Ήδη 19 κυβερνήσεις κρατών-μελών έχουν ταχθεί υπέρ της διερεύνησης τέτοιων λύσεων, θεωρώντας ότι μπορούν να ενισχύσουν τις επιστροφές και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την παράτυπη μετανάστευση

Η Ελλάδα μαζί με τη Γερμανία, τη Δανία, την Αυστρία και την Ολλανδία προχωρούν στον σχεδιασμό ενός κοινού ευρωπαϊκού μοντέλου για τη μεταφορά παράτυπων μεταναστών σε «κόμβους επιστροφής» εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο οι πρώτες μεταφορές να μπορούν να πραγματοποιηθούν το 2027.

Το σχέδιο σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στη διαχείριση των επιστροφών, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης για το κόστος, τις συνθήκες παραμονής και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Πέντε χώρες σε κοινή γραμμή για τις επιστροφές

Η συμφωνία μεταξύ των πέντε υπουργών Εσωτερικών έγινε στην Κοπεγχάγη και προβλέπει τη διαμόρφωση ενός κοινού μοντέλου για «κόμβους επιστροφής». Πρόκειται για εγκαταστάσεις σε τρίτες χώρες, όπου θα μπορούν να μεταφέρονται άνθρωποι των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί και για τους οποίους δεν είναι άμεσα δυνατή η επιστροφή στη χώρα καταγωγής τους.

Οι χώρες που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία είναι η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ελλάδα. Οι διαπραγματεύσεις με πιθανούς εταίρους βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί επίσημα η χώρα ή οι χώρες στις οποίες θα εγκατασταθούν οι συγκεκριμένες δομές.

Η Ουγκάντα και η Ρουάντα έχουν αναφερθεί ως πιθανοί προορισμοί, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι σήμερα οριστική συμφωνία.

Ο Δανός υπουργός Μετανάστευσης Μόρτεν Μπόντσκοφ υποστήριξε ότι στόχος είναι να υπάρξει η δυνατότητα μεταφοράς των πρώτων παράτυπων μεταναστών σε χώρα εκτός ΕΕ μέσα στο 2027.

Η Ελλάδα αναζητά συμφωνία με τρίτη χώρα

Ενεργό ρόλο στο εγχείρημα έχει και η Αθήνα. Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης δήλωσε ότι οι επαφές με πιθανούς εταίρους συνεχίζονται και ότι οι συζητήσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάθος.

Η επόμενη συνάντηση των πέντε υπουργών έχει προγραμματιστεί για τα τέλη Σεπτεμβρίου στο Μόναχο, με τις διαπραγματεύσεις να αναμένεται να αποτελέσουν ένα από τα βασικά θέματα της ατζέντας.

Οι τελικές συμφωνίες θα καθορίσουν τις διαδικασίες που θα ακολουθούνται, τους όρους διαμονής των μεταναστών και τις αρμοδιότητες τόσο των κρατών-μελών όσο και της τρίτης χώρας που θα φιλοξενεί τις εγκαταστάσεις.

Τι προβλέπει το νέο μοντέλο

Οι κόμβοι επιστροφής θα βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα αφορούν ανθρώπους που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργούν ως χώροι προσωρινής παραμονής μέχρι να καταστεί δυνατή η επιστροφή στη χώρα καταγωγής.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το νέο πλαίσιο διευρύνει τις δυνατότητες μεταφοράς. Η τρίτη χώρα δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να είναι η χώρα καταγωγής του μετανάστη ούτε να υπάρχει προηγούμενος δεσμός μαζί της.

Για τη λειτουργία κάθε κέντρου θα απαιτείται συμφωνία ή άλλη διευθέτηση μεταξύ της ΕΕ ή ενός ή περισσότερων κρατών-μελών και της τρίτης χώρας.

Παράλληλα, οι πέντε χώρες προτίθενται να αναλάβουν το κόστος λειτουργίας των εγκαταστάσεων, ενώ στο τραπέζι βρίσκονται και άλλα ανταλλάγματα, όπως οικονομική βοήθεια, εμπορικές συνεργασίες ή άλλα κίνητρα προς τις χώρες που θα συμμετάσχουν.

Το «μοντέλο Αλβανίας» της Ιταλίας

Το πιο χαρακτηριστικό προηγούμενο είναι η συμφωνία της Ιταλίας με την Αλβανία. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι δημιούργησε εγκαταστάσεις στη Σενγκίν και το Γκιάντερ, οι οποίες αρχικά σχεδιάστηκαν για τη διαχείριση αιτούντων άσυλο και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε κέντρα επιστροφής.

Η ιταλική κυβέρνηση έχει παρουσιάσει το εγχείρημα ως πρότυπο για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική. Ωστόσο, η εφαρμογή του έχει αποδειχθεί πολύ πιο περιορισμένη από τις αρχικές προσδοκίες.

Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε δυνατότητα διαχείρισης περίπου 36.000 μεταναστών ετησίως. Από τη μετατροπή των εγκαταστάσεων σε κέντρα επιστροφής, τον Μάρτιο του 2025, έχουν φιλοξενηθεί συνολικά μερικές εκατοντάδες άνθρωποι.

Παράλληλα, το οικονομικό κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό. Ο συνολικός λογαριασμός για την Ιταλία ξεπερνά τα 670 εκατ. ευρώ, ενώ μελέτη ιταλικού πανεπιστημίου υποστηρίζει ότι η κράτηση στις εγκαταστάσεις της Αλβανίας είναι πολλαπλάσια ακριβότερη από την αντίστοιχη φιλοξενία στην Ιταλία.

Η σύγκριση αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν κατά πόσο οι κόμβοι επιστροφής μπορούν να αποτελέσουν οικονομικά βιώσιμη λύση.

Οι νομικές και ανθρωπιστικές αντιδράσεις

Το μεγαλύτερο ερωτηματικό αφορά το καθεστώς των ανθρώπων που θα μεταφέρονται στα κέντρα.

Οι υποστηρικτές του συστήματος υποστηρίζουν ότι οι εγκαταστάσεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φυλακές ή στρατόπεδα κράτησης, αλλά ως μηχανισμός που επιταχύνει την επιστροφή ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ευρώπη.

Οι επικριτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι εάν οι άνθρωποι δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τις εγκαταστάσεις, η πρακτική εφαρμογή του μέτρου μπορεί να ισοδυναμεί με κράτηση.

Επιπλέον, προκαλεί προβληματισμό η απουσία σαφούς ανώτατου χρονικού ορίου παραμονής. Εάν η επιστροφή στη χώρα καταγωγής δεν είναι εφικτή, ένας άνθρωπος θα μπορούσε να παραμείνει στον κόμβο για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η μεταφορά οικογενειών με παιδιά. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι εξαιρούνται από το σύστημα, όμως οικογένειες με παιδιά μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Το μεγάλο ερώτημα για τις τρίτες χώρες

Η επιτυχία του σχεδίου εξαρτάται τελικά από τη διάθεση τρίτων χωρών να αναλάβουν τη φιλοξενία μεταναστών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη μπορούν να προσφέρουν οικονομική χρηματοδότηση, εμπορικά ανταλλάγματα και άλλες μορφές συνεργασίας. Το ζητούμενο όμως είναι εάν αυτά τα κίνητρα θα είναι αρκετά για να πείσουν κυβερνήσεις χωρών της Αφρικής ή της Ασίας να αναλάβουν μια τόσο ευαίσθητη πολιτικά και κοινωνικά ευθύνη.

Η εμπειρία της Ρουάντας λειτουργεί επίσης ως προειδοποίηση. Το Ηνωμένο Βασίλειο εγκατέλειψε το δικό του σχέδιο μεταφοράς αιτούντων άσυλο στη χώρα, ενώ και η Δανία είχε απομακρυνθεί το 2023 από μια αντίστοιχη εθνική προσέγγιση.

Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική επιστροφών

Το σχέδιο των πέντε χωρών εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι νέες ρυθμίσεις για τις επιστροφές δημιουργούν το θεσμικό πλαίσιο για τη δυνατότητα λειτουργίας κέντρων σε τρίτες χώρες, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Ήδη 19 κυβερνήσεις κρατών-μελών έχουν ταχθεί υπέρ της διερεύνησης τέτοιων λύσεων, θεωρώντας ότι μπορούν να ενισχύσουν τις επιστροφές και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την παράτυπη μετανάστευση.

Το κρίσιμο τεστ, πλέον, θα είναι η μετάβαση από τη νομοθετική δυνατότητα στην πραγματική εφαρμογή. Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι ένα σύστημα εξωτερικών κόμβων επιστροφής μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό παρατεταμένης κράτησης και χωρίς να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

tovima.gr