Το Λαζαράκειο Δημοτικό Μέγαρο δεν είναι ένα οποιοδήποτε δημοτικό κτίριο. Είναι ένα ιστορικό κτίριο της πόλης μας, άμεσα συνδεδεμένο με τη μνήμη και την προσφορά του δωρητή του. Το ίδιο ισχύει και για την Παπαχριστοπούλειο Δημοτική Βιβλιοθήκη.
Γι’ αυτό και είναι πραγματικά στενάχωρο να διαπιστώνουμε ότι, 4,5 χρόνια μετά τη δημοπράτηση του έργου, βρισκόμαστε σήμερα να συζητάμε για τη διαδικασία απομάκρυνσης του αναδόχου και ουσιαστικά για το πώς το έργο θα μπορέσει να ξεκινήσει ξανά.

Για να φτάσει το έργο στη δημοπράτηση είχε προηγηθεί μεγάλος αγώνας για την εκπόνηση και ολοκλήρωση της μελέτης, με τα θετικά και τα αρνητικά της. Είχα όμως εκφράσει από τότε ξεκάθαρα τη διαφωνία μου με τον τρόπο δημοπράτησης. Κατά την άποψή μου, έπρεπε να είχε ακολουθηθεί ανοικτή διαδικασία σύμφωνα με τον ν. 4412/2016, ώστε να εξασφαλιστεί ουσιαστικός ανταγωνισμός και να μειωθεί ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στη σημερινή κατάσταση.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τις ευθύνες που υπάρχουν και για όσα ακολούθησαν. Δυόμισι ακόμη χρόνια αδράνειας είναι πάρα πολλά για ένα τέτοιο έργο. Η σημερινή Δημοτική Αρχή όφειλε πολύ νωρίτερα να έχει εξαντλήσει τα προβλεπόμενα διοικητικά και συμβατικά μέσα και, εφόσον ο ανάδοχος δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του, να είχε κινηθεί εγκαίρως η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το ίδιο το κτίριο.
Μετά από τόσα χρόνια και με τμήματα του κτιρίου να έχουν παραμείνει εκτεθειμένα, είναι εύλογο να θεωρούμε ότι οι ζημιές μπορεί να έχουν επιβαρυνθεί. Πριν από οποιαδήποτε επανεκκίνηση των εργασιών θεωρώ αναγκαίο να γίνει νέα πλήρης αυτοψία και επικαιροποίηση των τεχνικών δεδομένων και, κυρίως, της στατικής μελέτης, ώστε να γνωρίζουμε με ασφάλεια ποια είναι σήμερα η πραγματική κατάσταση του κτιρίου και ποιες παρεμβάσεις απαιτούνται.

Το ίδιο πρέπει να εξεταστεί, κατά περίπτωση, και για το κτίριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης.
Και επειδή ενδεχομένως κάποιος να αναρωτηθεί αν αυτή είναι μια άποψη που διατυπώνεται σήμερα, εκ των υστέρων, η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη:
Όχι. Από την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημοπράτησης είχα εκφράσει τη σοβαρή επιφύλαξή μου και την πεποίθησή μου ότι, με τον τρόπο που είχε εξελιχθεί η διαδικασία, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος το έργο να μην εκτελεστεί. Και το είχα διατυπώσει δημόσια.
Σήμερα, όμως, το ζητούμενο δεν είναι ποιος δικαιώθηκε. Το ζητούμενο είναι να μη χαθεί άλλος χρόνος.
Να προστατευθούν άμεσα τα δύο κτίρια, να ελεγχθεί εκ νέου η πραγματική τεχνική και στατική τους κατάσταση, να ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες επικαιροποιήσεις και να επιλεγεί η νόμιμη και ασφαλέστερη διαδικασία ώστε τα έργα να επανεκκινήσουν και, επιτέλους, να ολοκληρωθούν.
Το οφείλουμε στην ιστορία της πόλης, στους δωρητές αυτών των κτιρίων και στις επόμενες γενιές.
Νίκη Κοκκαλιάρη
Πολιτικός Μηχανικός M.Sc