Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, άρθρα, επετειακές εκδόσεις και διεθνείς εκθέσεις επιχειρούν να αναλύσουν τη ζωή, τα τραύματα και την προσωπικότητα της Μέριλιν Μονρόε, μιας γυναίκας καλά κρυμμένης πίσω από την εικόνα της.
Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες από τον θάνατό της, να χυθούν τόνοι μελάνης, να ανακατευτεί στην ιστορία της το Netflix και διάφοροι βιογράφοι, και κυρίως, να ξεπεραστούν στερεότυπα αιώνων, για να αρχίσουμε να κατανοούμε, έστω και λίγο, τη Μέριλιν Μονρόε. Να έρθουμε πιο κοντά της και να δούμε τον άνθρωπο πίσω από την περσόνα της.
Μια γυναίκα, το πρόσωπο και το σώμα της οποίας γνωρίζει ολόκληρη η υφήλιος, αλλά παρέμενε το πιο μεγάλο μυστήριο. Αν ζούσε, σήμερα θα γινόταν 100 ετών. Πώς θα ήταν άραγε η εικόνα της; Σίγουρα η φθορά από τον χρόνο θα είχε αμβλύνει το μύθο της. Δε θα ήταν πια το απόλυτο sex symbol. Θα είχαν πάρει άλλες τη θέση της, αυτή που τώρα της ανήκει για πάντα.

Η εικόνα της. Αυτή που διαμόρφωσε μόνη της και αυτή που της επέβαλαν οι άλλοι. Καμία από τις δύο δεν επικράτησε, αλλά παρέμεναν μπερδεμένες μεταξύ τους σε ένα κουβάρι που ακόμη και σήμερα δύσκολα ξετυλίγεται.
Προσπαθεί να το κάνει, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή της, η δημοσιογράφος Σάρα Τσέρτσγουελ γράφοντας στον Observer για εκείνη, αποδομώντας εικασίες και λανθασμένες απόψεις που συντηρούμε για δεκαετίες.

Ο άνθρωπος πίσω από τα «φώτα»
Το βασικό πρόβλημα με τη Μέριλιν, υποστηρίζει η Τσέρτσγουελ, είναι ότι ο κόσμος τη γνώρισε με αντίστροφη σειρά. Πρώτα ήρθε η εικόνα και ύστερα ο άνθρωπος. Πρώτα το σύμβολο και μετά η προσπάθεια να ανακαλυφθεί ποια γυναίκα κρυβόταν πίσω του. Για τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού, η Μονρόε ήταν προϊόν της μαζικής κουλτούρας, πολύ πριν εμφανιστεί ως ηθοποιός, ως επαγγελματίας ή ως προσωπικότητα.

Η πρώτη ανάμνηση που έχουμε από εκείνη είναι σχεδόν πάντα μια φωτογραφία. Τα πλατινέ μαλλιά, τα μισάνοιχτα χείλη, η χαρακτηριστική ελιά στο πρόσωπο και το νωχελικό βλέμμα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα του 20ού αιώνα, μια εικόνα που για δεκαετίες καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο η δυτική κουλτούρα αντιλαμβανόταν τη θηλυκότητα.
Η Μέριλιν υπήρξε μία από τις πιο φωτογραφημένες γυναίκες της εποχής της. Κι όμως, παρά την αδιάκοπη έκθεση στο κοινό, και όσο περισσότερο εμφανιζόταν μπροστά στον φακό, τόσο λιγότερο τη γνωρίζαμε ως άνθρωπο.

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της καριέρας της, το δημόσιο προφίλ της φιλτραριζόταν μέσα από τους μηχανισμούς των μεγάλων στούντιο του Χόλιγουντ, τα οποία κατασκεύαζαν, προστάτευαν και αναπαρήγαγαν το πρόσωπο που ήθελαν να βλέπει το κοινό.
Αυτό, βέβαια, όπως υποστηρίζει η Τσέρτσγουελ, δε σημαίνει ότι η ίδια υπήρξε άβουλο θύμα μιας βιομηχανίας που αποφάσιζε για λογαριασμό της. Αντιθέτως, συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του μύθου της. Έμαθε να χρησιμοποιεί τον φακό προς όφελός της, να καταλαβαίνει τη δύναμη του φωτισμού, να αναγνωρίζει ποιες γωνίες την ευνοούσαν.
Κατάφερε να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν στον κόσμο, ποτέ όμως να ελέγξει πλήρως το αποτέλεσμα. Από ένα σημείο και μετά, η Μέριλιν Μονρόε εξελίχθηκε σε κάτι μεγαλύτερο από την ίδια.

Βιογράφοι, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες και συγγραφείς έχουν επιστρέψει αμέτρητες φορές στη ζωή της, παράγοντας διαφορετικές αφηγήσεις, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους. Όπως ακριβώς και οι αντιφάσεις που χαρακτήριζαν την ίδια. Η Μέριλιν υπήρξε ταυτόχρονα ισχυρή και ευάλωτη, φιλόδοξη και ανασφαλής, λαμπερή και βαθιά δυστυχισμένη.
Πίσω από τα εξώφυλλα των περιοδικών και τα διάσημα χαμόγελα κρυβόταν μια πολύ πιο δύσκολη ζωή. Αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα αϋπνίας, έντονο άγχος, αποβολές και χρόνιους πόνους που συνδέονταν με την ενδομητρίωση. Η εξάρτησή της από τα ηρεμιστικά και τα υπνωτικά φάρμακα ξεκίνησε αρκετά νωρίς και σταδιακά επηρέασε τη συμπεριφορά, την ψυχολογία και τις επαγγελματικές της σχέσεις.

Οι σκιές της παιδικής ηλικίας
Ακόμη και το όνομα με το οποίο πιστεύουμε ότι γεννήθηκε, το Νόρμα Τζιν Μπέικερ, δεν είναι το πραγματικό της. Στο πιστοποιητικό γέννησής της, που εκδόθηκε στο Λος Άντζελες την 1η Ιουνίου 1926, καταγράφεται ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον. Λίγο αργότερα θα υιοθετήσει το επίθετο Μπέικερ, με το οποίο τη γνώριζαν οι περισσότεροι στα παιδικά της χρόνια.
Ασαφές παρέμεινε για δεκαετίες και το ζήτημα της ταυτότητας του πατέρα της. Ο Έντουαρντ Μόρτενσον, του οποίου το όνομα εμφανιζόταν στα επίσημα έγγραφα, είχε ήδη χωρίσει από τη μητέρα της, Γκλάντις, πριν από τη γέννησή της. Μόλις το 2022 εξετάσεις DNA επιβεβαίωσαν ότι βιολογικός της πατέρας ήταν ο Τσαρλς Στάνλεϊ Γκίφορντ, τεχνικός μοντάζ στον κινηματογράφο και παλιός συνεργάτης της μητέρας της.

Η Γκλάντις αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και κατέληξε σε ίδρυμα όταν η κόρη της ήταν ακόμη μικρό παιδί και έτσι, η μικρή Μέριλιν, σε ολόκληρη την παιδική της ηλικία έγινε «μπαλάκι» ανάμεσα σε ανάδοχες οικογένειες, ορφανοτροφεία και σπίτια φίλων ή γνωστών. Οι πηγές διαφωνούν για τον ακριβή αριθμό αναδόχων που την ανέλαβαν. Κάποιες μιλούν για τρεις ή τέσσερις οικογένειες, άλλες για δώδεκα.
Η ίδια αποκάλυψε αργότερα σε φίλους, συνεργάτες και δημοσιογράφους ότι είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης περισσότερες από μία φορές κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία. Για μεγάλο διάστημα, ωστόσο, αυτές οι μαρτυρίες αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία, καθώς πολλοί βιογράφοι, κυρίως άνδρες, θεώρησαν ότι υπερέβαλλε ή ότι δραματοποίησε τα γεγονότα.

Χρειάστηκε να εμφανιστεί μια νεότερη γενιά ερευνητριών, γυναίκες κυρίως, για να υποστηρίξουν ότι οι μαρτυρίες της άξιζαν εξαρχής σοβαρής αντιμετώπισης και ότι η εμπειρία της έπρεπε να γίνει κατανοητή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής.
Και εγένετο Μέριλιν Μονρόε
Η διεξοδική ανάλυση της ζωής της Μονρόε στο συγκεκριμένο άρθρο συνεχίζεται με τον πρώτο της γάμο, λίγο μετά τα 16α γενέθλιά της, με τον γείτονά της Τζέιμς Ντόχερτι. Μία λύση ανάγκης για να μην επιστρέψει στο ορφανοτροφείο. Ταυτόχρονα, όμως, αποτέλεσε και το ξεκίνημά της με τη δημοσιότητα, καθώς είχε ήδη αρχίσει να φαντάζεται μια ζωή στο Χόλιγουντ.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε ως μοντέλο. Εκεί έμαθε τον φακό και πώς να τον χρησιμοποιεί προς όφελός της. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ηλικία μόλις 20 ετών, υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο με μεγάλο κινηματογραφικό στούντιο.
Τότε αποφάσισε να αλλάξει και πάλι το όνομά της. Το «Μέριλιν» ήταν πρόταση του παραγωγού της, Μπεν Λάιον, που το εμπνεύστηκε από τη σταρ του Μπρόντγουεϊ Μέριλιν Μιλέρο. Το «Μονρόε» ήταν το επίθετο της μητέρας της. Ονόματα που υιοθέτησε νομικά και έτσι στην ενήλικη ζωή της σχεδόν κανείς δεν την αποκαλούσε Νόρμα Τζιν. Γι’ αυτό και η μεταγενέστερη εμμονή να αναφέρεται με το παλιό της όνομα μοιάζει, για ορισμένους μελετητές, με μια άρνηση αποδοχής της ταυτότητας που η ίδια διάλεξε για τον εαυτό της.
Η μάχη για να ακουστεί η δική της φωνή
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η Μέριλιν Μονρόε είχε ήδη εξελιχθεί στη διασημότερη γυναίκα του πλανήτη. Οι εμφανίσεις της σε ταινίες όπως οι «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθές» το 1953, «Επτά χρόνια φαγούρα» το 1955 και «Μερικοί το προτιμούν καυτό» το 1959, διαμόρφωσαν μια νέα εικόνα θηλυκότητας στο σινεμά.
Οι ηρωίδες της συνδύαζαν γοητεία, χιούμορ, αθωότητα και ευαισθησία, δημιουργώντας ένα πρότυπο που επηρέασε ολόκληρη τη μεταπολεμική ποπ κουλτούρα.
Παρά τη δημοφιλία της, δεν έπαιρνε το είδος της αναγνώρισης που η ίδια επιζητούσε. Κάθε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ως ηθοποιός με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες αντιμετωπιζόταν με ειρωνεία και υποτίμηση, αφού εθεωρείτο ότι η επιτυχία της οφειλόταν αποκλειστικά στην εμφάνισή της.
Στην τελευταία της συνέντευξη είχε σχολιάσει με πικρία ότι πολλές γυναίκες προσπαθούσαν να αντιγράψουν την εξωτερική της εμφάνιση, χωρίς να καταλαβαίνουν τι πραγματικά βρισκόταν πίσω από αυτή. «Εγώ μιλάω για το ενδιάμεσο, εκεί που πραγματικά ζεις», είχε πει.

Αυτό ακριβώς ήταν και το μεγάλο της παράπονο. Όσοι την κοιτούσαν έβλεπαν το πρόσωπο, το σώμα και τον μύθο, αλλά ελάχιστοι ενδιαφέρονταν για τον άνθρωπο, παρόλο που η ίδια αφιέρωνε αμέτρητες ώρες στην αυτοβελτίωσή της.
Παρακολούθησε μαθήματα στο περίφημο Actors Studio, διάβαζε συστηματικά λογοτεχνία και θεατρικά έργα, μελετούσε σχολαστικά τους ρόλους της και προσπαθούσε διαρκώς να εξελιχθεί. Ίδρυσε ακόμη και δική της εταιρεία παραγωγής, διεκδικώντας μεγαλύτερο δημιουργικό έλεγχο και καλύτερους όρους εργασίας, σε μια εποχή όπου οι σταρ εξαρτώνταν σχεδόν απόλυτα από τα μεγάλα στούντιο.

Η προσωπική της ζωή, και ειδικά οι γάμοι της με τον Τζο Ντιμάτζιο και τον Άρθουρ Μίλερ, καθώς και οι φήμες που τη συνέδεσαν με τους αδελφούς Κένεντι, έγιναν αντικείμενο αμέτρητων δημοσιευμάτων. Η Μέριλιν έμοιαζε να αναζητά ανθρώπους που διέθεταν κύρος, πνευματική αναγνώριση και κοινωνική επιρροή, στοιχεία που η ίδια αισθανόταν ότι της στερούσαν, παρά τη φήμη της.
Μέριλιν Μονρόε, το απόλυτο σύμβολο του σεξ
Η Μονρόε πλήρωσε βαρύ τίμημα για τον μύθο που χτίστηκε γύρω από το όνομά της. Έγινε το παγκόσμιο σύμβολο του σεξ και το σώμα της μετατράπηκε σε δημόσιο κτήμα με έναν τρόπο. Οι εγκυμοσύνες που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, οι αποβολές, τα προβλήματα υγείας, οι ιατρικές επεμβάσεις, οι σχέσεις της και κάθε λεπτομέρεια της ιδιωτικής της ζωής αντιμετωπίζονταν ως υλικό προς κατανάλωση.

Ο θάνατός της, τον Αύγουστο του 1962, σε ηλικία μόλις 36 ετών, αποτέλεσε την κορύφωση αυτού του δράματος. Το επίσημο πόρισμα έκανε λόγο για πιθανή αυτοκτονία έπειτα από υπερβολική δόση φαρμάκων. Σχεδόν αμέσως άρχισαν να κυκλοφορούν θεωρίες που τη συνέδεαν με πολιτικές δολοπλοκίες, μυστικές υπηρεσίες, τη μαφία ή τις σχέσεις της με την οικογένεια Κένεντι.

100 χρόνια μετά, πρωταγωνιστεί η Μέριλιν πίσω από το μύθο
Η συμπλήρωση ενός αιώνα από τη γέννησή της προσφέρει σήμερα μια ευκαιρία να δούμε τη Μέριλιν Μονρόε με διαφορετικό τρόπο, μέσα από μια σειρά εκδοτικών και μουσειακών πρωτοβουλιών που επιχειρούν να στρέψουν το ενδιαφέρον από το μύθο στον άνθρωπο.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η έκδοση «Marilyn Monroe 100 The Official Centenary Book», ενός τόμου 348 σελίδων που κυκλοφορεί με τη συνεργασία του ιδρύματος της Μονρόε. Το βιβλίο συγκεντρώνει εκατοντάδες φωτογραφίες από ολόκληρη τη ζωή της, από τις πρώτες επαγγελματικές λήψεις του 1946 έως τις τελευταίες φωτογραφίσεις πριν από τον θάνατό της.

Την ίδια περίοδο παρουσιάζονται δύο μεγάλες εκθέσεις αφιερωμένες στη ζωή και την εικόνα της, μία στο Λος Άντζελες και μία στο Λονδίνο. Το ενδιαφέρον τους βρίσκεται ακριβώς στην προσπάθεια να φωτίσουν πλευρές που για δεκαετίες έμεναν στη σκιά της πιο διάσημης ξανθιάς του κινηματογράφου.