
Η βασική πυξίδα για το πού οδεύει μια χώρα παραμένει επί δεκαετίες το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, «η συνολική αξία των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου», παρά τη σαφή προειδοποίηση που είχε απευθύνει ήδη από τη δεκαετία του 1930 ο ίδιος ο εμπνευστής του. Ο ρωσοαμερικανός οικονομολόγος Σάιμον Κούζνετς είχε σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει την ευημερία ενός έθνους. «Μετράει τα πάντα, εκτός από εκείνα που κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει κανείς», όπως θα συμπλήρωνε μετά από τρεις δεκαετίες ο Ρόμπερτ Κένεντι.
Σήμερα – περισσότερο από ποτέ – ανακύπτει η ανάγκη για πλαισίωση του ΑΕΠ από συμπληρωματικούς δείκτες, που θα βάζουν στην εξίσωση τις ανισότητες, τον τρόπο κατανομής του παραγόμενου πλούτου, τη βιωσιμότητα και το αποτύπωμα των περιβαλλοντικών καταστροφών.
Μια νέα προσέγγιση στη μέτρηση της ευημερίας ενδεχομένως να άλλαζε τις πολιτικές προτεραιότητες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον άνθρωπο, απ’ ό,τι στους αριθμούς.