεσμικής αντιπαράθεσης.
Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν περνά μέσα από την αφαίρεση αρμοδιοτήτων, αλλά μέσα από την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης, τη στελέχωση των υπηρεσιών και την απλοποίηση του ίδιου του νομοθετικού πλαισίου. Διαφορετικά, το πρόβλημα απλώς θα μετακινηθεί – χωρίς να λυθεί.