Γράφει ο Σπύρος Ζαφειρόπουλος – Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού, blogger
Το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Ζαν-Πολ Σαρτρ, γραμμένο το 1944, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του σύγχρονου θεάτρου. Τρεις άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο χωρίς δυνατότητα διαφυγής και σταδιακά συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα δωμάτιο, αλλά για μια ιδιότυπη συνθήκη όπου καλούνται να συνυπάρξουν, να συγκρουστούν και τελικά να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Μέσα από αποκαλύψεις, εντάσεις και ψυχολογικά παιχνίδια, το έργο αγγίζει την ανάγκη αποδοχής, την αυτοεικόνα και το ερώτημα του πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος.

Η παράσταση παρουσιάστηκε στον Πολυχώρο Πολιτισμού δήμου Ήλιδας, το διάστημα 1-6 Απριλίου 2026, σε σκηνοθεσία Χαράλαμπου Κοντοπανάγου από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του συλλόγου “Συνδικάτο της Τέχνης”.
Η προσέγγιση της παράστασης μπορεί να διαβαστεί μέσα από δύο επίπεδα. Από τη μία, το ίδιο το αποτέλεσμα επί σκηνής, η σκηνοθετική κατεύθυνση, οι ερμηνείες και τα τεχνικά μέσα. Από την άλλη, η λειτουργία της ομάδας, η μεταξύ τους σχέση και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται στη σκηνή.
Η σκηνοθετική επιλογή φαίνεται να κινείται σε μια καθαρή κατεύθυνση, με βασικό στόχο την ευκρινή απόδοση του κειμένου. Η απόφαση οι ηθοποιοί να κινούνται κοντά στο κοινό και να απευθύνονται σχεδόν μετωπικά προς αυτό, δημιουργεί μια αίσθηση αμεσότητας και επιχειρεί να σπάσει την απόσταση της σκηνής. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που λειτουργεί ως γέφυρα με τον θεατή, χωρίς όμως να συνοδεύεται πάντα από το απαραίτητο βάθος στις μεταξύ τους σχέσεις.
Οι ερμηνείες κινούνται με έμφαση στην καθαρότητα του λόγου και στην επάρκεια της φωνής, κάτι που επιτρέπει στο κείμενο να φτάσει χωρίς εμπόδια στο κοινό. Ωστόσο, η σκηνική συνύπαρξη παραμένει σε ένα πιο πρώιμο στάδιο. Οι ηθοποιοί λειτουργούν συχνά ως μεμονωμένες παρουσίες και λιγότερο ως ένα ενιαίο σύνολο, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις σωματικές επαφές και στις μεταξύ τους αντιδράσεις, όπου διακρίνεται μια απόσταση αντί για οικειότητα. Αυτό επηρεάζει και την ένταση των συγκρούσεων, περιορίζοντας την εμβάθυνση στις σχέσεις των χαρακτήρων, παρότι το βασικό νόημα του έργου παραμένει κατανοητό.
Ο χώρος αξιοποιείται με λιτότητα και λειτουργικότητα. Τα σκηνικά υπηρετούν τη δράση χωρίς να τη βαραίνουν, αν και επιμέρους επιλογές, όπως τα υφάσματα στις πολυθρόνες, δεν προσθέτουν ουσιαστικά στη συνολική εικόνα. Αντίθετα, η χρήση φωτός, ιδιαίτερα στη στιγμή που η πόρτα ανοίγει και το φως εισέρχεται από το πλάι, αποτελεί ένα εύρημα που ξεχωρίζει και δίνει σκηνική ένταση. Συνολικά, ο φωτισμός λειτουργεί υποστηρικτικά, οριοθετώντας τη δράση χωρίς υπερβολές.
Ιδιαίτερα προσεγμένη εμφανίζεται η χρήση ήχου και μουσικής. Οι επιλογές είναι στοχευμένες, εντάσσονται οργανικά στη ροή της παράστασης και ενισχύουν το αποτέλεσμα, φανερώνοντας μια πιο ουσιαστική σχέση της σκηνοθεσίας με αυτό το επίπεδο της αφήγησης.
Σε επίπεδο τεχνικής, η άρθρωση και η ακουστικότητα βρίσκονται σε καλό επίπεδο, ωστόσο ο έλεγχος του σώματος και της κίνησης δείχνει να βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία εξέλιξης. Υπάρχουν στιγμές όπου η σκηνική παρουσία ωριμάζει, με πιο σταθερή και ολοκληρωμένη απόδοση από τον πρωταγωνιστή, αλλά συνολικά η σωματικότητα παραμένει ένα πεδίο που χρειάζεται περαιτέρω δουλειά.
Παράλληλα, διακρίνεται μια ειλικρινής προσπάθεια από την πλευρά της ομάδας, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφωθεί πλήρως μια κοινή σκηνική γλώσσα. Η έλλειψη χημείας και ενιαίου ρυθμού γίνεται αισθητή σε σημεία, ενώ η συνολική προσέγγιση παραμένει σε μια ασφαλή γραμμή, με περιορισμένο πειραματισμό πέρα από επιμέρους τεχνικά ευρήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται και στιγμές υπερβολής που φαίνεται να εξυπηρετούν περισσότερο την ατομική παρουσία παρά το σύνολο, χωρίς όμως να αλλοιώνουν καθοριστικά την εικόνα.
Η επικοινωνία με το κοινό, ωστόσο, επιτυγχάνεται. Η παράσταση διατηρεί την προσοχή των θεατών και καταφέρνει να τους κρατήσει μέσα στη ροή του έργου μέχρι το τέλος, στοιχείο που δεν είναι αυτονόητο για ένα κείμενο τέτοιων απαιτήσεων.
Συνολικά, πρόκειται για ένα σοβαρό και φιλόδοξο ξεκίνημα. Η επιλογή του έργου από μόνη της δηλώνει πρόθεση και διάθεση να καταπιαστεί η ομάδα με κάτι απαιτητικό. Η προσπάθεια είναι εμφανής και τίμια, με σαφή περιθώρια εξέλιξης κυρίως στο επίπεδο της σκηνικής σχέσης, της σωματικότητας και της συνοχής του συνόλου. Η εικόνα που μένει δεν είναι αυτή μιας ολοκληρωμένης κατάκτησης, αλλά μιας πορείας που μόλις ξεκινά και έχει λόγους να συνεχίσει.
Υ.Γ. – Για το κοινό
Σε γενικές γραμμές, το κοινό λειτούργησε με σεβασμό. Υπήρχαν, ωστόσο, κάποιες στιγμές που δείχνουν ότι έχουμε ακόμη δρόμο. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω 4–5 κινητά να ανάβουν μέσα στη διάρκεια της παράστασης. Ένα τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές. Κάποιοι θεατές φωτογράφισαν τη σκηνή και τους ηθοποιούς την ώρα που έπαιζαν.
Χρειάζεται εδώ μια ξεχωριστή αναφορά σε όσους βρίσκονται στον χώρο ως εκπρόσωποι τοπικών ΜΜΕ. Το να σηκώνεσαι εν μέσω παράστασης για να φωτογραφίσεις, είτε ηθοποιούς είτε το κοινό, χωρίς συναίνεση, δεν είναι απλώς άστοχο. Δείχνει πλήρη απουσία κατανόησης του τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο και η επιλογή να κάθεσαι στην πρώτη σειρά με ανοιχτό κινητό. Δεν πρόκειται για μια ακόμη δημόσια εκδήλωση. Δεν είναι πανηγύρι. Είναι μια ζωντανή πράξη που απαιτεί συγκέντρωση, από όλους.
Αξίζει να γίνει σαφές κάτι απλό. Όταν ανοίγει ένα κινητό μέσα στο σκοτάδι, δεν αποσπάται μόνο ο θεατής που το κρατά. Φωτίζεται το πρόσωπό του, διαταράσσεται ο χώρος, διακόπτεται η συγκέντρωση των ηθοποιών. Αυτό που για κάποιον φαίνεται μικρό, πάνω στη σκηνή γίνεται μεγάλο.
Σε άλλες πόλεις, αυτά τα ζητήματα θεωρούνται αυτονόητα. Η χρήση κινητού, πολύ περισσότερο η φωτογράφιση, δεν επιτρέπονται. Όχι από αυστηρότητα, αλλά από σεβασμό στο ίδιο το γεγονός της παράστασης.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο το κοινό. Οι συντελεστές κάθε παράστασης οφείλουν να το διαφυλάσσουν, να θέτουν όρια, να υπενθυμίζουν ότι αυτό που συμβαίνει στη σκηνή είναι κάτι που χρειάζεται προστασία, είτε πρόκειται για επαγγελματική είτε για ερασιτεχνική προσπάθεια.
Ίσως τελικά ο δρόμος της ωρίμανσης να μην αφορά μόνο όσους ανεβαίνουν στη σκηνή, αλλά και όσους κάθονται απέναντί τους.