Σύμφωνα με την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Ακόμη και η Βουλγαρία μας προσπέρασε. Ο μέσος καθαρός μισθός στη χώρα είναι 962 ευρώ, σύμφωνα με τον ΕΦΚΑ. Βρισκόμαστε πιο κάτω και από τις  χώρες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούσαμε «ανατολικό μπλοκ». Αυτοί που, πριν τριάντα χρόνια, παρακαλούσαν για τα δολάρια μας, τώρα γεμίζουν τα ξενοδοχεία μας.

Η εύκολη εξήγηση παραπέμπει στα απόνερα της κρίσης: «χρεοκοπήσαμε και πληρώνουμε τον λογαριασμό». Είναι μια εξήγηση βολική, αλλά όχι πλήρης. Ισως να μην είναι ούτε ειλικρινής. Διότι ο λόγος που οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι είναι δομικός.

Η ελληνική οικονομία προσφέρει χαμηλούς μισθούς επειδή παράγει χαμηλή προστιθέμενη αξία.  Η Ελλάδα δεν εξάγει γνώση, δεν παράγει πατέντες, δεν οικοδομεί ισχυρή βιομηχανία. Εξάγει ήλιο, παραλίες και φθηνή εργασία.

Υπάρχει όμως και μια πολιτική διάσταση: οι χαμηλοί μισθοί είναι εργαλείο εξουσίας. Επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να «μοιράζουν επιδόματα», να εμφανίζονται ως προστάτες των αδυνάτων, ενώ στην πραγματικότητα συντηρούν μια οικονομία χαμηλών προσδοκιών. Κάθε χρόνο ανακοινώνονται αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αλλά παραμένουν επικοινωνιακές ασπιρίνες μπροστά στην παθογένεια του παραγωγικού μοντέλου.