Σκληρή κριτική στο νομοσχέδιο για τη σύσταση του «Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», που έχει συγκεντρώσει τα «πυρά» της αρχαιολογικής κοινότητας, ασκεί ο βουλευτής Ηλείας του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Κατρίνης, θέτοντας προς την κυβέρνηση μια σειρά από ερωτήματα για την προστασία, την ανάδειξη και την αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Όπως τονίζει, η καλύτερη οργάνωση των υπηρεσιών, η ψηφιακή αναβάθμιση και η προβολή των αρχαιολογικών χώρων είναι αναγκαίες. Αποτελούν, όμως, μόνο ένα μέρος μιας ολοκληρωμένης πολιτιστικής πολιτικής, η οποία οφείλει να ξεκινά από την επιστημονική έρευνα, τις ανασκαφές, την προστασία των μνημείων απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής κρίσης και την ουσιαστική ανάδειξή τους.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την Αρχαία Ήλιδα, έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. «Όταν η Αρχαία Ήλιδα εξακολουθεί να δοκιμάζεται από πλημμυρικά φαινόμενα, όταν σημαντικά τμήματά της δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί ανασκαφικά και παραμένουν χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο ανάδειξης, για ποια αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς συζητάμε;»
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ επισημαίνει, επίσης, ότι η πολιτιστική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τους αρχαιολογικούς χώρους ως απομονωμένα μνημεία, αλλά οφείλει να αναδεικνύει τις ιστορικές ενότητες που συγκροτούν τη συλλογική μνήμη, τονίζοντας ότι η Αρχαία Ολυμπία και η Αρχαία Ήλιδα αποτελούν ένα ενιαίο πολιτιστικό σύνολο, που αφηγείται ολοκληρωμένα την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων.
Στο πλαίσιο αυτό θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα προς την κυβέρνηση: «Τι εμπόδιζε τον ΟΔΑΠ, με τη σημερινή του μορφή ως ΝΠΔΔ, να αξιοποιήσει τις αρμοδιότητες που ήδη διέθετε; Τι εμπόδιζε, για παράδειγμα, την καθιέρωση ενός ενιαίου προαιρετικού εισιτηρίου για την Αρχαία Ολυμπία και την Αρχαία Ήλιδα, ώστε η επισκεψιμότητα της πρώτης να ενισχύσει τη δεύτερη, ή ακόμη ενός ενιαίου εισιτηρίου για όλους τους οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία της Ηλείας; Τίποτε δεν το εμπόδιζε. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΔΑΠ είχε ήδη αυτή την αρμοδιότητα. Δεν έλειπε το θεσμικό εργαλείο, έλειπε η πολιτική βούληση».
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι το αναψυκτήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αρχαίας Ήλιδας παραμένει κλειστό από την κατασκευή του, το 2004. «Ούτε αυτό απαιτούσε μια νέα Ανώνυμη Εταιρεία, αλλά άσκηση των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων», υπογραμμίζει.
Κλείνοντας, θέτει το κρίσιμο ερώτημα για τον νέο φορέα: «Ποια εγγύηση παρέχει το νομοσχέδιο ότι η νέα Α.Ε. θα επενδύσει στην
ανάδειξη χώρων χαμηλότερης επισκεψιμότητας, όπως η Αρχαία Ήλιδα, το Αρχαιολογικό Μουσείο Πύργου ή ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, και δεν θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον και τους πόρους αποκλειστικά στους ήδη δημοφιλείς προορισμούς; Το υπουργείο Πολιτισμού δεν δίνει καμία πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Αντιθέτως δίνει την εντύπωση μιας προσέγγισης που αντί να υπηρετεί την ανάδειξη της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας, την υποτάσσει σε
λογικές εμπορευματοποίησης με αδιαφανή κριτήρια και διαδικασίες, όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε τομέα της κυβερνητικής πολιτικής»