Ο μύκητας διατηρείται στα προσβεβλημένα φύλλα και τα μολύσματα διασπείρονται με τη βοήθεια του νερού. Για να μολυνθεί το δένδρο θα πρέπει να υπάρχει κατάλληλη θερμοκρασία και αρκετή διάρκεια διαβροχής των φύλλων. Επομένως, η βροχή από μόνη της δεν αρκεί για να προβλέψει ο παραγωγός την ένταση της ασθένειας.
Οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές μπορεί να σηματοδοτήσουν την έναρξη νέων μολύνσεων από κυκλοκόνιο, ιδιαίτερα σε ελαιώνες με πυκνή κόμη, υψηλή υγρασία και ιστορικό προσβολών. Το πρόβλημα είναι ότι η μόλυνση μπορεί να έχει ήδη πραγματοποιηθεί πριν εμφανιστούν οι χαρακτηριστικές κηλίδες στα φύλλα. Όταν η ασθένεια εξελιχθεί, προκαλείται έντονη φυλλόπτωση. Αυτό επηρεάζει όχι μόνο την τρέχουσα κατάσταση του δέντρου, αλλά και την παραγωγή της επόμενης χρονιάς.
Πώς αναγνωρίζεται το κυκλοκόνιο στην ελιά;
Η ασθένεια, γνωστή και ως «μάτι παγωνιού», προκαλείται από τον μύκητα Spilocaea oleaginea, ο οποίος αναφέρεται στη σύγχρονη ταξινομική βιβλιογραφία και ως Venturia oleaginea. Στα φύλλα σχηματίζονται κυκλικές, σκουρόχρωμες κηλίδες, συχνά με κιτρινωπή άλω. Οι προσβολές παρατηρούνται συχνά στα χαμηλότερα και πυκνότερα τμήματα της κόμης, όπου η υγρασία διατηρείται περισσότερο. Σε μερικές περιπτώσεις, τα προσβεβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν πρόωρα. Η απώλεια φυλλώματος περιορίζει τη φωτοσυνθετική επιφάνεια του δέντρου και, όταν είναι εντονότερη, μπορεί να επηρεάσει τη βλάστηση, τον σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών και την παραγωγή της επόμενης περιόδου.
Πώς συνδέονται οι βροχές με το κυκλοκόνιο στην ελιά;
Ο μύκητας διατηρείται στα προσβεβλημένα φύλλα και τα μολύσματα διασπείρονται με τη βοήθεια του νερού. Για να μολυνθεί το δένδρο θα πρέπει να υπάρχει κατάλληλη θερμοκρασία και αρκετή διάρκεια διαβροχής των φύλλων. Επομένως, η βροχή από μόνη της δεν αρκεί για να προβλέψει ο παραγωγός την ένταση της ασθένειας.
Οι οδηγίες του προγράμματος ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας επισημαίνουν ότι οι φθινοπωρινές συνθήκες είναι συχνά ευνοϊκές για το κυκλοκόνιο και ότι η διάρκεια παραμονής του νερού στα φύλλα επηρεάζει ουσιαστικά την πιθανότητα μόλυνσης. Οι ακριβείς απαιτήσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τη θερμοκρασία και δεν πρέπει να μεταφέρονται ως σταθερά όρια σε κάθε περιοχή.
Η ευαισθησία της ποικιλίας, το ιστορικό του ελαιώνα και η πυκνότητα της κόμης είναι επίσης σημαντικά στοιχεία. Ένας ελαιώνας σε υγρή τοποθεσία, όπου τα φύλλα στεγνώνουν αργά, μπορεί να αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο σε σύγκριση με έναν ελαιώνα με καλό αερισμό.
Πότε χρειάζεται ψεκασμός;
Η προστασία είναι αποτελεσματικότερη όταν βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου πριν από τις μολυσματικές βροχοπτώσεις. Σε ελαιώνες με ιστορικό προσβολών, ο παραγωγός χρειάζεται να παρακολουθεί και να αξιολογεί την ανάγκη επέμβασης σε συνεννόηση πάντοτε με τον γεωπόνο.
Τα χαλκούχα μυκητοκτόνα χρησιμοποιούνται σε προγράμματα αντιμετώπισης του κυκλοκονίου, εφόσον είναι εγκεκριμένα. Σε καμία περίπτωση, δεν δικαιολογείται, προαιρετικός ψεκασμός σε κάθε ελαιώνα μόνο και μόνο επειδή αναμένονται βροχές.
Επιπλέον, η απουσία κηλίδων δεν αποκλείει πάντοτε την ύπαρξη πρόσφατης μόλυνσης, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν με καθυστέρηση. Η απόφαση επομένως δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στην ορατή εικόνα των φύλλων.
Το κλάδεμα συμβάλλει στην αντιμετώπιση του μήκυτα;
Φυσικά, αφού το κατάλληλο κλάδεμα βοηθά στον αερισμό της κόμης και μειώνει τη διάρκεια παραμονής της υγρασίας στο εσωτερικό του δέντρου. Βέβαια, δεν εξαλείφει τον μύκητα, αλλά συμβάλλει στη δημιουργία λιγότερο ευνοϊκών συνθηκών για την εξάπλωσή του. Αντίστοιχα, η υπερβολική αζωτούχος λίπανση πρέπει να αποφεύγεται όταν δεν δικαιολογείται από τις ανάγκες του δέντρου, καθώς μπορεί να ενισχύσει την πυκνή βλάστηση.