Αρνητικό ρεκόρ για τα εισοδήματα των νοικοκυριών το 2025
Στο Μέγαρο Μαξίμου, περιπλεγμένοι στη σκληρή πραγματικότητα, βρίσκουν «ακούμπημα» για πανηγύρια στην οριακή αποκλιμάκωση 0,1% του γενικού πληθωρισμού που ανακοίνωσε για τον Ιανουάριο 2026 η Eurostat. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, ο γενικός δείκτης του πληθωρισμού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον περασμένο μήνα σε 2,8% έναντι 2,9% τον Δεκέμβριο και 3,1% που ήταν τον Ιανουάριο του 2025.
Η πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωστόσο διαψεύδει με τον πιο σκληρό τρόπο το κυβερνητικό αφήγημα της «ανάπτυξης για όλους». Τα στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες: η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε έναν πληθωρισμό δύο ταχυτήτων, όπου η ευημερία των αριθμών συγκρούεται μετωπικά με τη φτωχοποίηση των νοικοκυριών.
Καλπάζει η ακρίβεια
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, είναι πλέον δομικό. Οταν στην ευρωζώνη ο πληθωρισμός στα τρόφιμα «φρενάρει» στο 2,7%, στην Ελλάδα καλπάζει σχεδόν στο 4% (πάνω από 3,7%). Αυτή η απόκλιση της μίας ποσοστιαίας μονάδας δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο· είναι η απόδειξη της αποτυχίας των ελεγκτικών μηχανισμών και της κυβερνητικής αδράνειας απέναντι στην αισχροκέρδεια. Ενώ ο μέσος Ευρωπαίος βλέπει μια εξομάλυνση, ο Ελληνας καταναλωτής πληρώνει το βαρύ τίμημα μιας αγοράς που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με τις ανατιμήσεις στο ράφι να έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό, δεδομένης της μεγαλύτερης βαρύτητας που έχουν τα τρόφιμα στο καλάθι του ελληνικού νοικοκυριού.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται με δραματικούς τόνους στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ. Η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται. Το αρνητικό ρεκόρ του 2025 είναι αποκαλυπτικό: για το 62,1% των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί. Το πιο σοκαριστικό στοιχείο ωστόσο είναι η χρονική διάρκεια της επάρκειας. Το εισόδημα τελειώνει, κατά μέσο όρο, στις 18 του μήνα. Για τις υπόλοιπες 12 ημέρες η ελληνική οικογένεια ζει με δανεικά, με «κομμένα» τα απαραίτητα ή με την αγωνία της επιβίωσης.
Φτωχοί και οι «μεσαίοι»
Η φτωχοποίηση δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα. Η «μεσαία τάξη», την οποία η κυβέρνηση είχε κάνει σημαία προεκλογικά, βλέπει το βιοτικό επίπεδό της να κατακρημνίζεται. Οικογένειες με ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ αναγκάζονται να περικόψουν βασικά αγαθά. Το 54% των νοικοκυριών κάνει περικοπές για να καλύψει τα αναγκαία, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα έχουν περιορίσει δραστικά την έξοδο και την ένδυση.
Η αγορά στεγνώνει, η κατανάλωση συρρικνώνεται στα απολύτως απαραίτητα (λογαριασμοί και τρόφιμα) και ο κύκλος της ύφεσης στην πραγματική οικονομία διευρύνεται. Ακόμη και ο «πυλώνας» του τουρισμού, στον οποίο η κυβέρνηση στηρίζει μονίμως τις ελπίδες της, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης λόγω της αισχροκέρδειας. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση εκτοξεύτηκε κατά 20,6% την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 89,1 ευρώ το 2024. Το αποτέλεσμα; Οι τουρίστες μένουν λιγότερο. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 1,4 διανυκτέρευση, συμπαρασύροντας προς τα κάτω και τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη. Η Ελλάδα γίνεται ένας ακριβός προορισμός που προσφέρει λιγότερα, ακολουθώντας την ίδια στρεβλή λογική που επικρατεί στα σουπερμάρκετ: υψηλότερες τιμές, μικρότερη αξία.
Πολιτική επιλογή η φοροαφαίμαξη
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν παρακολουθεί μόνο ως θεατής την εξέλιξη ενός φαινομένου που διαλύει τον κοινωνικό ιστό, αλλά την υποδαυλίζει κιόλας. Ετσι εξακολουθεί να δηλητηριάζει την οικονομία φουσκώνοντας με υπεραπόδοση ΦΠΑ τα κρατικά έσοδα. Οσο η μάχη κατά της ακρίβειας βασίζεται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και pass επιδομάτων και όχι σε ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς και πάταξη των καρτέλ, η κοινωνία θα συνεχίζει να πληρώνει ακριβά το «μάρμαρο». Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πλέον εισαγόμενη· είναι πολιτική επιλογή μη παρέμβασης. Και το κόστος αυτής της επιλογής μετριέται πλέον σε ημέρες επιβίωσης: 18 ημέρες με εισόδημα, 12 ημέρες στο κενό.