Άρθρο του βουλευτή Ηλείας Μιχάλη Κατρίνη
Ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς σε κρίση, βρίσκεται σε στρατηγική εγκατάλειψη. Και αυτό εξηγεί γιατί κάθε χρόνο τα ίδια προβλήματα επανεμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση, γιατί οι αγρότες νιώθουν ότι παλεύουν μόνοι τους και γιατί η ύπαιθρος αδειάζει σταδιακά από ανθρώπους και δραστηριότητες. Δεν πρόκειται για φυσική εξέλιξη, αλλά για αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που δεν αντιμετωπίζουν την παραγωγή ως αναπτυξιακή προτεραιότητα, αλλά ως πεδίο διαχείρισης κρίσεων και ισορροπιών.
Το πρώτο και πιο κρίσιμο ζήτημα είναι το αγροτικό εισόδημα. Οι καθυστερήσεις και οι περικοπές στις ενισχύσεις δεν είναι απλώς λογιστικό θέμα, αλλά καθορίζουν αν ένας παραγωγός θα μπορέσει να συνεχίσει τη δραστηριότητά του. Όταν από τα ποσά που προβλέπει η ΚΑΠ καταβάλλεται λιγότερο από το μισό, η παραγωγή μένει χωρίς ρευστότητα σε περίοδο αυξημένων εξόδων. Όταν οι πληρωμές γίνονται αποσπασματικά, με παρακρατήσεις και με ανοιχτές εκκρεμότητες, όπως συμβαίνει με τα βιολογικά προγράμματα, την εξισωτική και τις αποζημιώσεις, το κράτος παύει να λειτουργεί ως εγγυητής σταθερότητας.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έδειξε και κάτι ακόμη. Ότι αντί να υπάρχει αξιόπιστος μηχανισμός στήριξης, δημιουργήθηκε ένα σύστημα που τελικά έβλαψε και τη διαφάνεια και τη σχέση εμπιστοσύνης κράτους και αγροτών. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το σκάνδαλο, αλλά ότι οι παραγωγοί βρέθηκαν ξανά όμηροι διοικητικών χειρισμών και πολιτικών επιλογών που δεν έχουν καμία σχέση με τις ανάγκες της παραγωγής.
Το δεύτερο ζήτημα είναι το κόστος παραγωγής. Οι αγρότες συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά για ενέργεια, καύσιμα και εφόδια, χωρίς σταθερούς μηχανισμούς προστασίας. Οι περιορισμένες μειώσεις ΦΠΑ δεν άλλαξαν ουσιαστικά την εικόνα, ενώ το αγροτικό τιμολόγιο ρεύματος δεν προσφέρει μακροχρόνια προβλεψιμότητα. Όταν το κόστος ανεβαίνει και το εισόδημα δεν ακολουθεί, η έξοδος από την παραγωγή δεν είναι επιλογή, είναι οικονομικός εξαναγκασμός.
Αυτή την ήδη πιεσμένη κατάσταση για τους αγρότες, έρχονται να επιδεινώσουν εξελίξεις, όπως η αποδοχή από την κυβέρνηση διεθνών εμπορικών συμφωνιών, που αυξάνουν τον ανταγωνισμό χωρίς αντίστοιχα μέτρα προστασίας της εγχώριας παραγωγής.
Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών MERCOSUR της Νότιας Αμερικής, διευκολύνει την μαζική είσοδο προϊόντων που παράγονται με χαμηλότερο κόστος και διαφορετικούς κανόνες, την ώρα που οι ελληνικές εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε πολύ αυστηρότερο πλαίσιο, δημιουργώντας ισχυρό αθέμιτο ανταγωνισμό και καταδικάζοντας το μέλλον της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης για προστασία 17 μόνο ελληνικών προϊόντων, που μάλιστα δεν είναι απόλυτη ούτε και γι’ αυτά, γιατί υπάρχουν διάφορα ερμηνευτικά ‘’παραθυράκια’’ στη συμφωνία, είναι τουλάχιστον προκλητική.
Κι όλα αυτά, ενώ ήδη οι Έλληνες αγρότες αντιμετωπίζουν τέτοια φαινόμενα αθρόων εισαγωγών από τρίτες χώρες, χαμηλής ποιότητας, φαινόμενα ελληνοποιήσεων προϊόντων και αθέμιτες πρακτικές στην αλυσίδα της διακίνησης και εμπορίας, την ίδια στιγμή που μένουν ακάλυπτοι από τον κανονισμό του ΕΛΓΑ απέναντι στις καταστροφές που προκαλεί η κλιματική κρίση.
Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι ορατό στην ύπαιθρο. Λιγότερες εκμεταλλεύσεις, λιγότεροι νέοι, αποδυνάμωση των τοπικών οικονομιών. Δεν πρόκειται για αναπόφευκτη εξέλιξη, αλλά για συνέπεια μιας πολιτικής που δεν έθεσε ποτέ ως προτεραιότητα τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος και την προστασία της παραγωγής.
Η συζήτηση λοιπόν δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικά μέτρα ή σε επικοινωνιακές εξαγγελίες. Χρειάζεται πολιτική επιλογή υπέρ της παραγωγής. Οι έγκαιρες και πλήρεις ενισχύσεις, η ουσιαστική μείωση του κόστους και η προστασία της εγχώριας γεωργίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό είναι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να αποτραπεί η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα και η δημογραφική συρρίκνωση της υπαίθρου.
Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν αφορούν μόνο τα διαχειριστικά ζητήματα και τα αυτονόητα που θα έπρεπε να πράττει μια ελληνική κυβέρνηση απέναντι στον αγροτικό κόσμο. Για να υπάρξει μέλλον στην ύπαιθρο χρειάζεται πολιτική αλλαγή που θα αντιμετωπίζει την αγροτική παραγωγή ως βασικό πυλώνα αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με ποιότητα, εξωστρέφεια και εξασφάλιση διατροφικής επάρκειας. Γιατί το πραγματικό διακύβευα της σημερινής αντιπαράθεσης για τον πρωτογενή τομέα τα επόμενα χρόνια δεν είναι αγροτική πολιτική για την επόμενη χρονιά, αλλά για την επόμενη γενιά.