Η μικρή κοινότητα των οκτώ εκατομμυρίων πλουσιότερων ανθρώπων της υφηλίου ρυπαίνει τρεις φορές περισσότερο από ότι η υποσαχάρια Αφρική. Επιπλέον, κερδίζει από την καταστροφή.

Το αγνώστου πατρότητας διάσημο απόφθεγμα σύμφωνα με το οποίο «οι καπιταλιστές θα μας πουλήσουν το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε» συνήθιζε τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου να χρησιμοποιείται ως σοσιαλιστική αλληγορία για την αυτοκαταστροφική φύση του καπιταλισμού.

Σήμερα, βρίσκει την τέλεια εφαρμογή του στο πεδίο της κλιματικής κρίσης και της διαπλοκής της με τις οργιώδεις εισοδηματικές ανισότητες. Η τελευταία έκθεση της διεθνούς μη κυβερνητικής οργάνωσης Oxfam περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την κατάσταση.

Ο Νότος στο στόχαστρο

Μια συνοπτική ματιά στην έκθεση της Oxfam, που κυκλοφόρησε χθες Τρίτη (27/10) και αξιοποιεί συνδυαστικά στοιχεία διεθνών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΗΕ), τραπεζών (UBS), οικονομικών εκδόσεων (Forbes) και εθνικών στατιστικών υπηρεσιών είναι ενδεικτική για την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον υπέρμετρο πλούτο και την παγκόσμια ρύπανση.

Σήμερα, το 0,1% των πλουσιότερων ανθρώπων στη Γη -δηλαδή οι οκτώ εκατομμύρια πιο εύρωστοι οικονομικά σε πληθυσμό οκτώ δισεκατομμυρίων- συνεισφέρουν τρεις φορές περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου από ό,τι ολόκληρος ο πληθυσμός της Υποσαχάριας Αφρικής μαζί. Από το 1990 ως σήμερα η ίδια εισοδηματική ομάδα κρίνεται υπεύθυνη για το 7% της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Αν η κλίμακα διευρυνθεί στο 1% τότε το μερίδιο ευθύνης αντιστοιχεί σε 26%.

Μεμονωμένα, κάθε μέλος της κοινότητας των υπερ-πλουσίων έχει συνεισφέρει σχεδόν 400 φορές περισσότερο στη δημιουργία των σημερινών ακραίων καυσώνων σε σχέση με έναν άνθρωπο που ανήκει στο φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού. Είναι ενδεικτικό ότι το κατ’ εξοχήν σύμβολο της χλιδής, τα ιδιωτικά αεροσκάφη εκπέμπουν σε μόλις δύο δευτερόλεπτα περισσότερη ρύπανση από άνθρακα απ’ όση εκπέμπει σε έναν χρόνο ένα άτομο που ανήκει στο φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας.

Την ίδια στιγμή οι προβλέψεις για όσους βρίσκονται εκτός αυτής της προνομιούχας ομάδας είναι εφιαλτικές. Από το 2014 έως το 2050 οι άνθρωποι που ενδέχεται να έχουν εκτοπιστεί λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης θα φτάνουν το ένα δισεκατομμύριο, δηλαδή το 10% του τότε παγκόσμιου πληθυσμού.

Επίκεντρο της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών είναι ο αγροτικός Παγκόσμιος Νότος, τον οποίο η κλιματική κρίση πλήττει δυσανάλογα. Οι παρατεταμένες ξηρασίες στη ζώνη στην υποσαχάρια Αφρική, τα οξεία πλημμυρικά φαινόμενα στη Νότια Ασία και η ακραία λειψυδρία στη Μέση Ανατολή δίνουν μια πλήρη εικόνα των γεωγραφικών ζωνών που είναι οι πλέον εκτεθειμένες.

Πλούσιοι υπό προστασία

Η ταξική διάσταση διαπερνά και τη δυνατότητα προστασίας από ακραία κλιματικά φαινόμενα. Ενώ το πλουσιότερο 0,1% έχει άνετη πρόσβαση σε ακριβά προγράμματα ασφάλισης που εξασφαλίζουν πλουσιοπάροχες αποζημιώσεις αλλά και εύκολη δυνατότητα μετακίνησης μακριά από τον τόπο της καταστροφής φτωχότερες κοινότητες στερούνται ανθεκτικών δημόσιων υποδομών, συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και πρόσβασης σε βασική υγειονομική περίθαλψη. Ως αποτέλεσμα, η έκθεση τονίζει ότι οι θάνατοι από πλημμύρες είναι επτά φορές υψηλότεροι στις χώρες με τις μεγαλύτερες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες.

«Η κλιματική κρίση περιγράφεται συχνά ως μια κοινή ανθρώπινη πρόκληση. Δεν είναι. Εκείνοι που έχουν κάνει τα λιγότερα για να την προκαλέσουν, χάνουν τα σπίτια τους, τις σοδειές τους και, όλο και συχνότερα, τη ζωή τους. Την ίδια στιγμή, οι υπερ-πλούσιοι μπορούν να εξαγοράσουν τη διαφυγή τους από τον κίνδυνο –καταφεύγοντας σε υπόγεια καταφύγια επιβίωσης, προσλαμβάνοντας ιδιωτικά συνεργεία πυρόσβεσης και εξασφαλίζοντας ιδιωτική ασφάλιση– όσο επωφελούνται ενεργά από τις συνέπειες της ρύπανσης που οι ίδιοι προκαλούν. Δεν πρόκειται για μια τραγωδία κοινής μοίρας· πρόκειται για ένα έγκλημα ακραίας ανισότητας» σημειώνει ο εκτελεστικός διευθυντής της Oxfam, Αμιτάμπ Μπεχάρ.

Πιο συγκεκριμένη, η βρετανίδα ακτιβίστρια Γκρέις Μπλέικλι σημειώνει: «Κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών του 2025 στην Καλιφόρνια, τα πιο εύπορα άτομα απομακρύνθηκαν με ελικόπτερα και βρήκαν καταφύγιο σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων χάρη σε πολυτελή ασφαλιστικά συμβόλαια, καταφέρνοντας έτσι να θωρακιστούν σε μεγάλο βαθμό από τις επιπτώσεις· αντίθετα οι κάτοικοι χαμηλού εισοδήματος έχασαν τα σπίτια τους και αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα ερείπια των ακινήτων τους σε κατασκευαστικές εταιρείες. Παράλληλα, στη Βομβάη, μια έκθεση επισημαίνει ότι νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος που επλήγησαν από πλημμύρες αναγκάστηκαν να δαπανήσουν για επισκευές ποσό ίσο με το 15πλάσιο του μηνιαίου εισοδήματός τους, ενώ τα πλουσιότερα νοικοκυριά υπέστησαν ελάχιστες έως μηδαμινές συνέπειες.».

Κέρδη από την καταστροφή

Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι οι υπερ-πλούσιοι όχι μόνο μπορούν να προστατεύσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά κερδίζουν εις διπλούν: πρώτα κερδοσκοπώντας από τις βιομηχανίες που προκαλούν την κλιματική αλλαγή και έπειτα επενδύοντας σε εταιρείες ανοικοδόμησης και διαχείρισης καταστροφών. Η πρακτική αυτή αναφέρεται ως «διπλό κέρδος» (double dividend).

Σε πρώτη φάση το κέρδος προκύπτει από τις άμεσες επενδύσεις σε ρυπογόνες βιομηχανίες, όπως τα ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακας) και το τσιμέντο.

Σε δεύτερη φάση, οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φροντίσει να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους σε εταιρείες που διαχειρίζονται την ετοιμότητα, την αποκατάσταση, την ασφάλιση και την ανοικοδόμηση περιοχών μετά από καταστροφές. Η λεγόμενη αγορά διαχείρισης φυσικών καταστροφών περιλαμβάνει κατασκευαστικούς ομίλους που αναλαμβάνουν τη θωράκιση παράκτιων ζωνών ή την επείγουσα ανοικοδόμηση κατεστραμμένων υποδομών, εταιρίες που προμηθεύουν κράτη και ιδιώτες με μέσα αντιμετώπισης μεγάλων δασικών πυρκαγιών και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της ψύξης και του κλιματισμού.

Πέρα από το κέρδος από τη διαχείριση φυσικών καταστροφών υπάρχει και το καθαρά κερδοσκοπικό σκέλος. Για παράδειγμα, οι μεγάλες πολυεθνικές και οι μέτοχοί τους καταγράφουν μυθικά κέρδη από την κατακόρυφη αύξηση των τιμών των τροφίμων, η οποία προκαλείται όταν οι ξηρασίες εκμηδενίζουν την αγροτική παραγωγή.

Είναι αυτού του είδους τα κίνητρα που οδηγούν τον Μπεχάρ να σημειώσει: «Οι υπερπλούσιοι βάζουν φωτιά στον πλανήτη και μετά μας χρεώνουν για να μας πουλήσουν τους πυροσβεστήρες». Παρατήρηση που βρίσκει σύμφωνο τον περιβαλλοντικό συντάκτη της βρετανικής εφημερίδας Guardian, Τζόναθαν Γουάτς, ο οποίος επισημαίνει ότι αυτό το διπλό οικονομικό όφελος αφαιρεί από τους οικονομικά ισχυρούς κάθε κίνητρο αντιμτώπισης της κλιματικής κρίσης.

«Αντίθετα, τους δίνει ένα οικονομικό κίνητρο να καθυστερούν την πράσινη μετάβαση, αφού κερδίζουν τόσο από την αιτία του προβλήματος όσο και από το κόστος της καταστροφής» καταλήγει, παραφράζοντας το νόημα της διαβόητης φράσης για τους καπιταλιστές και το σχοινί.

tovima.gr