Γράφει ο Σπύρος Ζαφειρόπουλος – Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού, blogger
Η παράσταση «Τζένη Τζένη», βασισμένη στο κλασικό κινηματογραφικό έργο των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά, μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Νίκου Καραθάνου. Με αφετηρία τη γνωστή ιστορία της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο οικογένειες ενός νησιού και τον έρωτα που έρχεται να διαταράξει τις ισορροπίες τους, η παράσταση επιχειρεί να συνομιλήσει όχι μόνο με την αγαπημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και με τη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Νίκος Καραθάνος δεν προσεγγίζει το υλικό ως μια απλή θεατρική αναπαραγωγή της κινηματογραφικής επιτυχίας. Αντίθετα, αναζητά πίσω από τη νοσταλγία, το χιούμορ και τη φωτεινότητα του έργου μια πιο σύνθετη ανάγνωση, όπου η αθωότητα συνυπάρχει με τη φθορά, η γιορτή με τη μελαγχολία και η ανάμνηση με την απώλεια.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό νησί, όπου δύο πολιτικές παρατάξεις βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση. Η κόρη του ενός πολιτικού αντιπάλου, η Τζένη, ερωτεύεται τον γιο του άλλου, ανατρέποντας ισορροπίες, φιλοδοξίες και οικογενειακούς σχεδιασμούς. Μέσα από παρεξηγήσεις, συγκρούσεις και κωμικές καταστάσεις, το έργο σατιρίζει την πολιτική, τις πελατειακές σχέσεις και τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, διατηρώντας παράλληλα τον ανθρώπινο και τρυφερό πυρήνα του.
Η παράσταση παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν η Χάρις Αλεξίου, ο Χρήστος Λούλης, η Ζέτα Μακρυπούλια, ο Γιάννης Κότσιφας, ο Άγγελος Παπαδημητρίου και πολυμελής θίασος, σε μια παραγωγή που επιχειρεί να επανασυστήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας σε μια νέα θεατρική γενιά.

[Φωτογραφία: https://www.lifo.gr]
Αν έχεις δει την ταινία Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, μπορείς ίσως να καταλάβεις τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να υπάρχει ένας ημιώροφος μέσα στο μυαλό του. Ένας ιδιωτικός, προστατευμένος χώρος σκέψης και δημιουργίας. Ένα καταφύγιο όπου οι ιδέες εμφανίζονται αρχικά ακατέργαστες, άλλοτε συμμετρικές και πειθαρχημένες, άλλοτε άναρχες και αντιφατικές, μέχρι να βρουν τελικά τη μορφή με την οποία θα παρουσιαστούν στον κόσμο.
Γνωρίζοντας τον Νίκο Καραθάνο πολλά χρόνια, τόσο σε προσωπικό όσο κυρίως σε καλλιτεχνικό επίπεδο, κάθε φορά που πρόκειται να δω μια νέα δουλειά του αισθάνθηκα μια ιδιαίτερη προσμονή. Όχι μόνο για το έργο που ανεβάζει, αλλά κυρίως για τη διαδρομή που ακολούθησε μέσα στον δικό του «ημιώροφο» μέχρι να φτάσει στη σκηνή. Με ενδιαφέρει πάντα περισσότερο η ματιά του παρά το ίδιο το υλικό.
Ομολογώ ότι στην περίπτωση του Τζένη Τζένη είχα έναν μικρό φόβο. Η ταινία είναι τόσο βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, ώστε κάθε θεατρική μεταφορά κινδυνεύει είτε να λειτουργήσει ως απλή αναπαράσταση είτε να απομακρυνθεί τόσο πολύ από το πρωτότυπο ώστε να χάσει τον λόγο ύπαρξής της. Το ερώτημα ήταν απλό: μπορεί μια ταινία που όλοι γνωρίζουμε σχεδόν απ’ έξω να σταθεί στο σανίδι ως αυτόνομη θεατρική πρόταση και να έχει ακόμη κάτι νέο να προσφέρει;
Η απάντηση που δίνει ο Καραθάνος είναι καταφατική.
Και μάλιστα πετυχαίνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια απλή ισορροπία ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Παίρνει το υλικό της ταινίας και το περνά μέσα από τη δική του ποιητική ματιά. Εκεί όπου η ταινία συχνά ακουμπά στην κωμωδία και τη σάτιρα, ο Καραθάνος αναζητά τις ρωγμές. Εμβαθύνει στα δραματικά στοιχεία, σχεδόν τα φωτίζει εκ νέου, χωρίς να χάνει ποτέ τη φρεσκάδα, τον ρυθμό και τη ζωντάνια του κωμικού.
Η κινησιολογία, οι μεταβάσεις και οι μικρές σκηνικές λεπτομέρειες λειτουργούν ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Ιδιαίτερα οι συχνές και ευρηματικές αλλαγές σκηνικού δεν εξυπηρετούν απλώς πρακτικές ανάγκες της παράστασης, αλλά γίνονται μέρος του ίδιου του θεατρικού λόγου. Με ρυθμό, φαντασία και ακρίβεια συμβάλλουν στη δραματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τα κωμικά στοιχεία του έργου, δημιουργώντας συνεχώς νέες εικόνες και ανανεώνοντας το ενδιαφέρον του θεατή. Οι αναφορές που εμφανίζονται και χάνονται πριν προλάβεις να τις αποκωδικοποιήσεις πλήρως δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που δεν σε καλεί απλώς να θυμηθείς την ταινία. Σε καλεί να την ξαναδείς από την αρχή.
Ταυτόχρονα, ο ρομαντισμός που διαπερνά την παράσταση συνυπάρχει με έναν διαρκή συμβολισμό. Αντικείμενα, εικόνες, κινήσεις και πρόσωπα μοιάζουν να λειτουργούν σε δύο επίπεδα. Στο προφανές και σε ένα δεύτερο, υπόγειο επίπεδο, που παραμένει ανοιχτό στις ερμηνείες του θεατή.
Ίσως γι’ αυτό και φεύγοντας δεν παίρνεις μαζί σου μόνο το έργο. Παίρνεις και ερωτήματα.
Για μένα, ένα από αυτά ήταν η παρουσία ασιατικών αναφορών στα σκηνικά και στη συνολική αισθητική της παράστασης. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατάφερα να αποκωδικοποιήσω πλήρως τη λειτουργία τους μέσα στο σύνολο. Αλλά ίσως αυτό να μην έχει τελικά τόση σημασία. Δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις φεύγοντας από ένα θέατρο. Κάποιες φορές αρκεί να φεύγουμε με την επιθυμία να επιστρέψουμε σε αυτές.
Ίσως την επόμενη φορά που θα συναντήσω τον Νίκο να τον ρωτήσω.
ΥΓ: Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον δικό μας Γιάννη Κότσιφα. Ανάμεσα σε ένα καστ με πολύ ισχυρές παρουσίες, κατάφερε να διατηρήσει τη δική του θέση με φυσικότητα και σκηνική άνεση, υπηρετώντας τους ρόλους του με ευφάνταστο τρόπο (ειδικά αυτόν του ιερέα).