Το ελληνικό κράτος, στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30/3/2020, περιέλαβε και το άρθρο 3, το οποίο προέβλεπε τα εξής:
«Σε επιχειρήσεις που επλήγησαν οικονομικά λόγω της εμφάνισης και διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19 δύναται να χορηγείται ενίσχυση επιστρεπτέα, εν όλω ή εν μέρει, με τη μορφή της “επιστρεπτέας προκαταβολής”.»
Επίσης, η Ε.Ε., εκτός της άμεσης χρηματοδότησης, κάλεσε τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα για την παροχή κινήτρων σε πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν τον ρόλο τους όσον αφορά τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων στην Ε.Ε., θεωρώντας ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν έχουν ως στόχο τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της βιωσιμότητας, της ρευστότητας ή της φερεγγυότητας των τραπεζών, αλλά διοχετεύονται μέσω των τραπεζών, ως ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, προς τις επιχειρήσεις.
Η Ε.Ε. επίσης παρουσίασε τις διάφορες επιλογές που είχαν τα κράτη-μέλη στη διάθεσή τους, χωρίς τη συμμετοχή της Ε.Ε. Οι επιλογές αυτές περιελάμβαναν μέτρα όπως οι επιδοτήσεις μισθών, η αναστολή των πληρωμών φόρων και φόρων προστιθέμενης αξίας, των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν προκύπτει να έκανε κάτι από τις προτεινόμενες από την Ε.Ε. ενέργειες όσον αφορά την υποβοήθηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους εργαζομένους τους και τις υποχρεωτικές μηνιαίες καταβολές φόρων και εισφορών. Το μόνο που έκανε ήταν να δώσει την περίφημη επιστρεπτέα προκαταβολή, λαμβάνοντας ως μέτρο χορήγησης όχι την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, αλλά τις οφειλές της προς τις εταιρείες ειδικού σκοπού, δηλαδή τις τράπεζες.
Παρουσιάζοντας, λοιπόν, πειστήρια οφειλών κόκκινων δανείων προς τις τράπεζες, εκταμιεύθηκαν για λογαριασμό των ενδιαφερόμενων οφειλετών κάποια ποσά, με τα οποία οι μικρομεσαίοι πλήρωσαν τις οφειλές τους προς τις τράπεζες. Μ’ ένα σμπάρο, δηλαδή, δύο τρυγόνια.
Η κυβέρνηση πειθάρχησε στην ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά την επιστρεπτέα την έδωσε με βάση τις οφειλές προς τους servicers, για να πληρωθούν και να μην βαλτώσουν οι πληρωμές προς τις τράπεζες.
Κι ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε τονίσει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν έπρεπε να έχουν ως σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της βιωσιμότητας ή της ρευστότητας ή της φερεγγυότητας των τραπεζών, τελικά οι τελικοί αποδέκτες της βοήθειας ήταν οι τράπεζες.
Δηλαδή, οι τράπεζες για μία ακόμη φορά ευνοήθηκαν, ακόμη και με την πανδημία, χάρη στην αγαστή συνεργασία κυβέρνησης και εταιρειών ειδικού σκοπού.
Και τώρα οι «ευνοημένοι» οφειλέτες επιστρέφουν, μήνα με τον μήνα, τα «δανεικά» της κυβέρνησης ως επιστρεπτέα, εν μέρει. Γεννάται όμως το εύλογο ερώτημα: οι τράπεζες, ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, γιατί δεν υπάγονται στην κατηγορία των οφειλετών και, κατά συνέπεια, της επιστρεπτέας προκαταβολής;
Με τις τέσσερις ανακεφαλαιοποιήσεις έλαβαν 50 δισεκατομμύρια και δεν επέστρεψαν ούτε σεντ. Και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει τουλάχιστον το μέτρο της επιστρεπτέας, εν μέρει, και στις τράπεζες. Τι απαλλάσσει τις τράπεζες από το να επιστρέψουν τα χρήματα που έλαβαν ως βοήθεια για να μην κατεβάσουν ρολά, τη στιγμή που αιτία για την έλλειψη ρευστότητας των τραπεζών ήταν η κατασπατάληση των καταθέσεων των πολιτών, λόγω της άστοχης επιχειρηματικής δραστηριότητας των τραπεζών και όχι λόγω της οικονομικής κρίσης ή κάποιας ασθένειας τύπου COVID;
Και όλοι μιλούν για τους εγκληματικούς και καταχρηστικούς όρους που διέπουν την αποπληρωμή των κόκκινων δανείων, τα περισσότερα των οποίων εδόθησαν με καθαρή πρωτοβουλία των τραπεζών ή των τραπεζών και του ελληνικού Δημοσίου, για να βοηθηθεί ο πολίτης να ανακάμψει μετά τις γνωστές φυσικές καταστροφές (πυρόπληκτα – σεισμόπληκτα), και κανένας δεν μιλάει για τα δανεικά αγύριστα των τραπεζών.
Να βγει κάποιος ειδήμων, λοιπόν, και να μας πει όχι για το πώς τα κόκκινα δάνεια έγιναν κατακόκκινα ερήμην των δανειοληπτών, αλλά πώς οι τράπεζες, με την ανοχή της κυβέρνησης, κρέμασαν τους δανειολήπτες και όχι μόνο, αλλά και βρέθηκαν να μην χρωστάνε στο ελληνικό Δημόσιο. Δηλαδή, μηδέν (0) επιστρεπτέα, με το κόλπο της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου.
Αλλά και ο αναβαλλόμενος φόρος των συστημικών τραπεζών, ύψους σήμερα 12 δισ. ευρώ, χαρίζεται στις τράπεζες με έτος μηδενισμού πέραν του 2030, με τον φόβο μήπως πάψει να υπάρχει, εάν πληρωθεί άμεσα, η δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.
Και το ερώτημα που γεννάται είναι: ποια οικονομία; Των ολίγων του κλάμπ των κουμπάρων; Και αυτό γιατί οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες έχουν αποταχθεί από το τραπεζικό σύστημα.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΧ. ΔΙΑΚΟΣ
ΜΗΧ/ΓΟΣ – ΗΛΕΚ/ΓΟΣ
ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ Ε.Δ.Ε.