Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και εξηγεί τη χρήση των κλομπ, των ειδικών πιστολιών και των δακρυγόνων ως μέσων καταστολής κατά τον Μεσοπόλεμο, αλλά και αργότερα.

Τάσος Θεοφίλου

ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1930, σύμφωνα με την εφημερίδα «Ακρόπολις», η Αστυνομία Πόλεων είχε προκηρύξει διαγωνισμό για την κατασκευή και προμήθεια 500 κλομπ, με τα οποία θα εφοδίαζε τους άνδρες της.

«Τι είναι, όμως, αυτά τα περίεργα γκλομπ των αστυφυλάκων, διά τα οποία έγινε τόσος θόρυβος τελευταίως; Ποιος υπήρξε ο εφευρέτης των, πώς κατασκευάζονται; Πού έκαμαν την πρώτην εμφάνισίν των και πότε καθιερώθησαν και εις την Ευρώπην και εδώ ως όπλα των οργάνων της Αστυνομίας;».

Αυτές τις ερωτήσεις έθεσε ρητορικά ο συντάκτης στους αναγνώστες του, ως αφορμή, για να δώσει ο ίδιος την απάντηση.

«Το γκλομπ είναι το ξύλινον όπλον του αστυφύλακος, το οποίον είναι υποχρεωμένος να φέρη πάντοτε μαζί του, και όταν ευρίσκεται εν υπηρεσία και όταν είναι εκτός υπηρεσίας ακόμη», καθώς «ο αστυνομικός, κατ’ ουσίαν, θεωρείται ότι ευρίσκεται πάντοτε εν υπηρεσία. Ακόμη και όταν θα γυρίση από την περιπολίαν του, όταν θα παραδώση την υπηρεσίαν του εις κάποιον άλλον συνάδελφόν του, όταν πηγαίνη σπίτι του ή κάμνη τον περίπατόν του όπως όλοι οι άνθρωποι για να ξεκουρασθή και να αναπνεύση από τις σκοτούρες της δουλειάς του, μπορεί να του ζητηθούν αι υπηρεσίαι του».

Σε τι χρησίμευε, βέβαια, το κλομπ δεν ήταν ανάγκη να εξηγηθεί: «Με ένα επιδέξιο και καλό κτύπημα εις το χέρι του κακοποιού ή του ανθισταμένου κατά της εξουσίας, το χέρι γίνεται ανίκανο να σηκωθή, πέφτει ξερό και επ’ αρκετήν ώραν ο αντίπαλος του αστυνομικού καθίσταται αιχμάλωτός του».

Ένα τυχαίο συμβάν, μια συμπλοκή κακοποιών, μια αταξία του δρόμου, επέβαλλαν την επέμβασή του. Γι’ αυτό, το κλομπ ήταν κάτι που έπρεπε να έχει πάντοτε μαζί του ως όπλο ο αστυνομικός. Σύμφωνα με τις περιγραφές του άρθρου, ήταν κατασκευασμένο από σκληρό ξύλο, ώστε να μη σπάει και να αντέχει στα βίαια χτυπήματα. Συνήθως κατασκευαζόταν από έβενο, από ξύλο καρυδιάς ή από ξύλο άλλων δέντρων με μεγάλη αντοχή.

«Επίσης είναι χονδρότερον εις το ένα άκρον και κάπως λεπτότερον εις το άλλο άκρον, όπου και είναι δεμένο ένα λουρί, το οποίον τυλίγεται εις τον αντίχειρα της δεξιάς χειρός, και γύρω από την παλάμην τόσο στερεά, ώστε είναι αδύνατον να αποσπασθή από το χέρι του αστυφύλακος. Το λουράκι αυτό έχει ένα τέτοιο δίπλωμα στο χέρι, που δεν μπορεί να ξεφύγη ούτε εύκολα, ούτε και αν ακόμη τραβήξη το γκλομπ πολύ δυνατά ξένος άνθρωπος, και μεγάλης ακόμη σωματικής ρώμης».

Συνήθως ήταν βαμμένο, προκειμένου να διατηρείται καλύτερα, να μη φθείρεται, να μην πιάνει ακαθαρσίες, σκόνη, ούτε να σαπίζει από την υγρασία εύκολα, όπως κάθε άβαφο και μαλακό ξύλο.

Σε τι χρησίμευε

Σε τι χρησίμευε, βέβαια, το κλομπ δεν ήταν ανάγκη να εξηγηθεί: «Με ένα επιδέξιο και καλό κτύπημα εις το χέρι του κακοποιού ή του ανθισταμένου κατά της εξουσίας, το χέρι γίνεται ανίκανο να σηκωθή, πέφτει ξερό και επ’ αρκετήν ώραν ο αντίπαλος του αστυνομικού καθίσταται αιχμάλωτός του».

Τα χτυπήματα που κατέφερε ο αστυνομικός εναντίον του κακοποιού με το κλομπ δεν ήταν τυχαία. Ακολουθούσαν κι αυτά «νόμους τέχνης», την οποία διδάσκονταν οι αστυνομικοί όταν ήταν ακόμα μαθητές στη σχολή.

«Τα κτυπήματα της κεφαλής απαγορεύονται αυστηρώς, διότι και κακό μπορούν να κάνουν και συντελούν εις το να παραλύση η δύναμις του ανθρώπου, που ανθίσταται εις τον αστυνομικόν. Γενικώς, τα κτυπήματα που καταφέρονται με το γκλομπ δεν αφήνουν τραύματα και δεν βλάπτουν, είναι δε διά τούτο ακριβώς καθωρισμένα».

Η ιστορία του κλομπ

Η πρώτη πόλη στον κόσμο, στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο της «Ακροπόλεως», χρησιμοποιήθηκε το κλομπ ήταν το Λονδίνο.

Η αιτία που επέβαλε την καθιέρωση αυτού του οργάνου στις σύγχρονες αστυνομίες ήταν η εξής: «Το θέαμα του φρουρού ή σκοπού αστυνομικού, ο οποίος περιεφέρετο εις τους δρόμους της πόλεως και τους πλέον κεντρικούς με το όπλον κρεμασμένο εις τον ώμο, ήτο πολύ αντιπαθές εις το κοινόν. Μέσα σε μια πολιτισμένη κοινωνία, ένας οπλοφορών, και όταν ακόμη εκπροσωπή την εξουσίαν, δεν αποτελεί βέβαια αρμονίαν με το περιβάλλον. Έχει κάτι το άγριον επάνω του και το αποκρουστικόν. Αυτή λοιπόν η ανάγκη επέβαλε να ευρεθή κάτι το οποίον να αντικαταστήση το βαρύ όπλο και την αντιπαθητικήν εις τον ειρηνόφιλον διαβάτην ξιφολόγχην. Και εφευρέθη το γκλομπ!».

Τα κλομπ και τα δακρυγόνα εμφανίστηκαν ως προϊόν πολιτισμού
Η πρώτη πόλη στον κόσμο, στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο της «Ακροπόλεως», χρησιμοποιήθηκε το κλομπ, ήταν το Λονδίνο.

Στην Ελλάδα ήρθε και αυτό ως προϊόν πολιτισμού από την Ευρώπη, μαζί με την εγκατάσταση της Αστυνομίας Πόλεων στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Στην Κέρκυρα αρχικά, στην Πάτρα, στον Πειραιά και τέλος στην Αθήνα.

«Η φοιτητική απεργία το έκαμε αντιπαθητικόν εις το κοινόν. Γεγονός όμως είναι ότι είναι προτιμώτερον από τον υποκόπανον που αντιπροσώπευε κάποτε την εξουσίαν, και του οποίου η δράσις ήτο, κατά γενικόν κανόνα, αιματηρά. Το γκλομπ μπορεί να έχη βέβαια και αυτό τα δυσάρεστά του. Μπορεί να σπάση κεφάλια, να σπάση πλευρά, να σκοτώση ακόμη και άνθρωπον, όταν το κτύπημα που θα καταφερθή είναι αδέξιο, απρόσεκτο και πάρα πολύ δυνατό. Σε μια όμως τέτοια περίπτωσι, δεν φταίει, ομολογουμένως, το γκλομπ. Φταίει το αστυνομικόν όργανον, που δεν έχει την ψυχραιμία του χειρισμού του, που δεν προσέχει όσο πρέπει και δεν επιτυγχάνη να κάνη καλήν χρήσιν του όπλου αυτού και αποκλειστικώς απέναντι επικινδύνων κακοποιών μόνον».

Τα δακρυγόνα αέρια

Τον Σεπτέμβρη του 1932 έγινε ίσως για πρώτη φορά λόγος για την πιθανότητα χρήσης δακρυγόνων με αφορμή τον κίνδυνο επεισοδίων κατά τη διάρκεια των εκλογών. Ο αρθρογράφος της αντιβενιζελικής εφημερίδας «Ακρόπολις» σχολίαζε:

«Ή εξευρωπαϊζόμεθα και εις τα εκλογικά μας πράγματα ή η Κυβέρνησις έχει πανικοβληθή από τους οιωνούς διά την εκλογικήν της πανωλεθρίαν. Οπωσδήποτε, το Γενικόν Χημείον του Κράτους, κατά παραγγελίαν της Κυβερνήσεως, κατασκευάζει πυρετωδώς από ημερών μεγάλην ποσότητα δακρυογόνων αερίων, τα οποία η αστυνομία θα μεταχειρισθή διά τους θερμοαίμους οπαδούς των κομμάτων, οι οποίοι, διατασσόμενοι να διαλυθούν, δεν θα διαλύωνται».

Η δικαιολογία για την παραγγελία των δακρυγόνων αερίων ήταν ότι το μέσο αυτό μεταχειρίζονταν όλες οι αστυνομίες των ευρωπαϊκών κρατών. Φυσικά, αν κανείς ήθελε να κάνει σύγκριση των «ρωμέικων μέσων διαλύσεως των συγκεντρώσεων», δηλαδή του παλιού χωροφυλακίστικου βούρδουλα, του νεότερου αστυνομικού κλομπ και του εν ευρεία χρήσει στρατιωτικού υποκόπανου, το μέσο των δακρυγόνων αερίων, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ήταν περίπου άγιο. «Το να δακρύζετε στα καλά καθούμενα, ενώ δονείσθε από πολιτικόν ενθουσιασμόν, δεν είναι ασφαλώς τίποτε, από το να πονάτε και να δακρύζετε από τον υποκόπανον ή το γκλομπ».

Ο συντάκτης του άρθρου αποκάλυψε, επίσης, στους αναγνώστες της «Ακροπόλεως» το αντίδοτο στα δακρυγόνα, «το οποίον φίλος αστυνομικός μας ενεπιστεύθη διά να… μη το μεταδώσωμεν».

«Όταν υψώνεται ο καπνός του αερίου, ή προβλέποντες ότι οι συμπαθητικοί πόλισμαν πρόκειται να σας το εκσφενδονίσουν, δεν έχετε παρά να φράξετε για μισό λεπτό το στόμα σας και να κλείσετε άλλο τόσο τα μάτια σας. Το δακρυογόνον αέριον, ελαφρότατον, διαλύεται και ανέρχεται εις υψηλότερα στρώματα. Ούτως καθίσταται αμέσως αβλαβές, αρκεί να μη θίξη την πρώτην στιγμήν τον βολβόν των ματιών σας. Δηλαδή, εν ακριβολογία, να μη θίξη τους δακρυογόνους αδένας των ματιών σας. Επί πλέον, αν είσθε προνοητικοί και έχετε ένα μανδήλι με καμφοράν, το αποπέμπετε ευκολώτερα από τα μάτια σας».

Τα κλομπ και τα δακρυγόνα εμφανίστηκαν ως προϊόν πολιτισμού

Τα ειδικά πιστόλια

Τα δακρυγόνα, μέχρι τη στιγμή που δημοσιευόταν το άρθρο, ήταν ακόμα απίθανο να επισημοποιηθούν, διότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ακόμα τα ειδικά όργανα που απαιτούνταν για την εκτόξευσή τους. Στην Ευρώπη και την Αμερική ιδίως, όπου το μέσο αυτό χρησιμοποιούνταν ήδη, οι αστυνομικοί ήταν εφοδιασμένοι με «ειδικά πιστόλια» τα οποία είχαν «σχήμα όμοιον με τα περίστροφα, ολίγον μακρύτερα και περισσότερον… παχυλά, να είπωμε, εις τον κορμόν». Οι αστυνομικοί τα βγάζανε αιφνιδίως, πίεζαν την σκανδάλη και εκτίνασσαν «μακράν εκ της κάννης μίαν μικράν βολίδα, η οποία διαρρηγνύεται πλησίον των διαδηλωτών και τους κάμνει όλους για κλάματα!».

Στην Ελλάδα, μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, δεν υπήρχαν παρόμοια όπλα, ούτε ήταν, σύμφωνα με τις προβλέψεις του συντάκτη, δυνατόν να κατασκευαστούν μέχρι εκείνη την Κυριακή των εκλογών, οπότε αν οι αστυνομικοί έκαναν χρήση, θα είχαν και οι ίδιοι «την αυτήν τύχην με αυτούς που θα θέλουν να διαλύσουν. Θα σπάζουν τις μικρές γυάλινες αμπούλες με τα δακρυγόνα με τα χέρια των ή τα πόδια των, αφού θα είναι ηναγκασμένοι να σπάσουν πολλάς τοιαύτας. Τα αέρια, όμως, ανερχόμενα, αυτούς θα προσβάλλουν πρώτους, ώστε θα γίνεται του Κουτρούλη το πανηγύρι».

Το μόνο μέσο για να εξαιρεθούν της «κοιλάδος των δακρύων» θα ήταν να φορούν γυαλιά, «κλείοντα εις το άκρον τα μάτια», ή να πετούν τις αμπούλες από μακριά, με την ελπίδα ότι θα σπάσουν στα κεφάλια των διαδηλωτών.

Μελετούσαν όμως και έναν άλλο τρόπο: να έσπερναν με αμπούλες το έδαφος στο σημείο από το οποίο επρόκειτο να περάσει η διαδήλωση, ώστε οι «κορυβαντιώντες ανύποπτοι να τας σπάζουν και να αρχίζουν αυτοί μεν τα κλάματα, οι δε αστυνομικοί τα γέλια! Προσοχή, λοιπόν, απ’ εδώ και εις το εξής πού πατάτε και τι πατάτε! Αλλοιώτικα, από ακόλουθοι και μέλη χαρούμενης διαδηλώσεως, θα γίνεσθε… τεθλιμμένοι συγγενείς και φίλοι κηδείας».

Ο αρθρογράφος, τέλος, φρόντισε να καθησυχάσει τους αναγνώστες του διευκρινίζοντας ότι τα δακρυγόνα δεν ήταν επιβλαβή για τα μάτια, ενώ ενημέρωνε και για τις παραλλαγές που μεταχειριζόταν η γερμανική αστυνομία, όπως τα «δυσώδη αέρια», ιδίως όταν οι συγκεντρώσεις γινόταν σε «απομεμακρυσμένους των πόλεων χώρους».

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούσε να σταθεί κανείς και όλοι έφευγαν «προτροπάδην, σφίγγοντες τους ρώθωνάς των, ενώ οι αστυνομικοί, γελώντες, αναπνέουν κάτω από ειδικάς κάσκας καθαρόν αέρα. Εδώ, με την χρήσιν των δακρυογόνων αερίων και με τον ατελή μάλιστα τρόπον, θα είναι διαδηλωταί και αστυνομικοί για κλάματα, αλλά και για γέλια. Θα ιδούμε!».

lifo.gr