Η επικαιρότητα μάς φέρνει όλο και συχνότερα αντιμέτωπους με περιστατικά βίας κατά των γυναικών. Γυναίκες χάνουν τη ζωή τους με βίαιο τρόπο και, συχνά, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής κριτικής. Κρίνονται για τις επιλογές τους, τη συμπεριφορά τους, το ντύσιμό τους… Με αυτό τον τρόπο, αντί η προσοχή να στρέφεται αποκλειστικά στην ευθύνη του δράστη, μετατοπίζεται πολλές φορές στο θύμα.
Όταν μια κοινωνία αναζητά τι έκανε λάθος η γυναίκα αντί να καταδικάζει απερίφραστα τη βία, αναπαράγει στερεότυπα που κανονικοποιούν την ανισότητα. Έτσι από τη μία πλευρά ο δράστης μπορεί ευκολότερα να αισθανθεί δικαιωμένος ή κι από την άλλη πλευρά τα θύματα ενδέχεται να σιωπούν από φόβο μήπως αμφισβητηθούν ή θεωρηθούν συνυπεύθυνα για όσα βιώνουν. Με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος που δυσκολεύει την αποκάλυψη και την αντιμετώπιση της κακοποίησης των γυναικών.
Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά. Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έμφυλη βία, περίπου το 33% δηλαδή μία στις τρεις γυναίκες έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια της ζωής της. Στην Ελλάδα, οι καταγγελίες περιστατικών βίας παρουσιάζουν αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, με τη συντροφική βία να αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές κακοποίησης.
Η έμφυλη βία αρχίζει πολύ πριν το έγκλημα!
Ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα από αντιλήψεις, στερεότυπα και συμπεριφορές που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή. Τα παιδιά διαμορφώνουν την εικόνα τους για τις σχέσεις μέσα από όσα βλέπουν, ακούν και βιώνουν καθημερινά. Όταν μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου η επιβολή, ο φόβος, η ταπείνωση ή η λεκτική κακοποίηση θεωρούνται αποδεκτοί τρόποι επικοινωνίας, μαθαίνουν ότι η δύναμη συνδέεται με τον έλεγχο και όχι με τον σεβασμό.
Εξίσου προβληματικά είναι τα μηνύματα που μεταφέρονται μέσα από φαινομενικά αθώες φράσεις. Όταν λέμε στα αγόρια ότι «τα αγόρια δεν κλαίνε», περιορίζουμε τη συναισθηματική τους έκφραση και δυσκολεύουμε την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Όταν δικαιολογούμε την επιθετικότητα με τη φράση «αγόρι είναι, έτσι είναι» ή «δείξε ποιος είσαι», «μη γίνεσαι μαλθακός» καλλιεργούμε την αντίληψη ότι η βία αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό του ανδρισμού.
Από την άλλη πλευρά, πολλά κορίτσια μεγαλώνουν με την ιδέα ότι οφείλουν να είναι υποχωρητικά, ευχάριστα και διαρκώς αποδεκτά από τους άλλους. Μαθαίνουν να μη δίνουν σημασία στις προσβολές, να μην εκφράζουν έντονα τα συναισθήματά τους και να συγχωρούν συμπεριφορές που παραβιάζουν τα όριά τους. Συχνά, ακόμη και η επιθετικότητα εναντίον τους παρουσιάζεται ως ένδειξη ενδιαφέροντος ή αγάπης για παράδειγμα «Σου φέρεται έτσι επειδή του αρέσεις» κ.α. Έτσι καλλιεργείται η επικίνδυνη αντίληψη ότι η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με την ταπείνωση, τον έλεγχο ή τον πόνο.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το μήνυμα που λαμβάνουν τα παιδιά για τα προσωπικά όρια. Ο σεβασμός στο «όχι» δεν αφορά μόνο τις ερωτικές σχέσεις της ενήλικης ζωής. Ο σεβασμός στο «όχι» αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε ανθρώπινης σχέσης. Τα παιδιά που μαθαίνουν από νωρίς ότι έχουν δικαίωμα να θέτουν όρια και πως κατά τον ίδιο τρόπο και τα όρια των άλλων είναι απαραβίαστα, είναι πιθανότερο να αναπτύξουν πιο υγιείς και ισότιμες σχέσεις.
Η πρόληψη της έμφυλης βίας δεν ξεκινά από τα δικαστήρια ούτε από τις αστυνομικές ανακοινώσεις. Ξεκινά μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο και στην καθημερινότητα. Ξεκινά όταν διδάσκουμε στα παιδιά ότι η αξία τους δεν εξαρτάται από τη δύναμη, την εμφάνιση ή την κυριαρχία. Όταν τους μαθαίνουμε ότι η πραγματική δύναμη εκφράζεται μέσα από τον σεβασμό, την υπευθυνότητα και την ενσυναίσθηση. Όταν τους δείχνουμε ότι η αγάπη δεν πληγώνει, δεν ταπεινώνει και δεν φοβίζει. Ξεκινά από εμάς τους ίδιους, που δεν πρέπει να συνδέουμε την αγάπη προς τα παιδιά μας με βίαιες συμπεριφορές στο όνομα της «σωστής διαπαιδαγώγησης».
Δεν αρκεί να μην γίνουμε δράστες ή θύματα
Aκούμε τα παιδιά μας με προσοχή και να τους δείχνουμε ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματά τους έχουν αξία.
Tους μαθαίνουμε ότι το σώμα τους τούς ανήκει, ότι έχουν δικαίωμα να λένε «όχι» και ότι οφείλουν να σέβονται και το «όχι» των άλλων.
Mαθαίνουμε στα παιδιά τον «κανόνα του εσώρουχου»: κανείς δεν επιτρέπεται να αγγίζει τα μέρη του σώματός τους που καλύπτονται από το εσώρουχο, ούτε να τους ζητά να αγγίξουν τα δικά του. Χρησιμοποιούμε τα σωστά ονόματα για όλα τα μέρη του σώματος, ώστε τα παιδιά να μπορούν να περιγράψουν με σαφήνεια ό,τι τους συμβαίνει.
Eνθαρρύνουμε αγόρια και κορίτσια να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους και να αμφισβητούν στερεότυπα που συνδέουν τη δύναμη με την επιβολή και τη βία.
Αν θέλουμε μια κοινωνία στην οποία τα κορίτσια μας και καμία γυναίκα δεν θα φοβάται για τη ζωή της, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα αγόρια και τα κορίτσια μας σήμερα. Γιατί οι γυναικοκτονίες δεν αρχίζουν με έναν φόνο. Αρχίζουν από τις μικρές καθημερινές αντιλήψεις που επιτρέπουμε να ριζώνουν μέσα στη δική μας οικογένεια. Όχι μόνο για να μην είναι τα δικά μας παιδιά δράστες ή θύματα αλλά για να μην είναι τα δικά μας παιδιά και η δική μας οικογένεια η αιτία που ανακυκλώνονται στερεότυπα και αντιλήψεις εναντίων των γυναικών. Να μπορούν να δουν με καθαρή ματιά το φαινόμενο της έμφυλης βίας ακόμα και αν συμβαίνει στο διπλανό σπίτι και όχι στο δικό μας! Είναι χρέος μας να διαμορφώσουμε ανθρώπους – ενεργούς πολίτες που θα μπορούν να αναγνωρίζουν την αδικία, να την ονομάζουν και να μην την προσπερνούν αδιάφορα όταν συμβαίνει γύρω τους.
Γιατί η έμφυλη βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι κοινωνικό φαινόμενο. Και συχνά συντηρείται όχι μόνο από εκείνους που τη διαπράττουν, αλλά και από εκείνους που τη βλέπουν και σιωπούν.
Υπενθύμιση: Η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η έγκαιρη ενημέρωση του γονιού μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά και να υποστηρίξουν ουσιαστικά το παιδί. Όταν αυτό δεν είναι αρκετό, η αναζήτηση υποστήριξης από ειδικό δείχνει έναν γονιό που βλέπει, ακούει και φροντίζει το παιδί του.