Το εμβόλιο κατά του μελανώματος βασίζεται στην τεχνολογία mRNA, η οποία συνέβαλε στην ανάπτυξη εμβολίων κατά της COVID-19 και ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέα γενιά αντικαρκινικών θεραπειών
Πρωτοποριακό εμβόλιο μείωσε σχεδόν κατά το ήμισυ τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου από μελάνωμα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα κλινικής δοκιμής. Η εξέλιξη ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέα γενιά αντικαρκινικών θεραπειών.
Το φάρμακο intismeran autogene, το οποίο αξιοποιεί το αγγελιαφόρο RNA (mRNA) για να δημιουργήσει εμβόλιο προσαρμοσμένο στο γενετικό προφίλ του όγκου κάθε ασθενούς, μείωσε κατά 42% τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου από μελάνωμα σε σύγκριση με την καθιερωμένη θεραπεία, σύμφωνα με τα αποτελέσματα κλινικής δοκιμής Φάσης 3 που ανακοίνωσαν χθες, Πέμπτη, οι Moderna και Merck.
«Τα αποτελέσματα φαίνονται εξαιρετικά θετικά», δήλωσε η Κάρεν Κνούντσεν, διευθύνουσα σύμβουλος του Parker Institute, μη κερδοσκοπικού οργανισμού που δραστηριοποιείται στην έρευνα και την ανάπτυξη αντικαρκινικών θεραπειών. «Φαίνεται πως έχουμε ακόμη μία απόδειξη ότι πρόκειται για καλά σχεδιασμένη και ουσιαστική μελέτη».
Σύμφωνα με τις δύο φαρμακευτικές εταιρείες, το intismeran μείωσε επίσης κατά 38% τον κίνδυνο εξάπλωσης του μελανώματος σε άλλα σημεία του σώματος ή θανάτου από τη νόσο.
Τα δεδομένα για τη συνολική επιβίωση —δηλαδή το χρονικό διάστημα που ζουν οι ασθενείς μετά τη χορήγηση μιας θεραπείας, το οποίο συνήθως αξιολογείται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου— δεν ήταν ακόμη διαθέσιμα. Ωστόσο, οι ερευνητές παρατήρησαν «ευνοϊκή τάση», σύμφωνα με τις Moderna και Merck.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αντίστοιχες με εκείνες που είχαν καταγραφεί σε προηγούμενες μελέτες και περιλάμβαναν κόπωση, ρίγη και πόνο στο σημείο της ένεσης.
«Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν την πεποίθησή μας ότι η τεχνολογία mRNA έχει τη δυνατότητα να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον καρκίνο», δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο διευθύνων σύμβουλος της Moderna, Στεφάν Μπανσέλ.
Οι δύο εταιρείες είχαν ανακοινώσει νωρίτερα ότι η δοκιμή του intismeran είχε στεφθεί με επιτυχία, χωρίς ωστόσο να δημοσιοποιήσουν τα πλήρη στοιχεία. Οι ερευνητές επρόκειτο να παρουσιάσουν τα δεδομένα το Σάββατο, στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO) στη Μαδρίτη. Ωστόσο, τα αποτελέσματα διέρρευσαν την Πέμπτη, σύμφωνα με το CNBC.
Η Τζάνις Μένερτ, αναπληρώτρια διευθύντρια κλινικής έρευνας στο Αντικαρκινικό Κέντρο Πέρλμουτερ του NYU Langone Health και μία από τις επικεφαλής ερευνήτριες της δοκιμής, χαρακτήρισε το intismeran «τεχνολογία που ανοίγει νέο θεραπευτικό δρόμο».
Εξατομικευμένο εμβόλιο με βάση το mRNA
Το intismeran παρασκευάζεται ξεχωριστά για κάθε ασθενή, έπειτα από ανάλυση δείγματος ιστού από τον όγκο του. Αξιοποιεί την τεχνολογία του αγγελιαφόρου RNA (mRNA), την ίδια πλατφόρμα που χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη των κορυφαίων εμβολίων κατά της COVID-19, προκειμένου να χορηγήσει εξατομικευμένη θεραπεία.
Το εμβόλιο χορηγείται σε συνδυασμό με ένα ήδη διαθέσιμο ανοσοθεραπευτικό φάρμακο, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του.
«Ήταν πραγματικά μια δημιουργική επιστημονική προσέγγιση», δήλωσε η Μένερτ.
Το μελάνωμα, η πιο θανατηφόρα μορφή καρκίνου του δέρματος, συγκαταλέγεται στους συχνότερους τύπους καρκίνου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, εκτιμάται ότι φέτος θα καταγραφούν περισσότερα από 100.000 νέα περιστατικά.
Η νόσος μπορεί να υποτροπιάσει ακόμη και μετά τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Το intismeran προορίζεται για ασθενείς στους οποίους έχει ήδη αφαιρεθεί όγκος μελανώματος.
Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος της Moderna, Στίβεν Χογκ, είχε δηλώσει στην Washington Post ότι η εταιρεία επιθυμεί να κινηθεί «όσο το δυνατόν ταχύτερα» για την εξασφάλιση έγκρισης από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA).
Νέα γενιά αντικαρκινικών εμβολίων
Κλινικές δοκιμές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη για άλλα αντικαρκινικά εμβόλια που βασίζονται στην τεχνολογία mRNA. Σύμφωνα με ειδικούς, τα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη ενισχύουν περαιτέρω τις προσδοκίες για τις δυνατότητες της συγκεκριμένης τεχνολογίας.
Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν αντίστοιχα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν και σε άλλους τύπους καρκίνου.